Καθώς μεγαλώνει η ανησυχία για τις επιπτώσεις της χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στα παιδιά, όλο και περισσότερες χώρες κινούνται προς την κατεύθυνση του περιορισμού της στις ευαίσθητες ηλικίες. Αυτήν την παγκόσμια τάση αποφάσισε να ακολουθήσει και η Κυπριακή Δημοκρατία, προχωρώντας στον καθορισμό της ηλικίας των 15 ετών, ως ελάχιστου ορίου για τη δημιουργία και διατήρηση λογαριασμού σε πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης.
Πριν από την υποβολή του σχετικού νομοσχεδίου, το γραφείο της Επιτρόπου για τα Δικαιώματα του Παιδιού, θα προχωρήσει σε επιστημονική μελέτη και δημόσια διαβούλευση με τα ίδια τα παιδιά, σύμφωνα με τα όσα δήλωσε η Επίτροπος Έλενα Περικλέους. Η συζήτηση, εξήγησε, εντάσσεται σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό που βρίσκεται σε εξέλιξη από τον περασμένο Δεκέμβριο, με τη συμμετοχή πολλών φορέων. Κεντρικός άξονας της προσέγγισης του γραφείου θα είναι η εκπόνηση μελέτης, η οποία θα εξετάσει συνολικά τις επιπτώσεις μιας πιθανής νομοθετικής ρύθμισης στα δικαιώματα των παιδιών. Η μελέτη αυτή θα τεθεί στη συνέχεια σε δημόσια διαβούλευση, όπου θα κληθούν να τοποθετηθούν όχι μόνο ειδικοί και γονείς, αλλά και τα ίδια τα παιδιά και οι νέοι, μέσω σχετικής πλατφόρμας.
Σε ό,τι αφορά στα επόμενα βήματα, η Επίτροπος ανέφερε ότι στόχος είναι η μελέτη να ολοκληρωθεί εντός του 2026, ενώ τυχόν νομοθετικές αλλαγές τοποθετούνται χρονικά έως το 2027. Ωστόσο, όπως υπογράμμισε, το κρίσιμο ζητούμενο δεν είναι μόνο ο περιορισμός, αλλά η συνολική θωράκιση των παιδιών σε ένα περιβάλλον που εξελίσσεται διαρκώς, με την τεχνητή νοημοσύνη και τις ψηφιακές πλατφόρμες να δημιουργούν συνεχώς νέα δεδομένα.
Παιδιά και social media
Γιατί όμως υπάρχει η αντίληψη ότι τα παιδιά κινδυνεύουν από την αλόγιστη χρήση των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης (ΜΚΔ); Ο σχολικός ψυχολόγος, Γιώργος Πογιατζής, μιλώντας στον «Π» εξηγεί ότι η επίδραση των social media στα παιδιά δεν μπορεί να ιδωθεί ως μια απλή σχέση χρήστη και εργαλείου, αλλά ως μια δυναμική αλληλεπίδραση ανάμεσα σε έναν αναπτυσσόμενο νου και ένα περιβάλλον σχεδιασμένο να τον διατηρεί ενεργό. Όπως δηλώνει, το παιδί δεν είναι ένας «μικρός ενήλικας», αλλά ένα άτομο του οποίου η προσοχή, η αυτορρύθμιση και η ταυτότητα βρίσκονται ακόμη υπό διαμόρφωση, γεγονός που καθιστά την επίδραση του ψηφιακού περιβάλλοντος πολύ πιο βαθιά.
