Μια σειρά από αρνητικές διαπιστώσεις για τους Κύπριους μαθητές κατέδειξε η δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων του διεθνούς ερευνητικού προγράμματος αξιολόγησης μαθητών PISA 2025 του ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης), που δημοσιοποιήθηκε λίαν προσφάτως.
Mεταξύ άλλων, ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι το 43,5% των μαθητών βρίσκεται κάτω από το βασικό επίπεδο επάρκειας και στα τρία βασικά πεδία της αξιολόγησης, ήτοι οι φυσικές επιστήμες, η κατανόηση κειμένου και τα μαθηματικά, έναντι 19,7% στον ΟΟΣΑ, ενώ μόλις το 4,6% κατατάσσεται στους μαθητές υψηλών επιδόσεων. Οι μεγαλύτερες αποκλίσεις καταγράφονται στην κατανόηση κειμένου και στις φυσικές επιστήμες, ενώ στα μαθηματικά σημειώνεται περαιτέρω πτώση σε σχέση με το 2022.
Με σκοπό να φωτίσουμε τις αιτίες αυτής της αξιολόγησης, αλλά και το πως πρέπει να αντιμετωπίσουν το ευαίσθητο αυτό θέμα για το μέλλον της ίδιας της κοινωνίας, οικογένειες και Πολιτεία, αποταθήκαμε σε δύο ειδικούς που έχουν εικόνα από την παιδική ψυχοσύνθεση αλλά και την μαθησιακή πραγματικότητα από πρώτο χέρι.
Ο σχολικός ψυχολόγος Γιώργος Πογιατζής και ο φιλόλογος Χρίστος Λαζανιάς, μιλώντας στον «Π», επιχειρούν να διαβάσουν αυτή την εικόνα πέρα από τη βαθμολογία, φωτίζοντας από τη δική του σκοπιά ο καθένας όσα συμβαίνουν μέσα και έξω από τη σχολική τάξη.
Υπό πίεση η σχέση με τη μάθηση
Ο Γιώργος Πογιατζής θεωρεί ότι θα ήταν υπεραπλουστευτικό να ερμηνευθούν τα αποτελέσματα της έκθεσης αποκλειστικά ως ακόμη μία αποτυχία του εκπαιδευτικού συστήματος ή ως απόδειξη ότι τα σημερινά παιδιά «δεν ενδιαφέρονται» για την μάθηση.
Κατά τον ίδιο, αυτό που φαίνεται να βρίσκεται πλέον υπό πίεση είναι κάτι βαθύτερο. Η ίδια η σχέση των νέων με τη μαθησιακή διαδικασία. Δηλαδή, το κατά πόσο ο μαθητής βλέπει νόημα σε αυτήν, αν πιστεύει ότι αξίζει να επιμείνει όταν δυσκολεύεται και αν αισθάνεται αρκετά ασφαλής ώστε να παραδεχθεί ότι δεν γνωρίζει, να ζητήσει βοήθεια, να κάνει λάθος και εν τέλει να ξαναπροσπαθήσει.
Οι όροι του«παιγνιδιού»
Ο κ. Πογιατζής επισημαίνει ότι αυτή η σχέση δεν διαμορφώνεται αποκλειστικά μέσα στο σχολείο και δεν μπορεί να φορτωθεί η ευθύνη σε έναν μόνο παράγοντα. Σχολείο, οικογένεια και κοινωνία συνδιαμορφώνουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει ένα παιδί, σε μια εποχή κατά την οποία έχει αλλάξει ριζικά τόσο ο τρόπος πρόσβασης στην πληροφορία όσο και η προσδοκία της άμεσης ανταμοιβής.
Στο πλαίσιο αυτό, το κινητό τηλέφωνο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και πλέον η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν αποτελούν από μόνα τους την αιτία του προβλήματος, έχουν όμως, όπως σημειώνει, αλλάξει τους «όρους του παιχνιδιού». Η πληροφορία βρίσκεται παντού, οι απαντήσεις έρχονται σχεδόν αμέσως και η δυσκολία μπορεί πολύ ευκολότερα από ό,τι στο παρελθόν να παρακαμφθεί.
