Η ανακοίνωση του ποινικού ανακριτή Ανδρέα Πασχαλίδη για την υπόθεση Videogate και η διευκρινιστική δήλωση που ακολούθησε, μετά τις επικρίσεις που δέχθηκε, δεν κατόρθωσαν να κλείσουν τη δημόσια συζήτηση. Αντίθετα, δημιούργησαν νέα ερωτήματα ως προς την αυθεντικότητα του υλικού, την ολοκλήρωση της έρευνας, τις πιθανές ποινικές ευθύνες και τα όρια της εντολής του ανακριτή.
Περί αυθεντικότητας
Η βασικότερη αντίφαση αφορά τον χαρακτηρισμό του βίντεο ως «μη αυθεντικού». Ο κ. Πασχαλίδης υποστηρίζει ότι τα πλάνα που δημοσιοποιήθηκαν στις 8 Ιανουαρίου 2026 δεν είναι αυθεντικά, επειδή αποτελούν προϊόν επεξεργασίας. Την ίδια στιγμή, όμως, αναγνωρίζει ότι υπάρχει αυθεντικό βίντεο διάρκειας περίπου 26 ωρών, στο οποίο εμφανίζονται τα ίδια πρόσωπα και καταγράφονται οι συναντήσεις από τις οποίες προήλθαν τα δημοσιοποιημένα αποσπάσματα.
Η επεξεργασία ή το μοντάζ ενός βίντεο δεν σημαίνει αυτομάτως ότι τα αποσπάσματα δεν είναι γνήσια. Ένα υλικό μπορεί να έχει υποστεί επιλογή, περικοπή ή συρραφή, χωρίς να έχουν αλλοιωθεί οι λέξεις που ειπώθηκαν. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν το μοντάζ παραποίησε το νόημα, άλλαξε τη σειρά των δηλώσεων, απέκρυψε καθοριστικά συμφραζόμενα ή δημιούργησε μια εικόνα εντελώς διαφορετική από εκείνη που προκύπτει από το πλήρες υλικό.
Η δημόσια ανακοίνωση δεν απαντά με σαφήνεια σε αυτό. Δεν διευκρινίζει εάν διαπιστώθηκε τεχνική αλλοίωση των δηλώσεων ή εάν ο χαρακτηρισμός «μη αυθεντικό» χρησιμοποιείται απλώς επειδή το δημοσιοποιημένο βίντεο ήταν μονταρισμένο. Έτσι, συγχέονται δύο διαφορετικές έννοιες: η γνησιότητα του πρωτογενούς υλικού και η πιστότητα της παρουσίασής του. Το πραγματικό πρόβλημα εδώ δεν είναι αν το βίντεο είναι αυθεντικό ή όχι αλλά αν μπορεί να παρουσιαστεί ενώπιον δικαστηρίου. Στην περίπτωση της υπόθεσης Συλλούρη ο λήπτης του βίντεο αρνήθηκε να εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου για να πιστοποιήσει τη λήψη του. Σε αυτήν την περίπτωση η Black Cube έδωσε τρεις φορές κατάθεση σε σχέση με το βίντεο και δείχνει διατεθειμένη να στηρίξει την αυθεντικότητά του μέχρι τέλους, αν τελικά η Νομική Υπηρεσία βέβαια κρίνει ότι προκύπτουν ποινικά αδικήματα και ότι η υπόθεση πρέπει να οδηγηθεί ενώπιον του δικαστηρίου.
Ολοκλήρωση
Η δεύτερη σημαντική ανακολουθία αφορά τον βαθμό ολοκλήρωσης της έρευνας. Η αρχική ανακοίνωση έχει έντονα απαλλακτικό χαρακτήρα. Αναφέρει επανειλημμένα ότι δεν προέκυψε κάτι το μεμπτό, ότι οι ισχυρισμοί ήταν αβάσιμοι ή ανεδαφικοί, ότι δεν διαπιστώθηκε διαφθορά και ότι δεν προκύπτει παραβίαση του Ποινικού Κώδικα από τους Κύπριους πρωταγωνιστές.
Παράλληλα, όμως, η έρευνα δεν έχει ολοκληρωθεί. Η εντολή του ποινικού ανακριτή παρατάθηκε μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2026, καθώς δεν έχει εντοπιστεί ο πελάτης που ανέθεσε την επιχείρηση στην ιδιωτική εταιρεία πληροφοριών. Αναφέρεται επίσης ότι εξετάστηκε το ενδεχόμενο παραβίασης της νομοθεσίας για την ποινικοποίηση της διαφθοράς, αλλά ο ανακριτής και η Αστυνομία διατηρούν «αριθμό επιφυλάξεων».
