Την ίδια ώρα που στην Κύπρο ακόμη συζητείται το θέμα των πολλαπλών συντάξεων, οι πλείστες χώρες στην Ευρώπη, δεν επιτρέπουν την καταβολή τους.
Συγκριτική ανάλυση των συστημάτων συνταξιοδότησης των πολιτικών αξιωματούχων στις ευρωπαϊκές χώρες αποκαλύπτει μια σαφή τάση προς την κατάργηση των ειδικών συνταξιοδοτικών ρυθμίσεων και την ένταξή τους στο γενικό ασφαλιστικό σύστημα.
Σύμφωνα με σημείωμα της υπηρεσίας ερευνών, μελετών και εκδόσεων της κυπριακής Βουλής αναφορικά με το ζήτημα των πολλαπλών συντάξεων για τους πρώην και νυν αξιωματούχους σε κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρότι οι περισσότερες χώρες ακολουθούν αυτή την κατεύθυνση, ορισμένες, όπως η Γαλλία και η Σουηδία, εξακολουθούν να διατηρούν ξεχωριστά συνταξιοδοτικά καθεστώτα για τους πολιτικούς.
Όπως τονίζεται, ένα κρίσιμο ζήτημα στο πλαίσιο της συνταξιοδοτικής πολιτικής αφορά τη δυνατότητα ταυτόχρονης λήψης μισθού και σύνταξης από εν ενεργεία αξιωματούχους. Η πλειονότητα των κρατών απαγορεύει ρητά αυτή την πρακτική, αποσκοπώντας στη διασφάλιση της δημοσιονομικής ισορροπίας και της δίκαιης κατανομής των δημόσιων πόρων. Ωστόσο, υφίστανται εξαιρέσεις, όπως στη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, όπου οι πολιτικοί έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν σύνταξη παράλληλα με την άσκηση των καθηκόντων τους.
Η πολιτική που αφορά την καταβολή πολλαπλών κρατικών συντάξεων από εν ενεργεία αξιωματούχους ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό ενιαία προσέγγιση, με τις περισσότερες χώρες να την απαγορεύουν. Ειδικότερα, σε κράτη όπως η Ισπανία, η Γαλλία, η Σλοβενία, η Ολλανδία, η Εσθονία, η Ουγγαρία, η Κροατία και η Τσεχία, η καταβολή πολλαπλών συντάξεων σε αξιωματούχους που εξακολουθούν να κατέχουν δημόσια αξιώματα απαγορεύεται πλήρως.
Αντιθέτως, μόλις τρεις χώρες -η Βουλγαρία, η Ρουμανία και η Σουηδία- επιτρέπουν την καταβολή τους. Στη Γερμανία, αν και επιτρέπεται η καταβολή συντάξεων από διαφορετικές πηγές, υπάρχει ανώτατο όριο αποζημίωσης. Ορισμένες χώρες, όπως η Ελλάδα, εφαρμόζουν περιορισμούς, επιτρέποντας την καταβολή πολλαπλών συντάξεων αλλά με μειώσεις (20% για δύο συντάξεις, 30% για τρεις).
Η ηλικία συνταξιοδότησης των πολιτικών διαφέρει από χώρα σε χώρα, με τα περισσότερα κράτη να θέτουν όριο μεταξύ 63 και 67 ετών. Συνολικά, παρατηρείται μια ευρωπαϊκή τάση εναρμόνισης των συνταξιοδοτικών ρυθμίσεων των πολιτικών με τα γενικά ασφαλιστικά συστήματα, περιορίζοντας σταδιακά τα προνόμιά τους.
Ρυθμίσεις ανά χώρα
Στη Βουλγαρία, δεν υπάρχει ειδικό συνταξιοδοτικό καθεστώς ή ταμείο για τους δημόσιους υπαλλήλους ή τους πολιτικούς αξιωματούχους και η νομοθεσία επιτρέπει τη λήψη σύνταξης παράλληλα με τον μισθό για εν ενεργεία αξιωματούχους, χωρίς να επιβάλλει περιορισμούς.
Στη Ρουμανία, οι πρώην Πρόεδροι λαμβάνουν διά βίου μηνιαία αποζημίωση ίση με το 75% του επιδόματος του εν ενεργεία Προέδρου.
Στη Σουηδία, εν ενεργεία πολιτικός αξιωματούχος μπορεί να λαμβάνει πολλαπλές συντάξεις πέραν της αντιμισθίας του, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται με βάση το συνταξιοδοτικό σύστημα. Τα μέλη του Κοινοβουλίου δικαιούνται εθνική δημόσια σύνταξη, όπως όλοι οι μισθωτοί, την οποία διαχειρίζεται ο Σουηδικός Οργανισμός Συντάξεων.
