Οι υποκλοπές τηλεφωνικών συνδιαλέξεων στην Κύπρο δεν αποτελούν φαινόμενο των τελευταίων ετών. Αντιθέτως, πρόκειται για μια πρακτική που φαίνεται να έχει βαθιές ρίζες στο παρελθόν και δεν προέκυψε αιφνιδίως με την αποκάλυψη της δράσης του πρώην Ισραηλινού πράκτορα Ταλ Ντίλιαν στη χώρα μας, το 2019.
Όπως προκύπτει από δικαστικές αποφάσεις αλλά και από έκθεση της επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, έχουν καταγραφεί άλλες τρεις σοβαρές υποθέσεις στο παρελθόν που αφορούσαν υποκλοπές τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, συλλογή πληροφοριών και παράνομες ηχογραφήσεις, συνδεδεμένες με αδικήματα διαφθοράς στο Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας (ΣΑΛ), στη Cyta και στην Επιτροπή Διαιτησίας της ΚΟΠ.
Οι κοριοί στο ΣΑΛ
Σύμφωνα με δύο δικαστικές αποφάσεις που εντοπίσαμε του 1990 και του 2001, τα γεγονότα της υπόθεσης εκτυλίχθηκαν ως εξής: Κατόπιν πληροφοριών που τέθηκαν υπόψη του διευθυντή του οργανισμού, και αφορούσαν ενδεχόμενες οικονομικές ατασθαλίες και διαφθορά, έκρινε ότι το υπηρεσιακό του καθήκον και η διασφάλιση των συμφερόντων του οργανισμού επέβαλλαν τη διερεύνηση και αποκάλυψη των εν λόγω παρανομιών. Στο πλαίσιο αυτό, προχώρησε στην παρακολούθηση και καταγραφή σε μαγνητοταινίες των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων που πραγματοποιούνταν μέσω του υπηρεσιακού τηλεφώνου του εκτελεστικού μηχανικού. Η υποκλοπή των τηλεφωνικών επικοινωνιών άρχισε στις 08/05/1989 και τερματίστηκε στις 05/06/1990.
Στις 09/10/1989, ο διευθυντής του ΣΑΛ παρέδωσε στον πρόεδρο του οργανισμού και δήμαρχο Λευκωσίας, Λέλλο Δημητριάδη, εμπιστευτική έκθεση σε σφραγισμένο φάκελο, η οποία αφορούσε τα έργα που εκτελούνταν για λογαριασμό του ΣΑΛ από εργολάβους. Στις 25/01/1990, το δ.σ. του ΣΑΛ αποφάσισε τη σύσταση ειδικής ερευνητικής επιτροπής με αντικείμενο την εξέταση του ζητήματος: «Ζημιές του ΣΑΛ λόγω μη έγκαιρης εκτέλεσης και παράδοσης έργων αποχετεύσεων από συγκεκριμένους εργολάβους». Ακολούθως, στις 09/04/1990, ο διευθυντής του ΣΑΛ αποκάλυψε στα μέλη της εν λόγω επιτροπής την ύπαρξη μαγνητοταινιών που περιείχαν καταγεγραμμένες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις από το υπηρεσιακό τηλέφωνο του εκτελεστικού μηχανικού. Όλες οι μαγνητοταινίες που είχαν ληφθεί από τον διευθυντή τοποθετήθηκαν σε σφραγισμένους φακέλους και φυλάχθηκαν στο χρηματοκιβώτιο του ΣΑΛ.
Οι δύο έρευνες
Ο νομικός σύμβουλος του ΣΑΛ διατύπωσε την άποψη ότι δεν είχε διαπραχθεί ποινικό αδίκημα από τις παρακολουθήσεις. Αντιθέτως, ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, Λουκής Λουκαΐδης, υπέδειξε ότι στοιχειοθετείται ποινικό αδίκημα, το οποίο εδράζεται τόσο σε διατάξεις του Συντάγματος όσο και στο άρθρο 136 του Ποινικού Κώδικα. Με επιστολή του προς το δ.σ. του ΣΑΛ, ημερομηνίας 18/06/1990, ενημέρωσε ότι έδωσε οδηγίες στον αρχηγό της Αστυνομίας για τη διενέργεια ποινικής έρευνας. Παράλληλα, ξεκίνησε και δεύτερη έρευνα από την Ελεγκτική Υπηρεσία με αντικείμενο την εξέταση της εκτέλεσης των έργων του ΣΑΛ. Η κατάληξη της πολύκροτης αυτής υπόθεσης ήταν η ποινική δίωξη του διευθυντή του ΣΑΛ για τα αδικήματα της παράνομης παρακολούθησης και της υποκλοπής τηλεφωνικών συνδιαλέξεων.
Πλήρωσε αποζημιώσεις
Εννέα χρόνια μετά τα πιο πάνω γεγονότα, τελεσιδίκησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας η αστική αγωγή που καταχώρισε ο εκτελεστικός μηχανικός του ΣΑΛ, αξιώνοντας την καταβολή αποζημιώσεων για την υποκλοπή των τηλεφωνικών του συνδιαλέξεων. Στις 16/07/1999, το δικαστήριο επιδίκασε υπέρ του αποζημιώσεις ύψους 5.000 λιρών. Η υπόθεση έφτασε έως την ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με τον πρώην πλέον διευθυντή του ΣΑΛ να προσπαθεί να ακυρώσει την πρωτόδικη απόφαση, σύμφωνα με την οποία κλήθηκε να καταβάλει 5.000 λίρες στον πρώην υφιστάμενό του.Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που εκδόθηκε στις 08/05/2001 ήταν ομόφωνη: Το ποσό των 5.000 λιρών συνιστά δικαία αποζημίωση για την παρακολούθηση και την υποκλοπή των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων του παραπονουμένου.