Το αποτέλεσμα είναι μια έρευνα που στην αρχική ανακοίνωση παρουσιάζεται ταυτόχρονα ως ολοκληρωμένη και ανολοκλήρωτη. Όταν γίνεται λόγος για τους Κύπριους πρωταγωνιστές, τα συμπεράσματα εμφανίζονται σχεδόν τελεσίδικα. Όταν όμως τίθεται το ζήτημα της δημοσιοποίησης του πλήρους πορίσματος, προβάλλεται ως επιχείρημα ότι οι διαδικασίες συνεχίζονται και ότι μπορεί στο μέλλον να ασκηθούν ποινικές διώξεις.
Αυτό οδηγεί σε μία ακόμα αντίφαση. Στη διευκρινιστική δήλωσή του ο κ. Πασχαλίδης αναφέρει ότι η δημοσιοποίηση του πορίσματος στο παρόν στάδιο θα μπορούσε να επηρεάσει το τεκμήριο της αθωότητας σε περίπτωση ποινικών διώξεων. Δεν διευκρινίζει, ωστόσο, ποια πρόσωπα ενδέχεται να διωχθούν και για ποια αδικήματα. Εάν δεν προκύπτει παραβίαση του Ποινικού Κώδικα από τους Κύπριους εμπλεκόμενους και εάν οι βασικοί ισχυρισμοί έχουν ήδη απορριφθεί ως αβάσιμοι, τότε η αναφορά σε πιθανές διώξεις χρειάζεται περαιτέρω εξήγηση.
Ταυτόχρονα, η επίκληση του τεκμηρίου της αθωότητας δημιουργεί ζήτημα επιλεκτικής δημοσιοποίησης. Το πλήρες πόρισμα δεν δίνεται στη δημοσιότητα για να μην επηρεαστούν πιθανές δικαστικές διαδικασίες, αλλά δημοσιοποιούνται εκτενώς τα απαλλακτικά συμπεράσματα και οι χαρακτηρισμοί του ανακριτή. Το κοινό πληροφορείται ότι δεν υπήρξε κάτι το μεμπτό, ότι οι ισχυρισμοί ήταν ανεδαφικοί και ότι οι δηλώσεις αποτελούσαν «αερολογίες και φαφλατισμούς», χωρίς να έχει πρόσβαση στα στοιχεία πάνω στα οποία στηρίχθηκαν αυτές οι κρίσεις.
Οικονομικά οφέλη
Μία ακόμα ανακολουθία εντοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η συμπεριφορά των πρωταγωνιστών. Ο κ. Πασχαλίδης υποστηρίζει ότι όσα έλεγαν ορισμένοι εξ αυτών δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, αλλά αποσκοπούσαν στον εντυπωσιασμό και την αποκόμιση προσωπικού οικονομικού οφέλους. Παράλληλα, αναγνωρίζεται ότι δύο πρόσωπα υπέγραψαν συμφωνίες με τους φερόμενους επενδυτές και αποκόμισαν οικονομικά οφέλη.
Εδώ προκύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα: Εάν κάποιος παρουσιάζει ψευδώς ότι διαθέτει πολιτική επιρροή ή τη δυνατότητα να εξασφαλίσει ευνοϊκή μεταχείριση και στη βάση αυτής της παράστασης λαμβάνει χρήματα, αρκεί να χαρακτηριστούν τα λεγόμενά του «φαφλατισμοί» για να θεωρηθεί η συμπεριφορά νομικά αδιάφορη;
Το ότι οι υποσχέσεις ενδεχομένως δεν μπορούσαν να υλοποιηθούν δεν εξαλείφει αυτομάτως τη σημασία της προσπάθειας εμπορίας μιας υποτιθέμενης επιρροής. Άλλωστε, η ίδια η ανακοίνωση αναφέρει ότι εξετάστηκαν οι «ενέργειες, παραστάσεις, υποσχέσεις, δηλώσεις και γενικά η συμπεριφορά» των εμπλεκομένων υπό το πρίσμα της νομοθεσίας για τη διαφθορά. Δεν εξηγείται, όμως, ποιες ακριβώς ήταν οι νομικές επιφυλάξεις και γιατί δεν κατέστη δυνατόν να εξαχθεί σαφές συμπέρασμα.
Πολιτική διάσταση
Αντίφαση παρουσιάζεται και στη στάση του κ. Πασχαλίδη απέναντι στις πολιτικές και ηθικές διαστάσεις της υπόθεσης. Στη δεύτερη δήλωσή του τονίζει ότι ο ρόλος του ήταν αποκλειστικά εκείνος του ποινικού ανακριτή και ότι δεν είχε εντολή να λειτουργήσει ως ερευνητική επιτροπή ή να αποδώσει πολιτικές και ηθικές ευθύνες.
