«Είμαι η Κατερίνα και γεννήθηκα στις 3 Ιουλίου 1974. Είχα την ατυχία, όπως και πολλά άλλα παιδιά, να μην γνωρίσω τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου είναι ο Μιχαλάκης Κωνσταντίνου από τη Λάρνακα και ήταν έφεδρος στρατιώτης του 226 Τάγματος Πεζικού το 1974. Κι έμελλε να είναι ένας από τους 1.619 αγνοούμενους της κυπριακής τραγωδίας και της προδοσίας της πατρίδας μας».
Παιδιά συνομήλικα του εγκλήματος σε βάρος της Κύπρου. Παιδιά που γεννήθηκαν μερικά χρόνια ή λίγους μήνες πριν τα γεγονότα του 1974 ή ακόμα και παιδιά που είδαν το πρώτο φως του κόσμου τους και ανεξίτηλα χαράχτηκε στον γενετικό τους κώδικα η λέξη «ορφάνια». Παιδιά που δεν πρόλαβαν να ζήσουν τον πατέρα τους, να δεχθούν το χάδι του, να πάρουν το φιλί του… Πατεράδες που δεν πρόλαβαν να αγκαλιάσουν το παιδί τους, να το καθίσουν στα γόνατα και να παίξουν μαζί του…
Τα παιδιά του πολέμου. Που αντί νανούρισμα, άκουγαν μοιρολόγια. Αντί παραμύθια, άκουγαν θρήνους…
Πώς να προσεγγίσεις ένα, ενήλικο σήμερα, μωρό το 1974 για τα γεγονότα εκείνα; Και πώς να του/της μιλήσεις για προδοσία ή τραγωδία, όταν ξέρει με τον πιο οδυνηρό τρόπο τι σημαίνει προδοσία; Και γνωρίζει το πρόσωπο της τραγωδίας γιατί ζούσε και στο δικό τους σπίτι;
Η Κατερίνα Λαζαρή είναι συνομήλικη με την τραγωδία του τόπου μας. Γεννήθηκε μόλις 12 μέρες πριν το πραξικόπημα και 17 πριν από την εισβολή. Τα γεγονότα του ‘74 βρήκαν τους γονείς της στη Λάρνακα. Η μητέρα της μόλις την είχε φέρει στη ζωή. Και ο πατέρας της να φεύγει, απαντώντας στο κάλεσμα της πατρίδας.
«Μπορεί να μην ήμουν σε ηλικία που να έζησα τον πόλεμο και να θυμάμαι γεγονότα, καταστάσεις και ανθρώπους, αλλά οι ουλές που άφησε το ‘74 στην ψυχή μου είναι και θα είναι πάντα εκεί. Πολύ δύσκολο να μην μπορείς να νιώσεις την ασφάλεια, τη στοργή του πατέρα. Πολύ δύσκολο να μην μπορείς να νιώσεις το όμορφο αυτό συναίσθημα, να φωνάξεις τις λέξεις 'πατέρα', 'παπά μου', και να πάρεις απάντηση. Να βρεις ανταπόκριση».
Τα λόγια της, γεμάτα πίκρα και πόνο. Για το άδικο. Για τη συμφορά. Για την προδοσία. Αφήνουμε την Κατερίνα να αφηγηθεί τη μαρτυρία της. Όπως θυμάται, όπως έζησε και βίωσε τα τραγικά γεγονότα, ως μωρό, ως παιδί και έφηβη κοπελίτσα, ως σύζυγος και μητέρα μετέπειτα.
Μια μάνα, μια ζωή να ελπίζει
«Δύσκολα τα χρόνια που πέρασαν, και μαζί τους πολλές και δύσκολες οι καταστάσεις της ζωής μας. Βράχος πάντα δίπλα μου η μάνα μου, που στάθηκε για μένα μάνα και πατέρας μαζί. Που έδινε τις δικές της μάχες χωρίς σύζυγο, χωρίς γονείς, με ένα βρέφος στα χέρια της.
Μια ζωή να ελπίζει ότι ο Μιχαλάκης της, ο Σιαλής της, όπως τον φώναζαν, θα άνοιγε την πόρτα του σπιτιού μας και θα έμπαινε μέσα. Και μαζί του θα ερχόταν ξανά το χαμόγελο και η ασφάλεια στη ζωή μας.
