Η αναβάθμιση της Κυπριακής Δημοκρατίας σε επενδυτική βαθμίδα από τον οίκο Moody's (o μόνος από τους τέσσερις κύριους οίκους που διατηρούσε στα «σκουπίδια» την Κύπρο), η περαιτέρω αναβάθμιση από τον οίκο DBRS και η αναβάθμιση των δύο συστημικών τραπεζών, Τράπεζα Κύπρου και Ελληνική Τράπεζα σε επενδυτική βαθμίδα, αποτέλεσαν την περασμένη εβδομάδα εξελίξεις θετικές για τις προοπτικές της χώρας. Αν και εν μέσω πληθωριστικών πιέσεων και αυξημένου κόστους δανεισμού, οι αναβαθμίσεις μπορεί να μην έχουν απτό αντίκτυπο στην καθημερινότητα νοικοκυριών και επιχειρήσεων, ωστόσο χωρίς «καλά νούμερα» και καλές αξιολογήσεις δεν μπορούμε να προσβλέπουμε σε καλύτερες ημέρες.
Γι' αυτό και είναι σημαντικό να διατηρούμε εκείνες τις συνθήκες που δεν θα οδηγήσουν σε πισωγύρισμα. Οι ισχυρές πιέσεις που δέχονται οι αγορές ομολόγων (καθώς οι δηλώσεις κεντρικών τραπεζιτών δείχνουν προς μια παρατεταμένη περίοδο υψηλών επιτοκίων) καθιστούν ακόμη πιο επιτακτικό για μια μικρή οικονομία με υψηλές ανάγκες αναχρηματοδότησης του χρέους της τα επόμενα χρόνια, όπως η Κύπρος, να διαφυλάξει την ποιότητα των δημόσιων οικονομικών και την ευρωστία του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Οι περαιτέρω αναβαθμίσεις της κυπριακής οικονομίας είναι απαραίτητες για να υποχωρήσει το κόστος δανεισμού διαφορετικά η αποπληρωμή του μνημονιακού δανείου των 6,5 δισ. από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας θα οδηγήσει σε αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους.
Οι οίκοι αξιολόγησης στις εκθέσεις τους καταγράφουν τη σημαντική πρόοδο της κυπριακής οικονομίας από το 2013, αλλά ταυτόχρονα καθιστούν σαφές τι πρέπει να αποφύγουμε.
«Οι σταθερές προοπτικές εξισορροπούν τις θετικές πιστωτικές τάσεις έναντι των προκλήσεων που σχετίζονται με την αποτελεσματική εφαρμογή του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, το τραπεζικό σύστημα και τους κλιματικούς κινδύνους», τονίζει ο οίκος Moody's εξηγώντας γιατί οι προοπτικές της αξιολόγησης έχουν αλλάξει σε σταθερές, από θετικές. Η αλλαγή αυτή σημαίνει ότι αργεί η επόμενη αναβάθμιση και θα εξαρτηθεί από τη «διαγωγή» της κυπριακής οικονομίας. Εν ολίγοις θα εξαρτηθεί από το αν θα υπάρξει συνέχεια στην ασκούμενη οικονομική πολιτική.
Στο πρώτο πλάνο οι εκποιήσεις
Από όσα θα μπορούσαν να πάνε λάθος, η διατήρηση της σταθερότητας του θεσμικού πλαισίου για τις εκποιήσεις, είναι το πιο άμεσο προς διαχείριση ζήτημα που εγείρεται. Η αλλαγή του πλαισίου θεωρείται ένα γεγονός που θα οδηγήσει σε επιβράδυνση τη μείωση των ΜΕΔ. Αυτό θα έχει αντίκτυπο και στα δημόσια οικονομικά λόγω της χειρότερης απόδοσης της ΚΕΔΙΠΕΣ, η οποία μέχρι στιγμής έχει καταβάλει στο κράτος 1 δισ. ευρώ.
«Εναπομείναντες κίνδυνοι που σχετίζονται με το τραπεζικό σύστημα θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τη θετική οικονομική και δημοσιονομική δυναμική», αναφέρει ο οίκος Moody's. Σε άλλο σημείο της πρόσφατης αξιολόγησής του τονίζει:
«Η περαιτέρω μείωση της έκθεσης του κράτους σε κινδύνους του τραπεζικού τομέα, μέσω της συνεχιζόμενης, διαρκούς απομόχλευσης του τραπεζικού τομέα σε συνδυασμό με την περαιτέρω βελτίωση της εσωτερικής ισχύος των κυπριακών τραπεζών θα ήταν επίσης θετική για την πιστοληπτική ικανότητα. Μια σημαντική αύξηση των κινδύνων του τραπεζικού τομέα θα ήταν αρνητική για την πιστοληπτική ικανότητα».
Πιο ξεκάθαρος και πιο αναλυτικός για το ζήτημα των εκποιήσεων είναι ο οίκος DBRS:
Οι αξιολογήσεις, αναφέρει, θα μπορούσαν να υποβαθμιστούν εάν συμβεί ένα ή ένας συνδυασμός των ακόλουθων:
(1) σημαντική επιδείνωση της πορείας του δημόσιου χρέους, ενδεχομένως λόγω παρατεταμένης περιόδου ασθενούς ανάπτυξης, αυξανόμενων δημοσιονομικών πιέσεων ή υλοποίησης μεγάλων ενδεχόμενων υποχρεώσεων,
(2) σημαντική αντιστροφή της πτωτικής πορείας του αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων στον τραπεζικό τομέα.
Σε ό,τι αφορά τις τράπεζες εξηγεί:
«Οι κίνδυνοι για την ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών μειώθηκαν σημαντικά τα τελευταία χρόνια, αλλά εξακολουθούν να είναι υψηλότεροι από ό,τι στις περισσότερες άλλες χώρες της ΕΕ. Η χρηματοπιστωτική σταθερότητα υποστηρίζεται από την ισχυρή κεφαλαιοποίηση του τραπεζικού τομέα και τα πολύ μεγάλα αποθέματα ρευστότητας. Ταυτόχρονα, το κληροδοτημένο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) στο τραπεζικό σύστημα από την κρίση του 2012-2013 παραμένει μια πιστωτική αδυναμία. Αν και ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων έχει μειωθεί αισθητά από 46,4% τον Δεκέμβριο του 2016 σε 8,7% τον Ιούνιο του 2023 κυρίως λόγω των πωλήσεων και διαγραφών προβληματικών δανείων, εξακολουθεί να είναι σημαντικά υψηλότερος από ό,τι στις περισσότερες άλλες οικονομίες της ζώνης του ευρώ. Ο μέσος δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων των οικονομιών της ζώνης του ευρώ διαμορφώθηκε σε 2,5% τον Μάρτιο του 2023. Κατά την άποψη της DBRS Morningstar, η αποφυγή μιας νέας αναστολής του πλαισίου αναγκαστικής εκτέλεσης θα στηρίξει την επίλυση των εναπομεινάντων μη εξυπηρετούμενων δανείων».
Ο καναδικός οίκος λίγες ημέρες πριν την εκπνοή της νέας εθελοντικής αναστολής των εκποιήσεων θέτει με καθαρό τρόπο τι δεν πρέπει να γίνει και προειδοποιεί ευθέως ότι μια σημαντική επιβράδυνση στη μείωση των ΜΕΔ θα οδηγήσει την Κύπρο σε τροχιά υποβαθμίσεων.