Ακριβώς γι' αυτό, θεωρεί ότι το σχολείο δεν μπορεί πλέον να θεμελιώνει την αξία του στο γεγονός ότι κατέχει τις απαντήσεις. Οφείλει να αποδεικνύει στα παιδιά γιατί έχει αξία να σκέφτονται πριν αποδεχθούν μια έτοιμη απάντηση, να αμφισβητούν, να ελέγχουν μια πληροφορία και να αντέχουν την αβεβαιότητα όταν η λύση δεν εμφανίζεται αμέσως.
Το σχολείο ως κοινότητα
Για τον Γιώργο Πογιατζή εξίσου σημαντικό είναι το παιδί να αισθάνεται ότι αποτελεί μέρος μιας κοινότητας που το αναγνωρίζει και το χρειάζεται. Το χαμηλό αίσθημα του «ανήκειν» που καταγράφεται στις μετρήσεις αποκτά, κατά την εκτίμησή του, ιδιαίτερη βαρύτητα.
Εκεί, όπως αναφέρει, δεν αποκτώνται μόνο γνώσεις. Δοκιμάζεται η εμπιστοσύνη στους κανόνες, η συνεργασία, η συμμετοχή και η ανάληψη ευθύνης, ενώ το παιδί διαμορφώνει την αντίληψη κατά πόσο η δική του φωνή έχει πραγματική αξία.
Δεν σημαίνει, διευκρινίζει, ότι ένα παιδί που αποσυνδέεται από το σχολείο θα εξελιχθεί κατ' ανάγκην σε ατομιστή ή αντικοινωνικό ενήλικα. Υπάρχει όμως ο κίνδυνος να καλλιεργηθεί από πολύ νωρίς η αντίληψη ότι οι θεσμοί είναι κάτι ξένο και διεκπεραιωτικό και όχι χώροι στους οποίους ο πολίτης έχει λόγο και θέση.
Δεν αρκεί η νέα ύλη
Γι' αυτό και θεωρεί ανεπαρκή μια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που θα περιοριζόταν σε αλλαγές βιβλίων, ύλης ή εξεταστικών διαδικασιών. Το βασικό ερώτημα, κατά τον ίδιο, πρέπει να είναι τι ακριβώς θέλουμε να παράγει η συνολική σχολική εμπειρία.
Όπως σημειώνει, δεν μπορεί ένα σύστημα να ζητά κριτική σκέψη από παιδιά τα οποία εκπαιδεύει κυρίως να αναζητούν τη μία σωστή απάντηση, να απαιτεί αυτονομία από μαθητές στους οποίους δίνει ελάχιστες ουσιαστικές επιλογές ή να ζητά ψυχική ανθεκτικότητα από νέους που έχουν μάθει να βιώνουν το λάθος ως αποτυχία.
Στην ίδια λογική τοποθετεί και τον ρόλο της οικογένειας. Οι γονείς, υποστηρίζει, δεν χρειάζεται να αφαιρούν κάθε εμπόδιο από τη ζωή των παιδιών, αλλά να δημιουργούν την ασφάλεια μέσα στην οποία αυτά θα μπορούν να δοκιμάσουν, να αποτύχουν και να διαπιστώσουν μέσα από την ίδια την προσπάθεια τι είναι ικανά να κατακτήσουν.
Για τον Γιώργο Πογιατζή, επομένως, το πραγματικό διακύβευμα των αποτελεσμάτων του PISA δεν είναι τόσο η θέση της Κύπρου στην επόμενη διεθνή κατάταξη, αλλά κατά πόσο το σχολείο μπορεί να δώσει ξανά νόημα στην προσπάθεια και στη συμμετοχή.
Τι συμβαίνει στην τάξη
Από τη δική του πλευρά, ο φιλόλογος Χρίστος Λαζανιάς βλέπει στην καθημερινότητα της σχολικής τάξης πολλές από τις συμπεριφορές που αποτυπώνει η έκθεση. Όπως εξηγεί, υπάρχουν μαθητές που διαβάζουν ένα κείμενο βιαστικά και προσπαθούν εξίσου γρήγορα να δώσουν μια απάντηση, χωρίς να αφιερώσουν τον χρόνο που απαιτείται για πραγματική κατανόηση. Η δυσκολία γίνεται πιο έντονη όταν καλούνται να ακολουθήσουν σύνθετες οδηγίες, να συνδέσουν πληροφορίες ή να τεκμηριώσουν.
