Ο Μάριος Θεμιστοκλέους, γέννημα θρέμμα Κύπριος, μπορεί να μην έγινε στρατηγός, όπως ονειρευόταν μικρός, και να συντονίζει τάγματα, ως γιατρός όμως πέτυχε να συντονίσει ένα δύσκολο πρόγραμμα, αυτό του εμβολιασμού, την περίοδο του κορωνοϊού. Κι όλα αυτά στην Ελλάδα, των δέκα και εκατομμυρίων ανθρώπων, όπου ζει από τα φοιτητικά του χρόνια. Με αφορμή πρόσφατη επίσκεψή του στην Κύπρο, συναντήσαμε τον κ. Θεμιστοκλέους και είχαμε μαζί του μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη.
Από το πόστο του γενικού γραμματέα Πρωτοβάθμιας Φροντίδας, στη θέση του υφυπουργού Υγείας. Τι μέτρησε στην αποδοχή της πρότασης που σας έκανε ο Έλληνας Πρωθυπουργός;
Κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορωνοϊού είχα αναλάβει τον συντονισμό του project «Ελευθερία», ενός εκ των σημαντικότερων πρωτοβουλιών που έλαβαν χώρα στην Ελλάδα, και στην Ευρώπη γενικά. Λόγω της επιτυχίας του εγχειρήματος και της εξαιρετικά καλής συνεργασίας, υπήρξε από τον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη η ιδιαίτερα τιμητική αυτή πρόταση. Αποστολή μας είναι να μπορέσουμε να μεταρρυθμίσουμε τον τομέα της υγείας στην Ελλάδα και να προσφέρουμε καλύτερες και ποιοτικότερες υπηρεσίες υγείας σε όλους τους πολίτες.
Από την εμπειρία σας στον τομέα της υγείας, γνωρίζετε πολύ καλά την κατάσταση και τα προβλήματα. Οι μεγαλύτερες προκλήσεις στην Ελλάδα ειδικά, και στην ΕΕ γενικά, ποιες είναι;
Η πανδημία του κορωνοϊού μάς δίδαξε πάρα πολλά. Ταυτόχρονα όμως μας άλλαξε. Άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε. Συνειδητοποιήσαμε ότι δεν είμαστε πανίσχυροι, ότι είμαστε ευάλωτοι και ότι πρέπει τόσο ατομικά όσο και συλλογικά, σε ό,τι αφορά το σύστημα υγείας, να προσαρμοστούμε, έτσι ώστε να είμαστε ανθεκτικοί στις προκλήσεις.
Ο τομέας της υγείας εξελίσσεται. Έχουμε την είσοδο τεχνολογιών, όπως της ψηφιακής τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης, που αλλάζουν ακόμη και το πώς εξασκείται η ίδια η ιατρική. Πλέον πάμε σε εξατομικευμένες μορφές θεραπείας. Δεν είναι μόνο η αντιμετώπιση της ασθένειας, αλλά είναι κυρίως η πρόληψη και η ολιστική φροντίδα, έτσι ώστε να έχουμε μια καλύτερη και ποιοτικότερη ζωή. Αυτές είναι οι σύγχρονες προκλήσεις που καλούνται τα εθνικά συστήματα υγείας να αντιμετωπίσουν. Τα εθνικά συστήματα υγείας επιβάλλεται να προσαρμοστούν στη νέα εποχή. Κάποια έχουν φτιαχτεί πριν από 40-50 χρόνια. Αδιαμφισβήτητα, λόγω και των οικονομικών δυνατοτήτων, η όποια αλλαγή είναι δύσκολη.
ΕΣΥ 40 χρόνων
Μιλάμε ακριβώς για εθνικά συστήματα υγείας που μπορεί να έχουν ζωή 40-50 χρόνια. Και το ελληνικό κάπου κοντά σε αυτή την ηλικία βρίσκεται. Η εικόνα που υπάρχει είναι ότι το ελληνικό σύστημα υγείας μπάζει νερά, ότι είναι ξεχαρβαλωμένο… Δεν είναι στα καλύτερά του, να το πω πιο ήπια.
Είναι άδικο να λέγεται αυτό. Αυτή η εικόνα μας αδικεί.
Το ακούτε, όμως. Δεν είναι η πρώτη φορά που το λέει κάποιος...