Ωστόσο, η αρχική του ανακοίνωση δεν περιορίστηκε στη στενή νομική διαπίστωση ότι δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία για ποινική δίωξη. Προχώρησε σε αξιολογικές κρίσεις για τον χαρακτήρα και τα κίνητρα των πρωταγωνιστών, μιλώντας για «φαφλατισμούς», προσπάθεια εντυπωσιασμού και επιδίωξη προσωπικού κέρδους. Παράλληλα, υιοθέτησε μια ευρύτερη πολιτική και γεωστρατηγική ερμηνεία, χαρακτηρίζοντας το βίντεο μορφή υβριδικής επίθεσης κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η εκτίμηση περί υβριδικής επίθεσης δημιουργεί από μόνη της νέο κενό και την υποψία ότι ο ανακριτής ταυτίζεται σχεδόν δουλικά με το αφήγημα της κυβέρνησης Χριστοδουλίδη. Ο ανακριτής παραδέχεται ότι δεν έχει εντοπιστεί ο πελάτης που παρήγγειλε την επιχείρηση. Χωρίς να είναι γνωστή η ταυτότητα του εντολέα, τα συμφέροντά του και οι πραγματικοί στόχοι του, το συμπέρασμα ότι επρόκειτο για επίθεση ξένου κράτους ή για οργανωμένη επιχείρηση κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας παραμένει υπόθεση εργασίας και όχι πλήρως αποδεδειγμένο γεγονός.
Η χρονική συγκυρία της δημοσίευσης (η Κύπρος ανέλαβε την προεδρία της ΕΕ) μπορεί να δημιουργεί υποψίες, δεν αποδεικνύει όμως από μόνη της ούτε τον εντολέα ούτε το κίνητρο. Ιδιαίτερα όταν η Black Cube επιμένει ότι εργάστηκε στο πλαίσιο επιχειρηματικής υπόθεσης και κατονομάζει συγκεκριμένη εταιρεία ως αντικείμενο των ευρημάτων της, η θεωρία της υβριδικής επίθεσης χρειάζεται ισχυρότερη τεκμηρίωση. Αντίθετα με την κυπριακή κυβέρνηση και το βολικό αφήγημα περί υβριδικής επίθεσης, η κυβέρνηση του Ισραήλ μάλλον δεν συμμερίζεται αυτήν τη θέση. Με βάση τις διακρατικές συμφωνίες Κύπρου - Ισραήλ, σύμφωνα με διπλωματική πηγή «αν μια ισραηλινή εταιρεία βρισκόταν πίσω από υβριδική κατά της Κύπρου επίθεση, η Κύπρος θα είχε δικαίωμα να ζητήσει την έκδοση της ηγεσίας της Black Cube, με το Ισραήλ να έχει την υποχρέωση να συμμορφωθεί». Απεναντίας, το Ισραήλ δείχνει πεπεισμένο ότι πρόκειται για επιχειρηματικές διαφορές εξ ου και συμβούλευσε την Black Cube να συνεργαστεί με τις κυπριακές αρχές.
Το πήρε προσωπικά
Τέλος, η διευκρινιστική δήλωση Πασχαλίδη απέκτησε έντονα προσωπικό και αμυντικό χαρακτήρα. Η αναφορά του ότι εξέδωσε τη δήλωση για να προστατεύσει την αξιοπρέπεια και την υπόληψή του είναι κατανοητή, ιδίως απέναντι σε υπαινιγμούς περί ανταλλάγματος για τον διορισμό του. Ωστόσο, η καταληκτική προτροπή «αν κάποιος το αμφισβητεί, ας μιλήσει τώρα, διαφορετικά ας σιωπήσει» δεν συνάδει απόλυτα με τον θεσμικό και αποστασιοποιημένο λόγο που αναμένεται από έναν ποινικό ανακριτή.
Συνολικά, το πρόβλημα δεν έγκειται κατ' ανάγκην στο ότι τα συμπεράσματα του κ. Πασχαλίδη είναι λανθασμένα, ειδικά μετά τις διευκρινιστικές δηλώσεις που ακολούθησαν μετά την έκδοση της αρχικής ανακοίνωσης για το πόρισμα. Ο προβληματισμός απορρέει από το ότι τα αρχικά συμπεράσματα παρουσιάστηκαν με μεγαλύτερη βεβαιότητα από όση φαίνεται να επέτρεπε η ίδια η ανακοίνωση. Η έρευνα συνεχίζεται, ο εντολέας δεν έχει εντοπιστεί, υπάρχουν νομικές επιφυλάξεις και το πλήρες υλικό δεν έχει δημοσιοποιηθεί. Παρά ταύτα, διατυπώνονται οριστικά απαλλακτικά συμπεράσματα, εκτεταμένες κρίσεις για τα κίνητρα των εμπλεκομένων και μια βαριά εκτίμηση περί υβριδικής επίθεσης. Η αμφισβήτηση λογικά μεγάλωσε μετά την ανακοίνωση περί ανανέωσης του διορισμού του κ. Πασχαλίδη από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας στην ΑΑΔΙΠΑ.
Εν κατακλείδι, και μέχρι να δημοσιοποιηθεί το πλήρες πόρισμα και να εξηγηθούν οι τεχνικές και νομικές βάσεις των συμπερασμάτων του, οι αντιφάσεις αυτές θα εξακολουθήσουν να τροφοδοτούν την αμφισβήτηση αντί να την περιορίζουν.






