Η παράνομη κτηματομεσιτεία αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα στην κυπριακή αγορά ακινήτων. Με την αγορά να κινείται ανοδικά είναι σημαντικό αγοραστές και πωλητές να λαμβάνουν τις κατάλληλες συμβουλές από τους κατάλληλους επαγγελματίες και το κράτος να αποκομίζει τα ανάλογα έσοδα από τις συναλλαγές. Ωστόσο, η διαχείρισή του προκαλεί και αντιπαραθέσεις εντός του κλάδου.
Ο νέος πρόεδρος του Συνδέσμου Κτηματομεσιτών Επιχειρηματιών Κύπρου (ΣΚΕΚ) Χρίστος Νικολάου, μιλώντας στον «Π» εκτιμά ότι το 40% των πράξεων είναι παράνομες και επιρρίπτει ευθύνες στο Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών (ΣΕΚ) το οποίο εγκαλεί για αδυναμία άσκησης του ρόλου του και είναι ιδιαίτερα έντονος στην κριτική του.
«Δυστυχώς, το ΣΕΚ δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς της ύπαρξής του, αφού δεν κατάφερε να καταστείλει ή έστω να μειώσει την παράνομη κτηματομεσιτεία που είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο κλάδος και συνεχίζει να μεγαλώνει», λέει ο κ. Νικολάου.
Το συμβούλιο, με τοποθέτησή του στον «Π» απορρίπτει την προσέγγιση του Συνδέσμου Κτηματομεσιτών Επιχειρηματιών Κύπρου. Από τα στοιχεία, πάντως, που παρείχε το ΣΕΚ στον «Π» για τη δραστηριότητά του προκύπτει ότι το πρόβλημα της παράνομης κτηματομεσιτείας είναι έντονο. Τη διετία 2022-2023 το Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών έχει καταχωρίσει συνολικά γύρω στις 627 ποινικές υποθέσεις και δικάστηκαν και καταδικάστηκαν, για παράνομη κτηματομεσιτεία, 40 νομικά και 90 φυσικά πρόσωπα, τα οποία εμπλέκονταν σε 90 υποθέσεις, ενώ δεκάδες άλλες υποθέσεις εκκρεμούν προς εκδίκαση.
Το πρόβλημα
Ο κ. Νικολάου εξηγεί ότι η παράνομη κτηματομεσιτεία ασκεί μεγάλη πίεση στους αδειούχους και εγγεγραμμένους κτηματομεσίτες και επιφέρει απώλεια σημαντικών εσόδων για το κράτος.
«Οι αδειούχοι κτηματομεσίτες», αναφέρει, «για να λειτουργήσουν χρειάζεται να ενοικιάσουν ή να αγοράσουν υποστατικά, να τα επιπλώσουν με σημαντικό κόστος, εργοδοτούν γραφειακό προσωπικό και βοηθούς κτηματομεσίτες, διαφημίζουν με μεγάλο κόστος, αγοράζουν ηλεκτρονικούς υπολογιστές και άλλο εξοπλισμό, πληρώνουν προγραμματιστές για τη δημιουργία λογισμικών προγραμμάτων και ένα σωρό άλλα λειτουργικά έξοδα. Από την άλλη οι παράνομοι κτηματομεσίτες δεν έχουν κανένα από τα πιο πάνω έξοδα και ούτε την έγνοια διαχείρισης της επιχείρησής τους, ούτε το άγχος κάλυψης του υψηλού κόστους επένδυσης. Μοναδική τους έγνοια είναι η εξεύρεση πωλητών και αγοραστών στους οποίους θα προτείνουν μάλιστα να τους πληρώσουν πιο χαμηλή προμήθεια, χωρίς έκδοση τιμολογίου, χωρίς την πληρωμή ΦΠΑ και χωρίς να δείξουν τη συμμετοχή τους στην πώληση. Λόγω αυτής της κατάστασης οι αδειούχοι και εγγεγραμμένοι κτηματομεσίτες χάνουν σημαντικές προμήθειες και προσπαθούν με διάφορους τρόπους να επιβιώσουν στο δύσκολο περιβάλλον που επικρατεί».
Ο κ. Νικολάου βάζει στο κάδρο των ευθυνών και τους συναλλασσόμενους.
«Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι οι αδειούχοι και νόμιμοι κτηματομεσίτες, που έχουν τεράστια έξοδα, να χάνουν εισοδήματα, το κράτος να χάνει σημαντικές φορολογίες και να ωφελούνται οι κλέφτες: ο κλέφτης και παράνομος «κτηματομεσίτης», ο κλέφτης πωλητής και ο κλεπταποδόχος αγοραστής ο οποίος εν γνώσει του συγκαλύπτει τους άλλους δύο», υπογραμμίζει.