Ναι, για αυτό και λέω ότι αυτή η εκτίμηση είναι άδικη. Η Ελλάδα είναι υπερήφανη που έχει ένα εθνικό σύστημα υγείας εδώ και 40 χρόνια. Προσφέρει υπηρεσίες στους πολίτες, που, ακόμη και με τα προβλήματα που αντιμετωπίζει, υπερέχουν έναντι άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
Το Εθνικό Σύστημα της Ελλάδος παρέχει πρόσβαση σε θεραπείες, ειδικά για τους ογκολογικούς ασθενείς, καλύτερη από άλλες, πλουσιότερες χώρες. Παρέχει πρόσβαση σε δωρεάν φαρμακευτική αγωγή εδώ και δεκαετίες, κάτι που στην Κύπρο έγινε πραγματικότητα μόλις τα τελευταία χρόνια.
Οι πρόνοιες αυτές του ΕΣΥ στην Ελλάδα υπάρχουν εδώ και 40 χρόνια. Ακόμα και αυτή τη στιγμή, με τα όποια προβλήματα λέτε πως υπάρχουν. Για μια πιο αντικειμενική εικόνα θα πρέπει κανείς να κάνει συγκρίσεις με τα συστήματα άλλων χωρών, την Κύπρο, ας πούμε, ή την Αγγλία. Οι ποιοτικές μελέτες του εθνικού συστήματος της Αγγλίας βρίσκονται στα χαμηλότερα επίπεδά τους. Κι αυτό διότι τα συστήματα υγείας πιέζονται. Ως εκ τούτου, καλούνται να περάσουν στην επόμενη μέρα. Για να μπορούν με επάρκεια να ανταποκριθούν στις σύγχρονες ανάγκες. Αυτός είναι και ο δικός μου ρόλος. Να διορθώσουμε τα όποια προβλήματα. Δεν θα συμφωνήσω πως είναι ξεχαρβαλωμένο το σύστημα. Ας δούμε λίγο τους αριθμούς: Το Εθνικό Σύστημα Υγείας εξυπηρετεί καθημερινά περισσότερους από 125.000 πολίτες. Φανταστείτε μια πόλη της Κύπρου, περίπου, να πρέπει να επισκέπτεται καθημερινά το ΕΣΥ.
Παρ’ όλα αυτά, καλούμαστε να οδηγήσουμε το ΕΣΥ στη νέα εποχή και γι' αυτό και η ελληνική κυβέρνηση έχει τρεις άξονες τους οποίους πολύ μεθοδικά προάγει και εγώ συγκεκριμένα, ως υπουργός, υπηρετώ:
Πρώτος άξονας είναι η αναβάθμιση των υποδομών τόσο των κτηριακών όσο και του ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού που λόγω της οικονομικής κρίσης των προηγούμενων ετών δεν είχε αναβαθμιστεί.
Δεύτερος άξονας η ψηφιακή αναβάθμιση, που οδηγεί στη μετάβαση στη νέα εποχή, μια αναβάθμιση για την οποία απαιτούνται τεράστια κονδύλια.
Ο τρίτος άξονας αφορά την ενίσχυση του προσωπικού και την αλλαγή του παραδοσιακού μοντέλου των εργασιακών σχέσεων. Οι αμοιβές των ιατρών θα πρέπει να αυξηθούν και ο καλύτερος τρόπος για να γίνει αυτό είναι η διασύνδεσή του με την παραγωγικότητα.
Από τις εξαγγελίες στην πράξη
Είναι ένα οι διακηρυκτικοί στόχοι και άλλο η πράξη. Για να γίνουν αυτά τα οποία μας έχετε περιγράψει, ασφαλώς χρειάζονται κονδύλια. Είναι έτοιμη η ελληνική κυβέρνηση να βγάλει από τα κρατικά της ταμεία τόσα όσα χρειάζεται ο τομέας της υγείας;
Η ελληνική κυβέρνηση δεν είναι απλώς έτοιμη, το έχει ήδη κάνει. Έχουμε περάσει από τις εξαγγελίες στην πράξη. Έχουμε αυξήσει τον προϋπολογισμό της υγείας κατά 52%. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι από τα 3,8 δισεκατομμύρια που είχαμε για τη δημόσια υγεία, τα νοσοκομεία και την πρωτοβάθμια περίθαλψη, αυτή τη στιγμή είμαστε στα 5,1 δισεκατομμύρια ευρώ. Άρα ήδη η πρώτη σημαντική αύξηση έχει γίνει.
