Σύνδεση εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας

ΤΑΣΟΣ ΓΙΑΣΕΜΙΔΗΣ

Header Image

Η αναντιστοιχία δεξιοτήτων δεν αποτελεί έναν τεχνικό όρο των οικονομολόγων. Είναι μια πραγματικότητα που βιώνει καθημερινά κάθε επιχείρηση που αναζητά προσωπικό και κάθε νέος που αποφοιτά με πτυχίο, το οποίο δεν βρίσκει αντίκρισμα στην αγορά

Η σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας δεν αποτελεί πλέον θεωρητικό ζήτημα εκπαιδευτικής πολιτικής, αλλά κρίσιμο παράγοντα ανταγωνιστικότητας, κοινωνικής συνοχής και μακροπρόθεσμης οικονομικής βιωσιμότητας. Σε μια εποχή όπου η τεχνολογική αλλαγή, η αυτοματοποίηση και η Τεχνητή Νοημοσύνη αναδιαμορφώνουν με ταχύτατο ρυθμό το περιεχόμενο σχεδόν κάθε επαγγέλματος, η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που διδάσκεται στις σχολικές αίθουσες και τα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα και σε αυτό που πραγματικά ζητούν οι επιχειρήσεις διευρύνεται επικίνδυνα. Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο που παρατηρείται σε πολλές οικονομίες, συμπεριλαμβανομένης της κυπριακής: να συνυπάρχουν υψηλά ποσοστά ανεργίας αποφοίτων με χιλιάδες κενές θέσεις εργασίας που οι επιχειρήσεις αδυνατούν να καλύψουν.

Η αναντιστοιχία δεξιοτήτων, γνωστή διεθνώς ως skills mismatch, δεν αποτελεί έναν τεχνικό όρο των οικονομολόγων. Είναι μια πραγματικότητα που βιώνει καθημερινά κάθε επιχείρηση που αναζητά προσωπικό και κάθε νέος που αποφοιτά με πτυχίο, το οποίο δεν βρίσκει αντίκρισμα στην αγορά. Το κόστος αυτής της αναντιστοιχίας είναι πολυδιάστατο: για το κράτος σημαίνει χαμένη παραγωγικότητα και αυξημένη δαπάνη σε επιδόματα ανεργίας, για τις επιχειρήσεις σημαίνει καθυστερήσεις σε προσλήψεις και επενδύσεις σε επανεκπαίδευση προσωπικού που θα έπρεπε ήδη να είναι έτοιμο, και για το ίδιο το άτομο σημαίνει απογοήτευση, απαξίωση των σπουδών του και, συχνά, μετανάστευση προς αγορές που προσφέρουν καλύτερη αντιστοίχιση προσόντων και ζήτησης.

Η περίπτωση της Κύπρου προσφέρει ένα ενδιαφέρον, αν και εν μέρει αντιφατικό, στιγμιότυπο. Από τη μία πλευρά, η γενική εικόνα της αγοράς εργασίας είναι θετική. Η ανεργία στο σύνολο του πληθυσμού έχει υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, με την Κύπρο να κατατάσσεται ανάμεσα στις χώρες με τη χαμηλότερη ανεργία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ το ποσοστό απασχόλησης για τον ενεργό πληθυσμό παραμένει ιδιαίτερα υψηλό.

Οι επίσημες αναλύσεις της κυπριακής αγοράς εργασίας εντοπίζουν συγκεκριμένες διαρθρωτικές αδυναμίες που τροφοδοτούν το φαινόμενο. Καταγράφεται καθυστερημένη ενεργοποίηση των νέων που δεν εγγράφονται έγκαιρα στις δημόσιες υπηρεσίες απασχόλησης, έντονη εποχικότητα σε κλάδους όπως ο τουρισμός και οι υπηρεσίες, περιορισμένη πρόσβαση νέων από αγροτικές περιοχές σε υπηρεσίες επαγγελματικού προσανατολισμού, και ανεπαρκής παρακολούθηση της πορείας των νέων μετά τη συμμετοχή τους σε προγράμματα κατάρτισης. Παράλληλα, μελέτες της αγοράς εργασίας επισημαίνουν ότι η σταθερά χαμηλή ανεργία σε συνδυασμό με τη μεταβολή στη σύνθεση του εργατικού δυναμικού αποτελεί ένδειξη πιθανής επιδείνωσης της αναντιστοιχίας δεξιοτήτων, καθώς οι επιχειρήσεις στρέφονται όλο και περισσότερο σε εργατικό δυναμικό τρίτων χωρών για να καλύψουν θέσεις που δεν καλύπτονται από ντόπιο προσωπικό με τα κατάλληλα προσόντα.