Τα χρόνια περνούσαν και ο Μιχαλάκης της δεν γύρισε ποτέ… Και δεν ήρθε κοντά μας, στην αγκαλιά μας…
Δύσκολα τα χρόνια που περάσαμε, και μόνο αυτοί που βίωσαν τον χαμό και την ορφάνια μπορούν να το καταλάβουν. Θυμάμαι μία ζωή τη μάνα μου στα μαύρα. Και όσο και αν προσπαθούσε να κρύψει τον πόνο της πίσω από ένα χαμόγελο, αυτή η θλίψη που είχε μέσα της δεν έφευγε ποτέ. Φαινόταν σε κάθε μέρος του προσώπου της».
Αναζητώντας ένα βλέμμα
Από βρέφος, μωρό που αρχίζει να συναναστρέφεται με άλλα μωρά. Κι αργότερα, σχολείο. Πώς βιώνει ένα παιδί καταστάσεις σημαδεμένες με πόνο και θλίψη και δάκρυα;
«Οι πληγές δεν κλείνουν. Πώς μπορούν να κλείσουν άλλωστε. Η απουσία του πατέρα, οδυνηρή. Η έλλειψη της πατρικής στοργής, μεγάλη. Στα πρώτα βήματα της ζωής μου δεν ήταν εκεί… Την πρώτη μέρα στο σχολείο δεν είχα τον πατέρα μου να με κρατά από το χέρι και να με οδηγεί στην αυλή του σχολείου… Στην πρώτη γιορτή δεν ήταν εκεί. Κι εγώ να ψάχνω, να κοιτάζω μήπως και τον δω, μα να μην είναι εκεί. Να με αγκαλιάσει, να μου πει δυο λόγια χαράς και αγάπης, όπως έβλεπα και άκουγα γύρω μου… Στην αποφοίτησή μου από το λύκειο, από το κολέγιο, απών… Στις γιορτές, στα στέφανά μου και στις χαρές του γάμου μου, στον ερχομό των παιδιών μου… Στα όμορφα, στα άσχημα, στη λύπη, στη χαρά, στη ζωή μου ολόκληρη, να αναζητώ ένα βλέμμα. Το δικό του βλέμμα».
Αγνοούμενος...
Από μικρή η λέξη αγνοούμενος υπήρχε στο σπίτι μας, κυριαρχούσε στη ζωή μας. Το μικρό μου μυαλουδάκι τότε δεν μπορούσε να το καταλάβει, να το αντιληφθεί, να συνειδητοποιήσει το νόημα της λέξης. Με το πέρασμα των χρόνων, οι λέξεις αγνοούμενος και έλλειψη έγιναν συνώνυμα. Ίδια η λέξη, ίδιο το νόημα, ίδιο το περιεχόμενο.
Οι στερήσεις πολλές. Και μια ζωή η μάνα μου να δουλεύει δύο δουλειές για να μην μου λείψει τίποτα, ή τουλάχιστον, να μην μου λείψουν τα βασικά.
Και εγώ να ακούω από τη μάνα μου, τη γιαγιά μου, τις θείες μου, να μιλούν για την καλοσύνη που είχε ο πατέρας μου. Να περιγράφουν το πόσο του μοιάζω. Να μιλούν για τη δοτικότητά του, για την προσπάθειά του να είναι πάντα δίπλα σε όλους όσοι τον χρειάζονταν. Καλόκαρδος και αστείος ο παπάς μου. Κι όλοι να έχουν να πουν και να θυμηθούν τα καλύτερα για αυτόν.