Τα ΜΚΔ, προσθέτει, λειτουργούν ως ένα ισχυρό σύστημα μάθησης, καθώς η αρχιτεκτονική τους βασίζεται σε απρόβλεπτες ανταμοιβές, συνεχή ροή περιεχομένου και μηχανισμούς κοινωνικής επιβεβαίωσης. Σύμφωνα με τον ίδιο, το παιδί δεν εισέρχεται για να καταναλώσει κάτι συγκεκριμένο, αλλά παραμένει επειδή κάθε νέο ερέθισμα ενισχύει τη συμπεριφορά του. «Δεν πρόκειται για ουδέτερη αλληλεπίδραση, αλλά για μια στοχευμένη σύζευξη ανάμεσα στον αναπτυσσόμενο νου και ένα περιβάλλον που αξιοποιεί τα χαρακτηριστικά του».
Αυτή η διαδικασία, συνεχίζει, οδηγεί σε συγκεκριμένες μεταβολές. Η προσοχή αρχίζει να λειτουργεί με όρους ταχύτητας και συνεχούς εναλλαγής, γεγονός που δυσκολεύει τη συγκέντρωση σε δραστηριότητες που απαιτούν διάρκεια. Παράλληλα, μειώνεται η ανοχή στην καθυστέρηση, ενώ η πλήξη παύει να λειτουργεί ως δημιουργικός χώρος. Η αυτοεκτίμηση, λέει, μετατοπίζεται προς εξωτερικούς δείκτες, με αποτέλεσμα το παιδί να μαθαίνει να αξιολογεί τον εαυτό του μέσα από την ανταπόκριση των άλλων.
Τονίζει ακόμη ότι δεν πρόκειται για έλλειψη συγκέντρωσης, αλλά για ανακατεύθυνσή της. «Ένα παιδί μπορεί να μην αντέχει λίγα λεπτά χωρίς ερέθισμα, αλλά να παραμένει για ώρες σε μια αδιάκοπη ροή περιεχομένου. Αυτό δείχνει ότι η συγκέντρωση υπάρχει, αλλά έχει εκπαιδευτεί διαφορετικά».
Απομάκρυνση από την οθόνη
Σε ό,τι αφορά την κατάσταση στην Κύπρο, ο κ. Πογιατζής σημειώνει ότι, αν και δεν υπάρχουν πλήρως συστηματικά δεδομένα, η εικόνα από σχολεία, οικογένειες και υπηρεσίες ψυχικής υγείας είναι σαφής: Παρατηρείται αυξημένη δυσκολία απομάκρυνσης από την οθόνη, έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις όταν τίθενται όρια, καθώς και προβλήματα στον ύπνο και στη συγκέντρωση. Παράλληλα, η κοινωνικοποίηση μεταφέρεται όλο και περισσότερο στο ψηφιακό περιβάλλον.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στο κυπριακό κοινωνικό πλαίσιο, επισημαίνοντας ότι το μικρό μέγεθος της κοινωνίας ενισχύει την αίσθηση ότι η συμμετοχή στα ΜΚΔ αποτελεί αναγκαιότητα. Με την έννοια ότι ένα παιδί που μένει εκτός δεν βιώνει απλώς έναν περιορισμό, αλλά έναν ουσιαστικό αποκλεισμό από τον βασικό χώρο κοινωνικής αλληλεπίδρασης.
Απαραίτητα τα όρια
Αναφερόμενος στις πρακτικές που μπορούν να εφαρμοστούν, ο κ. Πογιατζής υπογραμμίζει ότι η διαχείριση της χρήσης απαιτεί συνδυασμό δομής και κατανόησης. Τα σαφή και σταθερά όρια είναι απαραίτητα, όχι ως τιμωρητικό μέτρο αλλά ως στοιχείο οργάνωσης της καθημερινότητας. Την ίδια ώρα, επισημαίνει, είναι σημαντικό το παιδί να κατανοήσει τον τρόπο λειτουργίας των ΜΚΔ, καθώς αυτή η επίγνωση μπορεί να δημιουργήσει μια μορφή ψυχολογικής απόστασης.
