Στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προσφεύγει η Ντόρια Βαρωσιώτου, μετά την απόρριψη της ένστασης που υπέβαλε για την απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου να μην προχωρήσει στη μονιμοποίησή της, μετά τη λήξη της δοκιμαστικής περιόδου.
Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας συνήλθε ως δευτεροβάθμιο δικαστικό συμβούλιο, απέρριψε κατά πλειοψηφία 5 έναντι 3, την ένσταση της Ντόριας Βαρωσιώτου. Μέσα και από τις δύο αποφάσεις (πλειοψηφίας και μειοψηφίας) προκύπτουν σημαντικά νομικά στοιχεία, τα οποία θα απασχολήσουν και στο επόμενο στάδιο, για το οποίο έχει ήδη προαναγγείλει ο δικηγόρος της, Αχιλλέας Δημητριάδης.
Με το πέρας της ανάγνωσης του περιγράμματος και των δύο αποφάσεων, ο Αχιλλέας Δημητριάδης ανέφερε: «Στην ευρωπαϊκή Κύπρο όπου ζούμε, ο δρόμος για τη δικαιοσύνη δεν σταματά στη Λευκωσία. Προχωρά και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, στο Στρασβούργο. Υπό το φως του κειμένου της διιστάμενης άποψης, ιδίως όσον αφορά τη μη παραπομπή του ερωτήματος, στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, νομίζω ότι η προσπάθεια αυτή θα συνεχίσει και σε ευρωπαϊκό επίπεδο». Όπως εξήγησε, «στο τέλος της ημέρας, το ΕΔΑΔ θα κληθεί να δικάσει την ορθότητα της απόφασης αυτών των δικαστών, υπό το πρίσμα της παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Διευκρίνισε ότι «πρέπει να διαβάσουμε με σοβαρότητα την απόφαση και να κάνουμε τις επόμενες μας ενέργειες, όπως πρέπει».
Σε ό,τι αφορά στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστικού συμβουλίου, με το σκεπτικό της πλειοψηφίας συμφώνησαν οι δικαστές Τάσια Ψαρά-Μιλτιάδου, Νικόλας Σάντης, Στάλω Χατζηγιάννη Χριστοδούλου, Ηλίας Γεωργίου και Μαρίκα Καλλιγέρου και με της μειοψηφίας οι Αντώνης Λιάτσος (πρόεδρος), Τεύκρος Οικονόμου και Τερέζα Καρακάννα.
Στην απόφαση της πλειοψηφίας, η οποία αναγνώστηκε από τη δικαστή Τάσια Ψαρά Μιλτιάδου, σημειώνεται ότι «είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός πως με τον διορισμό τους, οι υπό δοκιμασία επαρχιακοί δικαστές τυγχάνουν αξιολόγησης/αναφοράς του έργου και συμπεριφοράς τους από τους διοικητικούς προέδρους, κάθε εξάμηνο, κατά τα δύο έτη της δοκιμαστικής περιόδου. Ο δε αρμόδιος πρόεδρος αποστέλλει εξαμηνιαίες εκθέσεις αξιολόγησης στο Συμβούλιο. Αυτό έγινε και για την ενιστάμενη από τον πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Κατ' ακολουθίαν, για όλο τον χρόνο της δοκιμασίας αυτής το συμβούλιο είχε το καθήκον να αξιολογεί την ενιστάμενη για να κρίνει εν τέλει κατά πόσον ήταν άξια για να καταστεί μόνιμο μέλος της δικαστικής υπηρεσίας της Κύπρου». Προστίθεται επίσης ότι «ο υπό δοκιμασία διορισμός δικαστή δεν μετατρέπεται, χωρίς σχετική απόφαση από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, σε μόνιμο. Εν προκειμένω, ο υπό δοκιμασία διορισμός της ενιστάμενης, εν πάση περιπτώσει έληγε την 1.7.25 και απαιτείτο νέα θετική πράξη από το αρμόδιο όργανο ώστε να καταστεί, πλέον, μόνιμος. Είναι σαφές, κατά την κρίση μας, ότι, εν προκειμένω, ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις ώστε μπορεί να χαρακτηριστεί ως ανεξάρτητος ο δικαστής που διορίζεται υπό δοκιμασία. Η επίδικη πράξη έγινε σύμφωνα με το Δίκαιο της Κυπριακής Δημοκρατίας και κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, από ανεξάρτητο όργανο για την πιο πάνω χρονική περίοδο η οποία, όπως έχει αναφερθεί, δεν είναι μεγάλη και είναι αλληλένδετη με το διορισμό κατάλληλων προσώπων. Είναι προφανές ότι ουδεμία αυθαιρεσία εντοπίζεται».