Όνειρα διαλυμένα, ζωή σμπαραλιασμένη
«28 Απριλίου 2014. Η ημέρα που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Η μέρα που κτύπησε το τηλέφωνο για να μας πουν πως έφτασε και η δική μας σειρά… Κι έπρεπε να σκορπίσουμε τις έστω και λίγες ελπίδες που τρέφαμε να τον δούμε ζωντανό… Να μάθουμε πως ζει. Έπρεπε να προσγειωθούμε με την αλήθεια που, ενδόμυχα, ξέραμε αλλά δεν θέλαμε να πιστέψουμε. Αρνούμασταν να παραδεχθούμε πως δεν θα ερχόταν ποτέ… Γύρισε όμως ο παπάς μου, ύστερα από 40 χρόνια, σε μία κασιούα… Και μαζί σε αυτό το κουτί, διαλυμένα επέστρεψαν τα όνειρα, η αγάπη, οι ελπίδες μιας ζωής. Θυμάμαι… Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη μέρα που πήγαμε να τον δω, για πρώτη και τελευταία φορά. Να τον δω σε ένα τραπέζι… Κόκκαλα... Να κλαίω και να φωνάζω τη λέξη παπά… Παπά μου… Το είχα τόσο ανάγκη. Εκεί, πάνω σε εκείνο το τραπέζι, να του πω όσα προλάβαινα στον χρόνο που είχα μπροστά μου. Και ήταν πάρα πολλά αυτά που ήθελα να του πω. Πόσο μας έλειπε, πόσο τον είχαμε ανάγκη. Του μίλησα για την ηρωίδα Αννίκα του, την πονεμένη, ταλαιπωρημένη για μια ζωή σύντροφό του και μητέρα μου. Του είπα για τον άντρα μου, για τα εγγόνια μου που δεν τα γνώρισε και δεν τον γνώρισαν, αλλά τον ξέρουν. Και είναι πολύ περήφανα για τον ήρωα παππού τους».
Μέσα στον πόνο της, βρίσκει μια παρηγοριά. Το γεγονός ότι έμαθε για την τύχη του πατέρα της, την κάνει να σκέφτεται πως είναι τυχερή στην ατυχία της. «Βρήκαμε τον άνθρωπό μας και μπορούμε να ανάβουμε ένα καντήλι και να βάζουμε λίγα λουλούδια στον τάφο του. Κάποιες άλλες οικογένειες δεν το έχουν ακόμα ούτε και αυτό. 50 χρόνια από το κακό… 50 χρόνια από τον εφιάλτη που έσκισε τις καρδιές μας, έσβησε χαμόγελα και διέλυσε τα όνειρά μας. Πενήντα χρόνια που το κακό εκείνο άφησε παιδιά ορφανά, ξεσπίτωσε ανθρώπους, διέλυσε οικογένειες. Μάνες έκλεισαν τα μάτια περιμένοντας τον γιο, σύζυγοι τον σύζυγο, παιδιά τον πατέρα και αδέλφια, τον αδελφό. Η δική του μάνα, η γιαγιά μου, έκλεισε τα μάτια με το όνομά του στα χείλη της. Πέθανε περιμένοντας τον γιο της και ποτέ δεν δεχόταν να της πει κανείς ότι οι αγνοούμενοί μας δεν ζουν…
Η δική μου η μάνα έκλεισε τα μάτια, αφού πρώτα της έφεραν όλα τα όνειρα και όλη της τη ζωή, τον πατέρα μου, σε μια κασιούα».
20 Ιουλίου. Και πάλι ήχησαν στις 5.30 οι σειρήνες. Για να θυμίσουν το κακό και να ξύσουν την πληγή που παραμένει ανοιχτή και δεν θα κλείσει ποτέ. Για όσο έχουμε πάνω μας ζωή… Για όλους εμάς το ‘74 έγραψε μια μαύρη σελίδα στη ζωή μας, λέει με πίκρα η Κατερίνα.
«Οι ήρωες, οι δικοί μας ήρωες... Αυτοί που έδωσαν τη ζωή τους, αφήνοντας πίσω τους οικογένειες, παιδιά, συζύγους, γονείς, αδέλφια. Πολέμησαν για την Κύπρο τους, την Κύπρο μας. Για την Κύπρο που στο τέλος τους άφησε στο περιθώριο, θεληματικά ενήργησαν αυτοί που τους άφησαν στο περιθώριο γιατί κάποιοι δεν θέλουν να θυμούνται… Ως να μην έγινε το κακό ποτέ. Εμείς όμως λέμε πως όλα αυτά δεν ξεχνιούνται και δεν πρέπει να αφήσουμε ποτέ κανέναν να ξεχάσει… Γιατί είναι ως να ξεχνάμε τους ανθρώπους μας».
* Παράφραση του στίχου «Ο Αύγουστος που μου χρωστάς» του Φίλιππου Γράψα, από τον δίσκο «Παρέα με έναν ήλιο», σε μουσική Μάριου Τόκα και ερμηνεία Δημήτρη Μητροπάνου