Το τελευταίο «δώρο» του Αμερικανού Προέδρου στους εχθρούς του πλουραλισμού, της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και της ελεύθερης οικονομίας φαίνεται να είναι ο διορισμός, στη θέση του acting Director of National Intelligence, του εργολάβου/επιχειρηματία και νυν επικεφαλής της ομοσπονδιακής υπηρεσίας χρηματοδοτήσεως στέγης, κυρίου Πούλτε. Ο Πούλτε αναλαμβάνει τα νέα του καθήκοντα, παράλληλα με τα υφιστάμενα, μετά την παραίτηση της προηγούμενης επικεφαλής της Εθνικής Διεύθυνσης Ασφάλειας, πρώην στρατιωτικού και μέλους του Κογκρέσου, κ. Γκαπάρτ, που αποχώρησε για λόγους υγείας του συζύγου της, όπως τουλάχιστον ειπώθηκε επίσημα.
O κ. Πούλτε, γι' αυτούς που παρακολουθούν τα τεκταινόμενα στις ΗΠΑ, είναι εγγονός του ιδρυτή του Pulte Group που, ανάμεσα σε άλλα, αποτελεί τον τρίτο μεγαλύτερο εργολάβο οικιών στις ΗΠΑ, αλλά για λόγους που αφορούν τα της εταιρείας, που είναι εισηγμένη στο χρηματιστήριο, δεν συμμετέχει στη διοίκησή της. Τα προφανή κοινά των εργολαβιών και της ανάπτυξης γης που μοιράζονται οι κ.κ. Πούλτε και Τραμπ, καθώς και η καταγωγή του πρώτου από τη Φλόριντα, δεν χρειάζονται περισσότερες εξηγήσεις για να διαμορφώσει κάποιος άποψη για το πώς ένας εργολάβος βρέθηκε επικεφαλής του οργάνου που συντονίζει τις 18 υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ (sic).
Βέβαια, είναι γνωστό ότι η Εθνική Διεύθυνση Πληροφοριών δεν έχει τις δυνατότητες και την ισχύ των επικεφαλής των επιμέρους κρατικών υπηρεσιών, όπως της CIA, NSA, κοκ έστω και αν η κυβέρνηση Τραμπ αναβάθμισε τη θέση σε υπουργική. Η σημασία της όμως δεν είναι ευκαταφρόνητη, αφού ο ρόλος της είναι ο συντονισμός και η συνεννόηση μεταξύ των υπηρεσιών πληροφοριών της χώρας, ώστε να αποφευχθούν όσα έγιναν γνωστά ότι προηγήθηκαν της τρομοκρατικής επίθεσης της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, γύρω από τα ζήτημα εσωτερικής λειτουργίας των υπηρεσιών αυτών και των μεταξύ τους σιλό.
Όμως το ζήτημα που προκύπτει με την καταλληλόλητα των ανθρώπων που στελεχώνουν τα διάφορα κρίσιμα για τη διεθνή ασφάλεια πόστα της διακυβέρνησης Τραμπ δεν εξαντλείται στον κ. Πούλτε ή σε άλλους σαν αυτόν, όπως, για παράδειγμα, στον επικεφαλής του FBI κ. Πατέλ. Προεκτείνεται και σε μία σειρά από άλλες νευραλγικές υπηρεσίες που λόγω της υπόστασης και του ρόλου τους δεν περιορίζονται στο στενό πλαίσιο της εσωτερικής διακυβέρνησης. Για παράδειγμα, το ΥΠΕΞ των ΗΠΑ, με βάση σειρά δημοσιευμάτων και ρεπορτάζ, βρίσκεται σε κρίση. Από τις 182 πρεσβείες των ΗΠΑ, μόνο οι 106 έχουν πρέσβη! Αντίστοιχα, την ίδια περίοδο στην προηγούμενη διακυβέρνηση Τραμπ, κενές θέσεις ήταν μόνο 76.
Δεκαεπτά πρεσβείες στην Ευρώπη, πέντε στη Μέση Ανατολή, είκοσι τρεις στην Ασία/Ωκεανία, και σαράντα μία στην Αφρική δεν έχουν ακόμα στελεχωθεί με πρέσβη. Σημαντικές χώρες όπως η Ρωσία, η Βραζιλία, η Αυστραλία, η Αίγυπτος, το Πακιστάν, η Σαουδική Αραβία, το Ιράκ, η Βενεζουέλα, η Κολομβία, η Ινδονησία, αλλά και η Ουκρανία, συνεχίζουν να τυγχάνουν διαχείρισης από επιτετραμμένους, που παρά την ικανότητά τους, δεν δύνανται να εκπροσωπούν τις ΗΠΑ στο επίπεδο που θα μπορούσε να το πράξει ένας διαπιστευμένος πρέσβης.