Το ζήτημα δεν περιορίζεται στην τεχνική ή επαγγελματική εκπαίδευση. Αφορά εξίσου την τριτοβάθμια εκπαίδευση, όπου η επιλογή κλάδων σπουδών συχνά καθορίζεται από κοινωνική αντίληψη κύρους παρά από πραγματική ζήτηση της αγοράς. Η Κύπρος εξακολουθεί να παράγει δυσανάλογα μεγάλο αριθμό αποφοίτων σε ορισμένους παραδοσιακούς κλάδους, ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζει έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού σε τομείς όπως η πληροφορική, η μηχανική, οι κατασκευές, η ενέργεια και οι εφαρμοσμένες τεχνικές ειδικότητες. Το φαινόμενο αυτό επιδεινώνεται από την ταχύτητα με την οποία η Τεχνητή Νοημοσύνη μεταβάλλει τις απαιτούμενες δεξιότητες σε σχεδόν κάθε κλάδο, καθιστώντας την αναβάθμιση δεξιοτήτων και την επανεκπαίδευση όχι προαιρετική επιλογή αλλά διαρκή αναγκαιότητα για κάθε επαγγελματία που θέλει να παραμείνει ανταγωνιστικός.

Στην Κύπρο, ενθαρρυντικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση αποτελούν η λειτουργία των Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης και οι προσπάθειες ενίσχυσης της μαθητείας μέσω της Αρχής Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού, καθώς και προγράμματα σύνδεσης πανεπιστημίων με τον ιδιωτικό τομέα μέσω πρακτικής άσκησης. Ωστόσο, η κλίμακα και η συστηματικότητα αυτών των πρωτοβουλιών παραμένουν περιορισμένες σε σχέση με το μέγεθος του προβλήματος. Απαιτείται ουσιαστικότερη εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα στον σχεδιασμό προγραμμάτων σπουδών, ενίσχυση της μαθητείας ως θεσμού με κύρος αντίστοιχο της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης, συστηματική χαρτογράφηση των αναγκών της αγοράς ανά κλάδο και περιφέρεια, καθώς και δημιουργία μηχανισμών έγκαιρης προειδοποίησης που θα επιτρέπουν στα εκπαιδευτικά ιδρύματα να προσαρμόζουν τα προγράμματά τους πριν η αναντιστοιχία εδραιωθεί.

Η ψηφιοποίηση της ίδιας της διαδικασίας αντιστοίχισης προσφοράς και ζήτησης εργασίας αποτελεί επίσης πεδίο όπου η Κύπρος έχει περιθώριο βελτίωσης. Χώρες με πιο ανεπτυγμένα συστήματα labour market intelligence διαθέτουν ψηφιακές πλατφόρμες που συλλέγουν σε πραγματικό χρόνο δεδομένα από αγγελίες εργασίας, καταγράφουν τις πλέον ζητούμενες δεξιότητες ανά κλάδο και περιοχή, και τροφοδοτούν με αυτά τα δεδομένα τόσο τους σχεδιαστές εκπαιδευτικής πολιτικής όσο και τους ίδιους τους φοιτητές κατά την επιλογή κλάδου σπουδών. Μια τέτοια υποδομή δεδομένων, αν αναπτυχθεί σε συνεργασία της Στατιστικής Υπηρεσίας, με το Τμήμα Εργασίας και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πυξίδα για την έγκαιρη αναπροσαρμογή προγραμμάτων σπουδών, αντί η αναντιστοιχία να διαπιστώνεται εκ των υστέρων, όταν πλέον έχουν αποφοιτήσει ολόκληρες γενιές με προσόντα που η αγορά δεν χρειάζεται στον ίδιο βαθμό.

Η διασύνδεση εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας δεν πρέπει να νοείται ως υποταγή της παιδείας σε στενά εργαλειακούς σκοπούς. Η εκπαίδευση διατηρεί αναντικατάστατη αξία ως διαμορφωτής κριτικής σκέψης, ενεργού πολιτότητας και προσωπικής ολοκλήρωσης. Ωστόσο, μια εκπαιδευτική πολιτική που αγνοεί συστηματικά τα σήματα της αγοράς εργασίας αδικεί τελικά τους ίδιους τους αποφοίτους, οδηγώντας τους σε ανεργία, υποαπασχόληση ή αναγκαστική μετανάστευση.

Η πρόκληση για την Κύπρο, όπως και για κάθε μικρή ανοικτή οικονομία, είναι να χτίσει έναν εκπαιδευτικό μηχανισμό αρκετά ευέλικτο ώστε να προσαρμόζεται στις ταχύτατες αλλαγές της τεχνολογίας και της παραγωγής, χωρίς να θυσιάζει τον μακροπρόθεσμο, μορφωτικό χαρακτήρα της παιδείας. Η εμπειρία των χωρών που πέτυχαν αυτή την ισορροπία δείχνει ότι το κλειδί βρίσκεται στη θεσμική συνεργασία: κράτος, εκπαιδευτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις πρέπει να λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία, με συνεχή ροή πληροφορίας για το τι πραγματικά χρειάζεται η οικονομία σήμερα και τι θα χρειαστεί αύριο.

 

ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Λογότυπο Altamira

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.

Διαβάστε περισσότερα