Και με βάση τον οικονομικό προγραμματισμό που έχουμε κάνει, αναμένουμε μια πολύ σημαντική αύξηση της χρηματοδότησης του τομέα της υγείας. Προβλέψαμε ένα κονδύλι της τάξης του 1,4 δις για τις κτηριακές υποδομές, 600 εκατομμύρια στην αναβάθμιση του ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού και τις αυξήσεις που θα δώσουμε στο υγειονομικό προσωπικό.
Κίνδυνοι
Και ποιοι κίνδυνοι ελλοχεύουν; Πάντα υπάρχουν κίνδυνοι στην πραγματοποίηση ενός μεγαλεπήβολου έργου. Για παράδειγμα, μόλις περάσαμε όλοι μια πανδημία…
Οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι, πέρα από την πανδημία στην οποία αναφερθήκατε, και που μπορεί να καθυστερήσουν τον όποιο προγραμματισμό, είναι δύο, η έλλειψη της χρηματοδότησης και η αδράνεια ή η αντίσταση στην αλλαγή.
Έχουμε δομημένα συστήματα, δομημένες εργασιακές σχέσεις και οι αλλαγές, οποιονδήποτε τομέα και να αφορούν, αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της δυσκολίας να εφαρμοστούν στην πράξη.
Απαιτείται πολύ περισσότερη εργασία από εμάς και προσήλωση στον στόχο, όπως επίσης απαιτείται να εξηγήσουμε και να πείσουμε γιατί πρέπει να προχωρήσουμε στις όποιες αλλαγές. Πρέπει να γίνει κατανοητό από τους εμπλεκόμενους- εργαζομένους, παράγοντες του χώρου, από όλους όσοι επηρεάζονται από την αλλαγή –ότι είμαστε σύμμαχοι και συνεργάτες στην εφαρμογή της. Αυτό, αν με ρωτάτε, είναι το πιο δύσκολο κομμάτι.
Ήδη, προχωρήσαμε με τα απογευματινά χειρουργεία. Μία απόφαση που έχει ληφθεί εδώ και 25 χρόνια, αλλά για πρώτη φορά καταφέραμε τώρα να την εφαρμόσουμε.
Και πάει καλά ο θεσμός των απογευματινών χειρουργείων;
Ναι, πάει πάρα πολύ καλά. Και φανταστείτε, αυτό δεν ήταν θέμα συζήτησης, είχε ήδη ψηφιστεί. Είχε περάσει, είχε γίνει νόμος και ποτέ κανείς δεν μπορούσε να τον εφαρμόσει στην πράξη. Γι’ αυτό λέω πως έχουμε περάσει από τη θεωρία στην πράξη.
Οι εμπειρίες των δύο χωρών
Κάτι που παρατηρούμε και στην Κύπρο και στην Ελλάδα είναι η φυγή γιατρών από τα δημόσια νοσηλευτήρια. Γιατί να συμβαίνει αυτό; Ποιες παρεμβάσεις χρειάζονται, ώστε τα Εθνικά Σχέδια Υγείας να κρατήσουν τους γιατρούς στα δημόσια νοσηλευτήρια;
Χρειάζεται να δημιουργήσουμε τις συνθήκες εκείνες που θα αντιμετωπίσουν αυτό το φαινόμενο. Για παράδειγμα, καλύτερες οικονομικές αποδοχές στους γιατρούς. Αυτό πρέπει να το κατανοήσουμε και να το αποδεχθούμε. Ο οικονομικός είναι από τους κυριότερους λόγους που συμβαίνει αυτό που περιγράψατε. Ο σύγχρονος τρόπος αποκατάστασης του προβλήματος είναι η διασύνδεση της παραγωγικότητας με την αμοιβή. Δηλαδή, διεξάγεις τρία χειρουργεία το απόγευμα; Θα αμειφθείς αντίστοιχα κατ’ αναλογία των 3 επεμβάσεων. Η πρακτική αυτή δίνει παράλληλα ένα κίνητρο παραγωγικότητας για το προσωπικό. Αυτό το ζήτημα εμείς το έχουμε ήδη δρομολογήσει.
Παράλληλα είναι εξίσου σημαντικό το να δημιουργήσουμε ένα ευνοϊκό περιβάλλον για τους γιατρούς. Ένα περιβάλλον όπου οι συνθήκες θα προάγουν την επιστημονική και επαγγελματική τους καταξίωση.