Ωστόσο, ξεκαθαρίζει, η ενημέρωση από μόνη της δεν αρκεί. Απαιτούνται εναλλακτικές εμπειρίες εκτός οθόνης, όπως δραστηριότητες, κοινωνικές σχέσεις στον φυσικό χώρο και δημιουργικές διέξοδοι. Παράλληλα καθοριστική, είναι η συνέπεια μεταξύ των ενηλίκων, καθώς το παιδί, λέει, «μαθαίνει να εντοπίζει τα κενά» και να προσαρμόζει τη συμπεριφορά του.
Δεν αρκεί η απαγόρευση
Σε σχέση με το ενδεχόμενο απαγόρευσης της χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης σε παιδιά κάτω των 15 ετών, ο Γιώργος Πογιατζής υποστηρίζει ότι μπορεί να λειτουργήσει ως προστατευτικό μέτρο, ιδιαίτερα ως προς την καθυστέρηση της έκθεσης. Ωστόσο δεν αποτελεί επαρκή λύση από μόνη της γιατί, όπως εξηγεί, το ψηφιακό οικοσύστημα δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένες πλατφόρμες και η δραστηριότητα μπορεί εύκολα να μετακινηθεί αλλού.
Παράλληλα, σημειώνει, η διεθνής εμπειρία δείχνει πως όταν επιχειρείται ρύθμιση χωρίς αλλαγή της αρχιτεκτονικής των μέσων, η συμπεριφορά δεν μειώνεται, αλλά μετατοπίζεται. Σε πολλές περιπτώσεις, η χρήση μεταφέρθηκε σε λιγότερο ελεγχόμενους χώρους ή σε ώρες εκτός εποπτείας, με ενδεχομένως μεγαλύτερους κινδύνους.
Καταλήγοντας, υπογραμμίζει ότι το βασικό ζήτημα δεν είναι απλώς η πρόσβαση, αλλά η δομή του ίδιου του ψηφιακού περιβάλλοντος. «Χωρίς παρέμβαση στον τρόπο λειτουργίας των συστημάτων αυτών, τα όποια μέτρα θα συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν το σύμπτωμα και όχι τον μηχανισμό που το παράγει».
Καταγράφονται αυξημένα επίπεδα άγχους και κατάθλιψης
Το μεγαλύτερο πρόβλημα από τη χρήση των social media εντοπίζεται στα παιδιά των ηλικιών μεταξύ 10 και 14 ετών. Σύμφωνα με τη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία, η εκτεταμένη χρήση των πλατφορμών συνδέεται με αυξημένα επίπεδα άγχους, καταθλιπτικά συμπτώματα και χαμηλότερη αυτοεκτίμηση. Τα παιδιά έρχονται αντιμέτωπα με εξιδανικευμένες εικόνες ζωής, κοιμούνται λιγότερο, και μη ποιοτικά, λόγω της νυχτερινής έκθεσης τους στην οθόνη, ενώ αντιμετωπίζουν σε πολλές περιπτώσεις και διαδικτυακό εκφοβισμό.
Ο τρόπος που είναι σχεδιασμένες οι ίδιες οι πλατφόρμες, κρατούν τα παιδιά περισσότερη ώρα, ενισχύοντας τη συνήθεια. Παράλληλα, καθότι βρίσκονται ακόμη σε φάση ανάπτυξης, τα παιδιά κάτω των 15 είναι πιο ευάλωτα σε κινδύνους όπως η χειραγώγηση (grooming), καθώς και η έκθεση σε ακατάλληλο περιεχόμενο.
Πρόσφατη έρευνα του ΟΟΣΑ κατέδειξε ότι:
- 1 στους 4 εφήβους ένιωσε δυσφορία όταν προσωπικές πληροφορίες του κοινοποιήθηκαν online χωρίς συναίνεση.
- 17% των παιδιών 11-15 ετών υπήρξαν θύματα διαδικτυακής παρενόχλησης (cyberbullying) την περίοδο 2021-2022.
- 23% των 15χρονων δηλώνουν ότι αισθάνονται νευρικοί ή ανασφαλείς χωρίς πρόσβαση στο κινητό τους.