Στη Γερμανία, το ποσοστό σύνταξης υπολογίζεται βάσει των ετών υπηρεσίας και των συντάξιμων αποδοχών. Το ανώτατο ποσοστό σύνταξης ορίζεται στο 71,75% των συντάξιμων αποδοχών, ανεξαρτήτως των ετών υπηρεσίας, για δημόσιους υπαλλήλους που αποχωρούν πρόωρα από την υπηρεσία τους. Το ποσοστό αυτό ισχύει για τη δεύτερη φάση της σύνταξής τους και ακολούθως η σύνταξη υπολογίζεται κανονικά, με βάση τα έτη υπηρεσίας και τις αποδοχές.
Η λήψη πολλαπλών συντάξεων σε εν ενεργεία αξιωματούχους δεν επιτρέπεται στη Γερμανία. Μετά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία, οι δημόσιοι υπάλληλοι μπορούν να λαμβάνουν συντάξεις από διαφορετικές πηγές. Ωστόσο, αν οι συντάξεις από δημόσιες ή διεθνείς υπηρεσίες υπερβαίνουν το ανώτατο όριο, η σύνταξη μειώνεται, ώστε το συνολικό ποσό να μην ξεπερνά την προβλεπόμενη ανώτατη αποζημίωση. Για τους πολιτικούς οι οποίοι είναι δημόσιοι υπάλληλοι που τίθενται σε πρόωρη συνταξιοδότηση εφαρμόζεται το ποσοστό 71,75% των τελευταίων συντάξιμων αποδοχών ως ανώτατο όριο. Αυτό διασφαλίζει ότι δεν θα λάβουν μεγαλύτερες παροχές από ό,τι προβλέπεται στη νομοθεσία.
Στην Ελλάδα, επιτρέπεται η καταβολή πολλαπλών συντάξεων σε εν ενεργεία πολιτικούς αξιωματούχους, υπό την προϋπόθεση ότι εφαρμόζονται συγκεκριμένες μειώσεις. Ειδικότερα, σε περίπτωση που ένας βουλευτής ή αιρετός εκπρόσωπος της τοπικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης λαμβάνει δύο συντάξεις, η κρατική του σύνταξη μειώνεται κατά 20%. Εάν το εν λόγω πρόσωπο είναι δικαιούχος τριών συντάξεων, η κρατική σύνταξη υπόκειται σε μείωση 30%.
Από το 1997 στην Αυστρία δεν ισχύει ειδικό συνταξιοδοτικό καθεστώς για τους πολιτικούς. Οι δημόσιοι αξιωματούχοι υποχρεούνται να καταβάλλουν εισφορές στο γενικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης κατά τη διάρκεια της θητείας τους. Παράλληλα, καλύπτονται από το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης σύμφωνα με την επαγγελματική τους ιδιότητα.
Στη Γαλλία, δεν επιτρέπεται η καταβολή πολλαπλών συντάξεων σε εν ενεργεία κρατικό αξιωματούχο πέραν της αντιμισθίας του. Όσοι αξιωματούχοι έχουν συνεισφέρει σε διάφορα συνταξιοδοτικά ταμεία κατά τη διάρκεια του προηγούμενου εργασιακού τους βίου, δικαιούνται να λάβουν τις ανάλογες συντάξεις, αυτές προκύπτουν από τις εισφορές που έχει καταβάλει σε διαφορετικά συνταξιοδοτικά συστήματα (δημόσιου και/ή ιδιωτικού τομέα) πριν από την ανάληψη του αξιώματός τους. Κάθε συνταξιοδοτικό ταμείο καταβάλλει τη σύνταξη σύμφωνα με τη μεθοδολογία υπολογισμού του. Το συνολικό ποσό της σύνταξης προκύπτει από το άθροισμα των επιμέρους συντάξεων.
Στην Εσθονία, οι ειδικές συντάξεις (π.χ. για πρώην μέλη του Κοινοβουλίου ή δικαστές) δεν καταβάλλονται κατά τη διάρκεια που ο αξιωματούχος υπηρετεί στο αντίστοιχο επάγγελμα ή θέση. Οι βουλευτές που υπηρέτησαν πριν από το 2003 μπορούν να λάβουν κοινοβουλευτική σύνταξη, όταν φτάσουν το γενικό όριο ηλικίας συνταξιοδότησης, αλλά όχι ενώ βρίσκονται εν ενεργεία.
Σημειώνεται ότι την ετοιμασία του σημειώματος από τη Βουλή, ζήτησε ο βουλευτής Σταύρος Παπαδούρης.