Η Cyta και ο ντετέκτιβ
Εντοπίσαμε δημοσιεύματα από το 2009, τα οποία αναφέρονταν σε σκάνδαλο υποκλοπής τηλεπικοινωνιακών δεδομένων. Συνελήφθη υπάλληλος της Cyta, η οποία παρακολουθούσε, υπέκλεπτε και πωλούσε δεδομένα κινητής τηλεφωνίας σε ιδιωτικό ντετέκτιβ (πρώην αστυνομικό), ο οποίος στη συνέχεια τα χρησιμοποιούσε στο πλαίσιο των υποθέσεων που αναλάμβανε.
Η υπόθεση περιήλθε εις γνώσιν της Cyta όταν ένας πελάτης, κρατώντας κατάλογο με τηλεφωνικά του δεδομένα, ζήτησε εξηγήσεις από υπαλλήλους του οργανισμού. Το γεγονός προκάλεσε υποψίες, καθώς τα συγκεκριμένα προσωπικά δεδομένα ήταν απόρρητα και μόνο κάποιος εκ των έσω θα μπορούσε να τα είχε εξασφαλίσει. Σε κατάθεσή του στην Αστυνομία, ο πελάτης παραδέχθηκε ότι είχε αγοράσει τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα. Οι έρευνες εντός της Cyta οδήγησαν στην υπάλληλο. Όπως διαπιστώθηκε, παρακολουθούσε, πραγματοποιούσε παρεμβάσεις και υπέκλεπτε πληροφορίες από τηλεφωνικές κλήσεις κινητής τηλεφωνίας.
Στις 20/10/2017, η επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, Ειρήνη Λοϊζίδου Νικολαΐδου, εξέδωσε ανακοίνωση, ενημερώνοντας ότι: «Με αφορμή την πληθώρα δημοσιευμάτων στον ημερήσιο έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο από τις 12 έως τις 18/08/2017, τα οποία ενέπλεκαν τη Cyta σε σκάνδαλο διαρροής προσωπικών δεδομένων, σκάνδαλο που, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, είχε αρχίσει να αναδεικνύεται από το 2009 χωρίς, ωστόσο, να διεξαχθεί ποινική διερεύνηση της υπόθεσης, αποφάσισα να διερευνήσω το εν λόγω περιστατικό». Μετά τη διερεύνηση της υπόθεσης και αφού έλαβε υπόψη τη θέση της Cyta, τον Νοέμβριο του 2017 η επίτροπος επέβαλε χρηματική ποινή ύψους €10.000 στη Cyta για παράβαση των διατάξεων του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Νόμου.
Ο διαιτητής και τα στημένα
Ενώπιον των δικαστηρίων έφτασε και υπόθεση παράνομης μαγνητοφώνησης ιδιωτικής τηλεφωνικής επικοινωνίας μεταξύ ενός διαιτητή και μέλους της Επιτροπής Διαιτησίας της ΚΟΠ, η οποία έλαβε χώρα κατά την περίοδο 2010–2011. Ο διαιτητής ηχογραφούσε τις συνομιλίες του με μέλος της Επιτροπής, στο πλαίσιο των οποίων ο τελευταίος ζητούσε ευνοϊκή μεταχείριση για ποδοσφαιρικές ομάδες χαμηλότερων κατηγοριών και ομάδες νέων. Η αποκάλυψη και χρήση του περιεχομένου των ηχογραφήσεων έγινε κατά την κατάθεση του διαιτητή στην Αστυνομία στις 24/12/2014, με την οποία κατήγγειλε την παράνομη συμπεριφορά του μέλους της Επιτροπής Διαιτησίας. Ακολούθησε η καταχώριση ποινικής υπόθεσης εναντίον του, όπου ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης με αναστολή.
Λόγω της μη καταχώρισης ποινικής υπόθεσης εναντίον του διαιτητή από την Αστυνομία καθώς ήταν ο βασικός μάρτυρας κατηγορίας, το μέλος της Επιτροπής Διαιτησίας της ΚΟΠ, στις 21/12/2018, προχώρησε με ιδιωτική ποινική δίωξη κατά του διαιτητή, με τις κατηγορίες της υποκλοπής και παρακολούθησης ιδιωτικής επικοινωνίας. Τέσσερα χρόνια μετά, ο διαιτητής καταδικάστηκε απο το Επαρχιακό Δικαστήριο σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών. Στη συνέχεια επιχείρησε να ακυρώσει την καταδίκη του ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το δικαστήριο απέρριψε την έφεσή του, κρίνοντας ότι η ηχογράφηση ιδιωτικής συνομιλίας χωρίς τη συναίνεση του άλλου συνομιλητή συνιστά ποινικό αδίκημα, ακόμη και όταν η καταγραφή πραγματοποιείται από το ίδιο το άτομο που συμμετέχει στη συζήτηση. Συνεπώς, κατά το δικαστήριο, ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα.