- 20% των 15χρονων παραμελούν άλλες σημαντικές δραστηριότητες (αθλητισμό, χόμπι κ.λπ.) λόγω social media.
Τι κάνουν άλλες ευρωπαϊκές χώρες
Ακολουθώντας μια ευρύτερη διεθνή τάση αυστηροποίησης της πρόσβασης των παιδιών στα ΜΚΔ, η Ελλάδα δεν περιορίστηκε στους περιορισμούς της χρήσης των social media από ανηλίκους κάτω των 15 ετών, αλλά και πρότεινε και την καθιέρωση μιας ενιαίας «ψηφιακής ηλικίας ενηλικίωσης» στα 15, καθώς και την υποχρεωτική εφαρμογή μηχανισμών επαλήθευσης ηλικίας για όλες τις πλατφόρμες που απευθύνονται σε ανήλικους. Επίσης, εισηγήθηκε την εξαμηνιαία επανεπιβεβαίωση της ηλικίας των χρηστών και τη δημιουργία ενός μηχανισμού επιβολής κυρώσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η Γαλλία έθεσε ως ηλικιακό όριο τα 15 έτη, με υποχρεωτική γονική συναίνεση για μεγαλύτερες ηλικίες. Η Δανία εξετάζει παρόμοιο όριο, επιτρέποντας πρόσβαση από τα 13 μόνο υπό αυστηρούς όρους. Αυστρία και Ηνωμένο Βασίλειο, εστιάζουν κυρίως στο πώς θα ελέγχεται αξιόπιστα η ηλικία των χρηστών τους, αντί να επιβάλουν άμεσα αυστηρές απαγορεύσεις.
Η Γερμανία επιλέγει να δείξει μεγαλύτερη προσοχή όχι μόνον στον ηλικιακό περιορισμό αλλά κυρίως στον ίδιο τον περιορισμό των χαρακτηριστικών εκείνων των πλατφορμών που προκαλούν εθισμό, όπως το ατελείωτο scrolling και οι συνεχείς ειδοποιήσεις.
Τι έδειξε η εμπειρία της Αυστραλίας
Η Αυστραλία ήταν η πρώτη χώρα που έθεσε το μέτρο της απαγόρευσης πρόσβασης σε άτομα κάτων των 16. Έρευνα, ωστόσο, αποκαλύπτει ότι η πλειοψηφία των παιδιών συνεχίζει να χρησιμοποιεί πλατφόρμες παρά την απαγόρευση. Τα ευρήματα εγείρουν σοβαρές ανησυχίες για την αποτελεσματικότητα της απαγόρευσης, ειδικά στους πρώτους μήνες εφαρμογής της. Σύμφωνα με την έρευνα, πάνω από το 60% των ανηλίκων στην Αυστραλία, συνεχίζουν να χρησιμοποιούν τα social media, παρά την απαγόρευση.
Η πλειονότητα των παιδιών 12–15 ετών, συνεχίζει να χρησιμοποιεί τα ΜΚΔ με πάνω από τους μισούς να συνδέονται κανονικά σε TikTok (53% των συμμετεχόντων), YouTube (53%) και Instagram (52%). Οι περισσότερες πλατφόρμες δεν έλαβαν ουσιαστικά μέτρα, ενώ οι ίδιοι οι ανήλικοι δεν διαπίστωσαν βελτίωση στην ασφάλειά τους.
Οι γονείς εμφανίζονται πιο θετικοί, καταγράφοντας βελτιώσεις στη συμπεριφορά των παιδιών, αλλά και αρνητικές συνέπειες, όπως μετακίνηση σε λιγότερο ελεγχόμενες πλατφόρμες. Πολλοί έφηβοι επιχειρούν να παρακάμψουν τους περιορισμούς, χρησιμοποιώντας τεχνολογικά μέσα, όπως VPN ή ψευδείς λογαριασμούς.