Η παράνομη κτηματομεσιτεία πέραν της πρόκλησης απώλειας εσόδων για τους νόμιμους επαγγελματίες και το κράτος προκαλεί ευρύτερα προβλήματα στη λειτουργία του κλάδου.
«Οι νόμιμοι κτηματομεσίτες που έχουν τεράστιο κόστος λειτουργίας της επιχείρησής τους δεν βρίσκουν εύκολα βοηθούς, διότι οι περισσότεροι προτιμούν την παράνομη κτηματομεσιτεία, τους συμφέρει, αφού δεν έχουν να πληρώνουν τίποτα σε κανέναν», εξηγεί ο κ. Νικολάου. «Έστω και εάν ο κτηματομεσίτης τους δώσει έναν καλό βασικό μισθό €1.500-€2.500 πλέον ποσοστό ως προμήθεια/φιλοδώρημα από τη συμμετοχή στην εξυπηρέτηση των πελατών του γραφείου, προτιμούν την παράνομη κτηματομεσιτεία με την οποία, τα παίρνουν όλα δικά τους, δεν πληρώνουν φόρους, δεν δηλώνουν τίποτα και μερικοί είναι και δηλωμένοι άνεργοι και λαμβάνουν και ΕΕΕ».
Δεν αποτρέπουν οι ποινές
Για τον πρόεδρο του Συνδέσμου Κτηματομεσιτών Επιχειρηματιών Κύπρου μέρος του προβλήματος είναι το Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών καθώς και η μη επιβολή αυστηρών ποινών. Ο κ. Νικολάου εισηγείται τροποποίηση της νομοθεσίας και αυστηροποίηση των ποινών με τον σύνδεσμο να ετοιμάζει σχετικό τροποποιητικό νομοσχέδιο. Στο σημείο αυτό, δηλαδή ότι οι ποινές που επιβάλλονται δεν λειτουργούν αποτρεπτικά, ΣΚΕΚ και ΣΕΚ συμφωνούν.
Το ΣΕΚ αρχικά αναφέρει στον «Π» ότι δεν συντρέχουν λόγοι για αυστηροποίηση της νομοθεσίας, η οποία προβλέπει για κάθε αδίκημα πρόστιμο έως €3.500 ή/και ποινή φυλάκισης έως 12 μήνες στους παράνομους.
«Το πρόβλημα όπως έχει επισημάνει πολλές φορές το συμβούλιο, με κάθε σεβασμό στη δικαιοσύνη, είναι οι ποινές που βλέπουμε συνήθως να επιβάλλονται στους καταδικασθέντες, οι οποίες περιορίζονται κατά μέσο όρο μεταξύ €150 και €200. Παρατηρούμε ότι υπάρχει μια τάση να αντιμετωπίζονται αυτές οι υποθέσεις ως υποδεέστερες έναντι άλλων. Επειδή όμως τα κέρδη που αποκομίζουν οι παράνομοι είναι τεράστια, μετά την επιβολή της ποινής συνεχίζουν να παρανομούν. Γι' αυτό και σε πολλές περιπτώσεις μετά από λίγο καιρό οδηγούμε στη δικαιοσύνη τα ίδια πρόσωπα καθώς τα εντοπίζουμε να παρανομούν και πάλι. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους προχωρούμε στη δημοσιοποίηση των ονομάτων φυσικών και νομικών προσώπων που έχουν καταδικαστεί».
Ο σύνδεσμος των επιχειρηματιών κτηματομεσιτών καλεί το ΣΕΚ να οργανώσει και να στελεχώσει κατάλληλα το αρμόδιο τμήμα του, που έχει την ευθύνη του ελέγχου και της καταπολέμησης των παράνομων που ασκούν κτηματομεσιτικές πράξεις. «Εμείς ως σύνδεσμος έχουμε προτάσεις για επίλυση του σοβαρού αυτού προβλήματος αλλά λόγω έλλειψης επικοινωνίας με το ΣΕΚ, δεν μπορούμε να συζητήσουμε τις προτάσεις μας μαζί τους για να βοηθήσουμε», σημειώνει ο κ. Νικολάου.