Το πόρισμα για Θανάση
Η απόφαση της πλειοψηφίας αναφέρεται εκτενώς και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με την αίτηση του ιατροδικαστή Πανίκου Σταυριανού για ακύρωση του πορίσματος της Ντόριας Βαρωσιώτου, ως θανατικής ανακρίτριας στην υπόθεση του Θανάση Νικολάου. Στη χθεσινή απόφαση γίνεται επίκληση του περιεχομένου της απόφασης του Ανωτάτου στην οποία αναφερόταν ότι «δεν ήταν η πρώτη φορά που η ενιστάμενη προέβαινε σε σοβαρά σφάλματα χειρισμού σε τέτοιου είδους υποθέσεις. Γίνεται αναφορά σε σοβαρά νομικά σφάλματα και στην ανακόλουθη στάση της κατά την εξέλιξη της θανατικής ανάκρισης, καθώς και στο πόρισμα που εξέδωσε. Ως αναφέρεται στη σελίδα 7 της επίδικης απόφασης, αυτά αποτελούν «σφάλματα, τέτοιας μορφής και έντασης, που αποκαλύπτουν, από μόνα τους, πέρα από ανεπάρκεια στο χειρισμό της ενώπιόν της διαδικασίας, ελλιπή από μέρους της νομική κατάρτιση και αντίληψη». «Η ενιστάμενη, στην εν λόγω διαδικασία, δεν επέτρεψε σε συγκεκριμένο μάρτυρα να καταθέσει παρά τις προηγηθείσες διαβεβαιώσεις της, μέσω ενδιάμεσων αποφάσεων, ότι θα του δινόταν η ευκαιρία να καταθέσει» αναφέρεται.
Μειοψηφία με καίρια σημεία
Το ενδιαφέρον από τις χθεσινές διαφορετικές αποφάσεις των μελών του δευτεροβάθμιου δικαστικού συμβουλίου, στρέφεται στα όσα καταγράφονται στην απόφαση της μειοψηφίας.
Μεταξύ άλλων, σημειώνεται ότι: «Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενιστάμενης προέβαλε την εισήγηση ότι η σύνθεση του οργάνου (ΑΔΣ) ήταν κακή, καθότι, ως είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός, δεν προσκλήθηκαν να συμμετέχουν στην κρίσιμη συνεδρία, και, κατά προέκταση, δεν συμμετείχαν, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και οι δύο νομικοί, ως προβλέπεται σχετικά από το Άρθρο 10(5)(γ) του Νόμου».
«Είναι η κατάληξή μας -με πλήρη σεβασμό προς το έργο του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου- ότι η μη κλήτευση των συμμετεχόντων, κατά παρέκκλιση του σχετικού νομικού και κανονιστικού πλαισίου και η συνακόλουθη απουσία τους από την υπό συζήτηση συνεδρία, καθιστούσε την ίδια τη συνεδρία αντικανονική, μη νομότυπη και, αναπόδραστα, άκυρη. Αναφύεται πλέον ζήτημα παραπομπής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), αφού το Σώμα, εκφραζόμενο μέσα από την απόφαση της πλειοψηφίας, εξέτασε και απέρριψε τόσο το θέμα της σύνθεσης, όσο και όλα τα υπόλοιπα ζητήματα που καλύπτουν την ένσταση. Περιλαμβανομένου του ζητήματος της ενιστάμενης -καθοριστικής σημασίας για την υπόθεση, καθότι τυχόν αποδοχή του θα οδηγούσε, χωρίς άλλο, σε επιτυχία της ένστασης- το οποίο προσδιορίζεται ως ακολούθως: Ο διορισμός δικαστή για δοκιμαστική περίοδο χωρίς σχετικό εθνικό νομοθετικό πλαίσιο, χωρίς προκαθορισμένα κριτήρια, χωρίς προκαθορισμένη διάρκεια χρόνου, αλλά με βάση μακρόχρονη μεν, πλην μη θεσμοθετημένη πρακτική, συνιστά παραβίαση των αρχών της ανεξαρτησίας και/ή ισοβιότητας και/ή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και/ή έννομης προστασίας των δικαστών, υπό την έννοια που έχουν το Άρθρο 19, πρώτη παράγραφος, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), σε συνδυασμό με το Άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Χάρτης)».
Προστίθεται επίσης ότι, «είναι η μειοψηφούσα θέση μας ότι βρισκόμαστε ενώπιον κατάλληλης περίπτωσης ερμηνείας ευρωπαϊκού δικαίου και θα έπρεπε το ΑΣΔΣ, ως «τελικό δικαστήριο» εν τη εννοία του Άρθρου 267, εδάφιο 3, της ΣΛΕΕ, να παραπέμψει σχετικό προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ».
Στην απόφαση της μειοψηφίας τονίζεται επίσης ότι «το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο δεν αποκλείει κατ’ αρχήν τον δοκιμαστικό ή ορισμένου χρόνου διορισμό δικαστών, μόνο όμως υπό αυστηρές προϋποθέσεις, και οι αποφάσεις για επιλογή, επιβεβαίωση ή μη μονιμοποίηση πρέπει να βασίζονται σε αντικειμενικά, εκ των προτέρων καθορισμένα κριτήρια, ενώ πρέπει να ισχύουν οι ίδιες διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται για την παύση μόνιμου δικαστή».