Έχει να δώσει η Ελλάδα στην Κύπρο και η Ελλάδα να πάρει από την Κύπρο, στον τομέα της υγείας;
Ναι, έχει να δώσει ο ένας στον άλλο και να πάρει ο ένας από τον άλλο. Η Ελλάδα έχει ένα σύστημα υγείας με πολύ μεγαλύτερη χρονική διάρκεια και ιστορία. Και πολλά από τα προβλήματα που αντιμετωπίσαμε και επιλύσαμε μπορούν να αποτελέσουν παράδειγμα για την Κύπρο για την αντιμετώπιση ίδιων ή παρόμοιων προβλημάτων.
Η Ελλάδα μπορεί να πάρει από την Κύπρο παράδειγμα εφαρμογής του μοντέλου συστήματος υγείας σε μια μικρότερη μεγέθους χώρα. Έτσι κι αλλιώς έχουμε μια εξαιρετική συνεργασία Κύπρου και Ελλάδας, στον τομέα της υγείας, σε ζητήματα όπως για παράδειγμα των μεταμοσχεύσεων ή των φαρμάκων. Εμείς είμαστε μεγαλύτερη χώρα, με μεγάλη διαπραγματευτική ισχύ και μπορούμε να βοηθήσουμε την Κύπρο. Συνεπώς αυτή η συνεργασία μπορεί να είναι επωφελής και για τις δύο χώρες.
Πολιτική σταδιοδρομία
Ξεκινήσατε την πολιτική σας καριέρα όντας φοιτητής από την πανίσχυρη τότε νεολαία του ΠΑΣΟΚ, την ΠΑΣΠ. Στη Νέα Δημοκρατία πώς βρεθήκατε;
Την πολιτική μου καριέρα την ξεκίνησα από μαθητής. Πρόεδρος του Γυμνασίου Πλατύ στην Αγλαντζιά και ακολούθως μέλος του Κεντρικού Μαθητικού Συμβουλίου στη Δασούπολη.
Στην Αθήνα, ως φοιτητής, είχα ενεργό πολιτική δράση και στα δύσκολα χρόνια της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων υπήρξα υποστηριχτής της παραμονής της χώρας στην ΕΕ και είχα βαθιά προσήλωση στους ευρωπαϊκούς της στόχους και προσανατολισμό. Οι πολιτικές αλλαγές που έγιναν κατά την οικονομική κρίση με έφεραν πιο κοντά στη Νέα Δημοκρατία στην οποία εντάχθηκα το 2016, αμέσως μετά την εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην προεδρία του κόμματος.
Μεγαλώσαμε με το «δεν ξεχνώ»
Νευροχειρουργός σε νοσοκομεία του Ηνωμένου Βασιλείου, στο Θεραπευτήριο «Ευαγγελισμός» και ως επιμελητής Α’ στη Νευροχειρουργική Κλινική του Νοσοκομείου Παίδων «Αγ. Σοφία», ο Μάριος Θεμιστοκλέους είναι απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, κάτοχος διδακτορικού τίτλου από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στην Οργάνωση και Διοίκηση Υπηρεσιών Υγείας. Με γονείς από την Κερύνεια και το Καϊμακλί, ζει στην Αθήνα από το τέλος των σπουδών του, η σύζυγός του είναι, επίσης, Κύπρια κι έχουν τρία παιδιά, τη Μαριαλένα, τη Φωτεινή και τον Αλέξανδρο.
Είστε παιδί του πολέμου, γεννηθήκατε το 1976. Ζείτε στην Ελλάδα, αλλά παρακολουθείτε τα πολιτικά πράγματα στην Κύπρο. Τι σας ανησυχεί στο Κυπριακό, πρωτίστως;
Ναι, είμαστε αυτό που λέμε «γενιά του πολέμου». Μεγάλωσα με όλα τα βιώματα των ανθρώπων που έχασαν το σπίτι τους, και οι παππούδες μου και οι γονείς μου είναι πρόσφυγες. Μεγαλώσαμε με αυτό που λέμε «δεν ξεχνώ». Πρωτίστως με ανησυχεί το γεγονός ότι πενήντα σχεδόν χρόνια από τότε, δεν έχουμε μια λύση και όσο ο χρόνος περνά τόσο πιο δύσκολα γίνονται τα πράγματα.







