Ριζική δράση από την ΕΕ για τη μείωση του ενεργειακού κόστους, ζητούν τα ευρωπαϊκά συνδικάτα, τονίζοντας ότι μια νέα ανάλυση δείχνει ότι ο μέσος λογαριασμός των νοικοκυριών θα αυξηθεί κατά περισσότερο από €1800 ετησίως εάν οι τρέχουσες τιμές παραμείνουν στις ίδιες τιμές.
Μετά την αύξηση κατά 50% της τιμής του αργού πετρελαίου από την έναρξη της κρίσης στη Μέση Ανατολή, οι εκτιμήσεις του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Συνδικάτων δείχνουν την επίδραση που θα έχει στα νοικοκυριά μια αύξηση κατά 50% του ενεργειακού κόστους, εάν διατηρηθεί για ένα χρόνο.
Όπως εκτιμάται, ο μέσος ετήσιος λογαριασμός ενέργειας στην ΕΕ θα αυξηθεί από €3.792 σε €5.688 ευρώ, αποτελώντας το 12% των συνολικών δαπανών των νοικοκυριών.
Ο μέσος ετήσιος λογαριασμός ενέργειας θα αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 10% όλων των δαπανών των νοικοκυριών στην πλειονότητα των κρατών μελών και περισσότερο από το 15% σε έξι κράτη μέλη.
Ο μέσος ετήσιος λογαριασμός ενέργειας θα κοστίσει €2.000 περισσότερο σε 11 κράτη μέλη.
Η Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων (ETUC) αναφέρει ότι τα στοιχεία δείχνουν ότι απαιτούνται βαθιές ενεργειακές μεταρρυθμίσεις από την ΕΕ για να μειώσει την εξάρτησή της από τα ορυκτά καύσιμα, των οποίων η τιμή και η προσφορά αυξάνονται και είναι ευάλωτες στην παγκόσμια αστάθεια.
Ακόμα και πριν από αυτήν την κρίση, τονίζεται, 47,5 εκατομμύρια άνθρωποι στην ΕΕ (10% του πληθυσμού) δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να διατηρήσουν το σπίτι τους ζεστό, συμπεριλαμβανομένων 23,7 εκατομμυρίων εργαζομένων. Η Ευρώπη χάνει ήδη 27.000 θέσεις εργασίας στον τομέα της μεταποίησης κάθε μήνα τα τελευταία δύο χρόνια, κυρίως λόγω των τιμών της ενέργειας.
Γι' αυτό το λόγο, η ETUC ζητά:
• Την αποσύνδεση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας από το φυσικό αέριο. Ακόμα και εκεί που κυριαρχούν οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, σημειώνεται, το φυσικό αέριο πολύ συχνά συνεχίζει να καθορίζει τις τιμές χονδρικής, βλάπτοντας τους εργαζόμενους και τις εταιρείες.
• Αύξηση της χωρητικότητας του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας. Χωρίς επιταχυνόμενη επέκταση, σύνδεση και εκσυγχρονισμό, αναφέρεται, η φθηνότερη παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές δεν θα μεταφραστεί σε χαμηλότερες τελικές τιμές.
• Αύξηση των δημόσιων επενδύσεων σε υποδομές. Το ιδιωτικό κεφάλαιο μπορεί να συμπληρώσει τη δημόσια δράση, αλλά δεν υποκαθιστά τις δημόσιες επενδύσεις, υποδεικνύεται.
• Ένα εργαλείο διαχείρισης κρίσεων. Βασιζόμενη στο μοντέλο της πολιτικής SURE που έσωσε θέσεις εργασίας κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η Ευρώπη πρέπει να προστατεύσει τις θέσεις εργασίας, τα εισοδήματα και την παραγωγή σε στρατηγικούς τομείς, υποστηρίζει η Συνομοσπονδία.
• Φόροι απροσδόκητων εσόδων στις ενεργειακές εταιρείες. Τα συνδικάτα απαιτούν δράση για να σταματήσει η κερδοσκοπία των ενεργειακών γιγάντων που κερδίζουν €80 εκατ. την ημέρα, ωθώντας τις τιμές σε ολόκληρη την οικονομία και οδηγώντας τον πληθωρισμό.
• Αναστολή των δημοσιονομικών κανόνων της ΕΕ. Τα κράτη μέλη πρέπει να έχουν το δημοσιονομικό περιθώριο για να υποστηρίξουν μια δίκαιη μετάβαση για τους εργαζόμενους με την ίδια ταχύτητα με τη μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα.
Καταστροφικές συνέπειες για εργαζομένους
«Αυτή η έρευνα αποκαλύπτει τις καταστροφικές συνέπειες για τους εργαζόμενους και τις οικογένειές τους από την αποτυχία αντιμετώπισης της εξάρτησης της Ευρώπης από τα εξαιρετικά ασταθή ορυκτά καύσιμα», δηλωσε η Γενική Γραμματέας της ETUC, Έστερ Λιντς.
«Οι αλυσιδωτές επιπτώσεις στην ευρύτερη οικονομία θα είναι εξίσου τρομερές σε μια εποχή που χρειαζόμαστε απεγνωσμένα να αυξήσουμε την εσωτερική ζήτηση για να υποστηρίξουμε τους ευρωπαίους λιανοπωλητές, τους κατασκευαστές και τους παρόχους υπηρεσιών», πρόσθεσε.
«Η εκεχειρία είναι ευπρόσδεκτη και είναι σημαντικό να γίνει μόνιμη. Ωστόσο, όπως έχει δηλώσει η Επιτροπή, οι τιμές της ενέργειας δεν θα επιστρέψουν στο φυσιολογικό. Ακόμα και πριν από την τελευταία σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, οι υψηλές τιμές της ενέργειας κατέστρεφαν την παραγωγική βάση της Ευρώπης, προκαλώντας δεκάδες χιλιάδες απώλειες θέσεων εργασίας κάθε μήνα και οδηγώντας εκατομμύρια εργαζόμενους στη φτώχεια», τόνισε.
Παράλληλα, επεσήμανε ότι τα έκτακτα μέτρα που ελήφθησαν κατά την τελευταία ενεργειακή κρίση μείωσαν τον αντίκτυπό της, σημειώνοντας ότι «πρέπει να τα επανενεργοποιήσουμε σήμερα για να σώσουμε θέσεις εργασίας, τα μέσα διαβίωσης των ανθρώπων και τις στρατηγικές βιομηχανίες».
«Αλλά αυτή τη φορά πρέπει επίσης να αντιμετωπίσουμε τη βασική αιτία του προβλήματος επενδύοντας σε φθηνή και αξιόπιστη ευρωπαϊκή παραγωγή ενέργειας, ώστε να μην μείνουμε όμηροι της τύχης στο μέλλον. Χωρίς βαθιές μεταρρυθμίσεις, η Ευρώπη δεν έχει καμία πιθανότητα να οικοδομήσει μια πιο ανταγωνιστική οικονομία, να δημιουργήσει ποιοτικές θέσεις εργασίας ή υψηλότερο βιοτικό επίπεδο», κατέληξε.







