Μετά από δύο αναβολές μέσα σε λίγες ημέρες, η ολομέλεια της Βουλής επανέρχεται σήμερα στους κανονισμούς που ενεργοποιούν το νέο σύστημα αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, σε μια συνεδρία που μόνο διαδικαστική δεν θεωρείται. Το θέμα οδηγείται εκ νέου ενώπιον του Σώματος, με ανοικτές διαφωνίες και έντονες αντιδράσεις, καθώς οι εκπαιδευτικές οργανώσεις ΟΕΛΜΕΚ, ΟΛΤΕΚ και ΠΟΕΔ εκφράζουν επιφυλάξεις, κάνοντας λόγο για υποκειμενικά κριτήρια και «γκρίζες ζώνες» στην εφαρμογή τους. Από την άλλη, το Υπουργείο Παιδείας υπογραμμίζει ότι δεν υπάρχει περιθώριο για περαιτέρω καθυστέρηση, σημειώνοντας την ανάγκη να προχωρήσει ο σχεδιασμός.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η Βουλή καλείται εκ νέου να διαχειριστεί ένα ζήτημα που αποδεικνύεται ιδιαίτερα σύνθετο, όπως είχε συμβεί και τον περασμένο Δεκέμβριο, όταν η ολομέλεια, εν μέσω αντιδράσεων και πιέσεων, προχώρησε τελικά στην ψήφιση του νέου συστήματος αξιολόγησης. Οι κανονισμοί που τίθενται σήμερα ενώπιον της ολομέλειας αποτελούν βασικό κρίκο για την εφαρμογή του πλαισίου, καθώς από την έγκρισή τους θα εξαρτηθεί η σταδιακή ενεργοποίηση του συστήματος από τη σχολική χρονιά 2026-2027, δηλαδή από τον ερχόμενο Σεπτέμβριο.
Τι περιλαμβάνουν τα κριτήρια
Τα κριτήρια αξιολόγησης περιλαμβάνονται σε παραρτήματα των κανονισμών και συνοδεύονται από ενδεικτικούς δείκτες, οι οποίοι χρησιμοποιούνται για την αποτίμηση του έργου των εκπαιδευτικών. Όπως προκύπτει από το κείμενο των κανονισμών, τα κριτήρια αφορούν διαφορετικές πτυχές της επαγγελματικής δραστηριότητας των εκπαιδευτικών, όπως η επιστημονική και παιδαγωγική επάρκεια, ο σχεδιασμός και η υλοποίηση της διδασκαλίας, η διαχείριση της τάξης, καθώς και η συμμετοχή στη λειτουργία της σχολικής μονάδας. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία που σχετίζονται με τη συνεργασία με συναδέλφους, την επικοινωνία με μαθητές και γονείς και την επαγγελματική συμπεριφορά. Σύμφωνα με την έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παιδείας, τα ίδια κριτήρια εφαρμόζονται σε όλες τις μορφές αξιολόγησης που προβλέπονται στο νέο σύστημα, δηλαδή στη διαμορφωτική αξιολόγηση, στην αξιολόγηση εκπαιδευτικών επί δοκιμασία και στην τελική αριθμητική αξιολόγηση. Παράλληλα, τα κριτήρια και οι δείκτες αφορούν τόσο εκπαιδευτικούς που ασκούν διδακτικά καθήκοντα όσο και εκπαιδευτικούς που δεν υπηρετούν σε σχολική μονάδα, καλύπτοντας το σύνολο του προσωπικού της δημόσιας Εκπαίδευσης.
{MESOTITLOS}Τα σημεία τριβής
Παρά τη διαβούλευση που προηγήθηκε, τα σημεία διαφωνίας παραμένουν και εντοπίζονται τόσο στο περιεχόμενο των κριτηρίων όσο και στον τρόπο εφαρμογής τους. Οι εκπαιδευτικές οργανώσεις ΟΕΛΜΕΚ, ΟΛΤΕΚ και ΠΟΕΔ εκφράζουν επιφυλάξεις ως προς τον βαθμό σαφήνειας και μετρησιμότητας των κριτηρίων, υποστηρίζοντας ότι σε ορισμένες περιπτώσεις αφήνονται περιθώρια ερμηνείας που ενδέχεται να επηρεάσουν την αντικειμενικότητα της αξιολόγησης. Παράλληλα, θέτουν ζήτημα χρονισμού, επισημαίνοντας ότι η εφαρμογή του συστήματος θα πρέπει να συνδεθεί με την ενίσχυση των σχολικών μονάδων. Ένα από τα πιο συγκεκριμένα σημεία διαφωνίας αφορά την κλίμακα βαθμολόγησης. Το Υπουργείο Παιδείας εισηγείται όπως η αξιολόγηση γίνεται σε κλίμακα από το 1 έως το 10, αντί από το 0 έως το 10 που ισχύει σήμερα. Από την άλλη, οι εκπαιδευτικές οργανώσεις εισηγούνται κλίμακα από το 1 έως το 4, θεωρώντας ότι μια πιο περιορισμένη κλίμακα συμβάλλει σε πιο σαφή και λιγότερο υποκειμενική αποτίμηση. Η διαφοροποίηση αυτή αποτυπώνει διαφορετικές προσεγγίσεις ως προς τον τρόπο αξιολόγησης, με το ζήτημα να παραμένει ανοικτό μέχρι και τη σημερινή συνεδρία.
Η θέση του υπουργείου
Από πλευράς Υπουργείου Παιδείας, οι επιφυλάξεις αυτές απορρίπτονται. Η υπουργός Παιδείας Αθηνά Μιχαηλίδου, τόσο σε δημόσιες δηλώσεις της τις προηγούμενες ημέρες όσο και σε απαντητική επιστολή της προς την πρόεδρο της Βουλής και του ΔΗΣΥ Αννίτα Δημητρίου, υποστηρίζει ότι τα κριτήρια έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο εκτεταμένης διαβούλευσης και κατατέθηκαν εντός των χρονοδιαγραμμάτων που είχαν τεθεί. Στην επιστολή της επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι στο πλαίσιο της ψηφισθείσας νομοθεσίας έχουν ήδη περιληφθεί πρόνοιες για την ουσιαστική στήριξη των σχολείων, που αφορούν το ανθρώπινο δυναμικό, τη δημιουργία νέων θέσεων και τη μείωση του διδακτικού χρόνου, με το συνολικό κόστος των ρυθμίσεων να ανέρχεται στα €12,9 εκατ. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται, προβλέπεται η δημιουργία 55 νέων θέσεων επιθεωρητών και 540 θέσεων ανώτερου εκπαιδευτικού, καθώς και στοχευμένες μειώσεις διδακτικών περιόδων για νεοεισερχόμενους εκπαιδευτικούς και μέντορες. Παράλληλα, προβλέπονται μειώσεις διδακτικού χρόνου σε σχολεία με περιορισμένη διοικητική στελέχωση, ώστε να ενισχυθεί ο ρόλος του παιδαγωγικού συμβούλου, καθώς και για διευθυντές που διατηρούν διδακτικά καθήκοντα, με στόχο την ουσιαστικότερη συμμετοχή τους στην αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου. Την ίδια ώρα, η υπουργός χαρακτηρίζει την καθυστέρηση που παρατηρείται ως εξέλιξη που δεν βοηθά την υλοποίηση της μεταρρύθμισης, σημειώνοντας ότι η σύνδεση των κανονισμών με άλλα αιτήματα δημιουργεί εσφαλμένες εντυπώσεις και δεν θα πρέπει να επηρεάζει την προώθηση του νέου συστήματος αξιολόγησης.







