Η χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας για θέρμανση και ψύξη συνεχίζει να αυξάνεται στην ΕΕ, με το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε αυτές τις περιοχές να φτάνει το 26,2% το 2023, την υψηλότερη τιμή από την έναρξη της χρονοσειράς το 2004 (11,7%).
Το μερίδιο αυξήθηκε κατά 1,2 ποσοστιαίες μονάδες (π.μ.) σε σύγκριση με το 2022 (25,0%). Η οδηγία 2023/2413 της ΕΕ της 18ης Οκτωβρίου 2023 για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές απαιτεί από τις χώρες της ΕΕ να αυξήσουν το μέσο ετήσιο μερίδιο ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στη θέρμανση και ψύξη κατά τουλάχιστον 0,8 π.μ. από το 2021 έως το 2025 και κατά τουλάχιστον 1,1 π.μ. σε 203.
Σε απόλυτες τιμές, η ακαθάριστη τελική κατανάλωση ανανεώσιμης ενέργειας για σκοπούς θέρμανσης και ψύξης στην ΕΕ αυξήθηκε σταδιακά με την πάροδο του χρόνου, κυρίως λόγω της συμβολής της βιομάζας και των αντλιών θερμότητας.
Μεταξύ των χωρών της ΕΕ, η Σουηδία πρωτοστάτησε και πάλι το 2023 όσον αφορά τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στη θέρμανση και την ψύξη, με μερίδιο 67,1%, ακολουθούμενη από την Εσθονία (66,7%). Και οι δύο χώρες χρησιμοποιούν κυρίως βιομάζα και αντλίες θερμότητας. Ακολούθησαν η Λετονία (61,4%), η οποία βασίζεται κυρίως στη βιομάζα.
Αντίθετα, τα χαμηλότερα μερίδια ανανεώσιμων πηγών στη θέρμανση και την ψύξη καταγράφηκαν στην Ιρλανδία (7,9%), στην Ολλανδία (10,2%) και στο Βέλγιο (11,3%).
Στην Κύπρο, το ποσοστό ανέρχεται σε 42,8% από41,6% το 2022.
Σε σύγκριση με το 2022, 21 χώρες της ΕΕ κατέγραψαν αύξηση στα μερίδια των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας που χρησιμοποιούνται στη θέρμανση και την ψύξη. Η Αυστρία (+8,1 π.μ.), η Μάλτα (+7,5 π.μ.) και η Ελλάδα (+4,9 π.μ.) κατέγραψαν τις μεγαλύτερες αυξήσεις μεταξύ 2022 και 2023.
Στην άλλη άκρη της κλίμακας, μειώσεις καταγράφηκαν στη Σουηδία (-2,7 π.μ.), στην Πολωνία (-2,2 π.μ.), στη Σλοβακία (-1,1 π.μ.), στην Κροατία (-1,0 π.μ.), στη Γερμανία (-0,5 π.μ.) και στο Λουξεμβούργο (-0,1 π.μ.).