Εξίσου προβληματικό είναι δε και το γεγονός ότι ενώ παραδοσιακά των 30% των πρέσβεων αποτελείτο από πολιτικούς διορισμούς, τούτοι αφορούσαν συνήθως χώρες «χαμηλής» πολιτικής έντασης. Σήμερα, αφορούν και χώρες με πολύ σοβαρές προκλήσεις, στις οποίες έχουν τοποθετηθεί περσόνες της τηλεόρασης, σοσιαλιτέ, άσχετοι με τις διεθνείς σχέσεις τοπικοί επιχειρηματίες και άλλοι φίλοι και χρηματοδότες του κ. Τραμπ, με ό,τι αυτό σημαίνει για την τεχνοκρατική τους αρτιότητα και τη διπλωματική τους επάρκεια.
Και τούτο καθίσταται ακόμα πιο προβληματικό σήμερα όπου το γεωπολιτικό ρίσκο αποτελεί πρώτο μέλημα του παγκόσμιου συστήματος λόγω και της στάσης και συμπεριφοράς εκείνων των κρατών που υποτίθεται ότι οι ΗΠΑ και η Ευρώπη θεωρούν ως απειλή για τα συμφέροντά τους και τα συμφέροντα του δυτικού κόσμου. Αν προσθέσουμε και το γεγονός ότι κάπου 2.000 διπλωμάτες και άλλα 2.000 στελέχη της «αδελφής», και πλέον καταργηθείσας, υπηρεσίας εξωτερικής βοήθειας, USAID, έχουν υποχρεωθεί σε παραίτηση τότε καθίσταται εμφανής η εικόνα που δημιουργείται γύρω από την ικανότητα της κυβέρνησης Τραμπ, αλλά και των ΗΠΑ εν γένει, να διαχειριστούν τις παγκόσμιες εξελίξεις. Πόσω μάλλον να αντισταθούν επαρκώς στα αυταρχικά και ριζοσπαστικά καθεστώτα που όχι μόνο δεν ανήκουν στο δημοκρατικό τόξο, αλλά απεργάζονται και την αποδυνάμωσή του.
Οπότε το ζήτημα που προκύπτει από όλα αυτά είναι ευρύτερο και ξεπερνά τη σημερινή ιδιότυπη διακυβέρνηση των ΗΠΑ. Ενώ είναι πλήρως σεβαστό το δικαίωμα ενός Προέδρου να διορίζει σε πολιτικές θέσεις εκείνους που ο ίδιος κρίνει ως καταλληλότερους με βάση τα κριτήρια που εκείνος θέτει, εν τούτοις το ζήτημα των κριτηρίων αυτών ενδιαφέρει γενικότερα. Ειδικά το πώς τα «προεδρικά» κριτήρια ισορροπούν μεταξύ της ανάγκης ο διοριζόμενος να απολαμβάνει της εμπιστοσύνης του όποιου Προέδρου, αλλά να έχει και την ικανότητα να εκτελεί το έργο που απαιτεί η κάθε θέση για το καλό της κυβέρνησης, που έλαβε άλλωστε τη λαϊκή εντολή, καθώς και τη δυνατότητα εξυπηρέτησης του εθνικού συμφέροντος που δεν διακρίνει ιδεολογίες, κόμματα, προσωπικές ανασφάλειες και γούστα (sic). Ειδικά όταν το εθνικό συμφέρον δεν αφορά μια χώρα ήσσονος πολιτικής εμβέλειας αλλά τις ΗΠΑ!
Αυτή η εξισορρόπηση μεταξύ προσωπικής προτίμησης, κυβερνητικής ανάγκης και εθνικού συμφέροντος, που ξεπερνά την καριέρα ενός πολιτικού, φαίνεται να αποτελεί εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα για τον κ. Τραμπ, αλλά και για πολλούς Προέδρους την τρέχουσα περίοδο. Ας προσπαθήσουν τουλάχιστον να μην κάνουν άλλα δώρα στους αντιπάλους τους λόγω των ανασφαλειών και των εμμονών τους, επειδή τον λογαριασμό των παραδοξοτήτων των ηγετών μας εμείς τον πληρώνουμε στο τέλος της ημέρας…