«Φαίνεται ότι ο πρόεδρος του ΣΚΕΚ αγνοεί μια σειρά από στοχευμένες δράσεις του συμβουλίου, οι οποίες στρέφονται τόσο προς την κατεύθυνση της ενημέρωσης του κοινού μέσω των ΜΜΕ ώστε να μην πέφτει θύμα των παράνομων, όσο και προς την κατεύθυνση της πάταξης της παρανομίας», αναφέρει ο ΣΕΚ στον «Π». «Οι αριθμοί, όπως αυτοί δημοσιοποιούνται κάθε χρόνο από το συμβούλιο, αποτυπώνουν το μέγεθος του προβλήματος, αλλά και τις προσπάθειες του συμβουλίου για την καταπολέμησή του».
Πρόσθετα, το Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών σημειώνει ότι «ενόψει του γεγονότος ότι παράνομοι μπορεί να ενεργούν και ως σφετεριστές ελληνοκυπριακών περιουσιών στα κατεχόμενα το συμβούλιο αξιολογεί κάθε πληροφορία που τίθεται ενώπιόν του. Πρόσφατα, κατόπιν καταγγελιών που έλαβε, το συμβούλιο έχει ενημερώσει την Αστυνομία για περίπτωση γραφείου, το οποίο εμφανίζεται να δραστηριοποιείται με την ίδια επωνυμία στις ελεύθερες περιοχές και στα κατεχόμενα. Αναμένουμε ενημέρωση από την Αστυνομία και αναλόγως θα ενεργήσουμε».
Ο έλεγχος
Το χάσμα, πάντως, μεταξύ κτηματομεσιτών και του συμβουλίου, είναι μεγάλο. Ο ΣΚΕΚ ζητεί αλλαγή της νομοθεσίας και σε ό,τι αφορά τον ορισμό του συμβουλίου και υποστηρίζει ότι το ΣΕΚ έχει μετατραπεί «σε έναν ανεξέλεγκτο οργανισμό με υπερεξουσίες που του δίνει τη δυνατότητα να κάνει ό,τι θέλει χωρίς να λαμβάνει υπόψη το Υπουργείο Εσωτερικών ή κάποια άλλη κυβερνητική αρχή».
Ο κ. Νικολάου θεωρεί «σημαντική αδυναμία της ισχύουσας νομοθεσίας την έλλειψη δυνατότητας από το Υπουργείο Εσωτερικών (στο οποίο υπάγεται το ΣΕΚ), να ελέγχει το ΣΕΚ και να εξασκεί πολιτική με γνώμονα τη χρηστή άσκηση εξουσίας και διαχείριση των σημαντικών οικονομικών πόρων του ΣΕΚ. Το πρόβλημα πηγάζει από το γεγονός ότι κατά την τροποποίηση της νομοθεσίας το 2017, κακώς αφαιρέθηκε η πρόνοια, για εξουσία του υπουργού Εσωτερικών να διορίζει και να παύει τον πρόεδρο του ΣΕΚ, ο οποίος με βάση την προηγούμενη νομοθεσία προσδιοριζόταν να είναι κτηματομεσίτης εγνωσμένου κύρους». Επίσης, κάνει γνωστό ότι θα καλέσει τον Γενικό Ελεγκτή να προχωρήσει σε έλεγχο του ΣΕΚ δίνοντάς του συγκεκριμένες πληροφορίες για έλεγχο.
Το ΣΕΚ απορρίπτει τα περί υπερεξουσιών και αναφέρει στον «Π»: «Στο διοικητικό συμβούλιο του Συμβουλίου Εγγραφής Κτηματομεσιτών συμμετέχουν, υπό την ιδιότητα των μελών εκπρόσωποι του Υπουργείου Εσωτερικών, του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως. Γίνεται αντιληπτό ότι στις συνεδριάσεις του συμβουλίου υπάρχει εκπροσώπηση του ίδιου του Υπουργείου Εσωτερικών και των αρμόδιων τμημάτων, που επίσης υπάγονται στο Υπουργείο Εσωτερικών. Επιπλέον, το συμβούλιο σε συνεργασία με τα αρμόδια τμήματα πραγματοποιεί σεμινάρια επιμόρφωσης των αδειούχων κτηματομεσιτών. Είναι τουλάχιστον προσβολή προς αυτούς τους αξιωματούχους οι αναφορές του κ. Νικολάου».
Σε ό,τι αφορά τη διενέργεια ελέγχου από την Ελεγκτική Υπηρεσία, το ΣΕΚ σημειώνει ότι «το συμβούλιο δεν λαμβάνει κρατικές χορηγίες, ούτε έχει οποιαδήποτε έσοδα από το κράτος. Παρά ταύτα είναι στη διάθεση του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας».