Η κατανάλωση της πληροφορίας
Ο ίδιος παρατηρεί ότι αρκετοί μαθητές αντιμετωπίζουν τη γνώση περισσότερο ως μια συλλογή μεμονωμένων πληροφοριών παρά ως μια διαδικασία σύνθεσης και κατανόησης. Η αίσθηση ότι οποιαδήποτε πληροφορία μπορεί να αναζητηθεί άμεσα στο διαδίκτυο ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχει, όπως αναφέρει, μειώσει σε αρκετές περιπτώσεις το ενδιαφέρον για εμπλουτισμό των γνώσεων.
Αποδίδει μέρος αυτής της εικόνας και στον τρόπο με τον οποίο οι νέοι έχουν συνηθίσει να καταναλώνουν την πληροφορία. Μικρά και συχνά συνθηματικά κείμενα, συνεχείς εναλλαγές εικόνων και περιεχομένου και η απαίτηση για άμεσες απαντήσεις δημιουργούν, κατά την άποψή του, ένα περιβάλλον στο οποίο η προσπάθεια και η επιμονή περιορίζονται.
Ένα μέρος της ευθύνης εντοπίζει, όμως, και στον τρόπο με τον οποίο το ίδιο το σχολείο έχει μάθει να αξιολογεί τους μαθητές. Όταν ο μαθητής επιβραβεύεται κυρίως για τη σωστή απάντηση, είναι αναμενόμενο, όπως εξηγεί, να προσπαθεί να φθάσει γρήγορα σε αυτήν αντί να αναπτύξει τον συλλογισμό του.
Η χαμηλή αυτοπεποίθηση αποτελεί επίσης ζήτημα που συναντά καθημερινά. Φράσεις μαθητών όπως «δεν είμαι καλός», «δεν θα τα καταφέρω» ή «δεν θα περάσω τις εξετάσεις» δείχνουν, κατά τον ίδιο, ότι αρκετά παιδιά παραιτούνται από την προσπάθεια έχοντας ήδη προεξοφλήσει την αποτυχία.
Γι' αυτό θεωρεί κρίσιμο να καλλιεργηθεί ένα περιβάλλον όπου θα αναγνωρίζεται η πρόοδος, θα επιβραβεύεται η προσπάθεια και το λάθος θα αντιμετωπίζεται ως μέρος της μάθησης. Το ζητούμενο, όπως το θέτει, είναι το παιδί να μάθει να αναρωτιέται όχι απλώς «ποια είναι η απάντηση;», αλλά «γιατί αυτή είναι η απάντηση;».
Σχολείο αποκομμένο από τη ζωή
Ο φιλόλογος στέκεται και στην αποσύνδεση που αισθάνεται ένα μέρος των μαθητών από το ίδιο το σχολείο. Όπως αναφέρει, αρκετά παιδιά θεωρούν ότι η σχολική εμπειρία δεν συνδέεται επαρκώς με την πραγματική ζωή και ότι δεν τους εφοδιάζει με όσα θα χρειαστούν μετά την αποφοίτηση. Η αντίληψη αυτή είναι ακόμη εντονότερη μεταξύ μαθητών που ήδη εργάζονται και έχουν αρχίσει να έρχονται σε επαφή με τις πρακτικές απαιτήσεις της ενήλικης ζωής.
Το κινητό
Σημαντική θέση στις διαπιστώσεις του έχει και η επίδραση των κινητών τηλεφώνων. Παρότι η χρήση τους απαγορεύεται μέσα στην τάξη, ο ίδιος περιγράφει παιδιά που παραμένουν προσηλωμένα στην προσδοκία του πότε θα ξαναπάρουν το κινητό στα χέρια τους, με αποτέλεσμα να αποσυντονίζονται και να δυσκολεύονται να συγκεντρωθούν.
Η εικόνα αυτή, σύμφωνα με τον ίδιο, επηρεάζει ακόμη και τη φυσική κατάσταση με την οποία οι μαθητές φτάνουν στο σχολείο. Πολλά παιδιά παραδέχονται ότι παραμένουν μέχρι τις δύο ή τις τρεις τα ξημερώματα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή σε ηλεκτρονικά παιχνίδια και εμφανίζονται το επόμενο πρωί κουρασμένα και νυσταγμένα στην τάξη.
Υπερπροστασία και αυτονομία
Ο ρόλος της οικογένειας, κατά τον Χρίστο Λαζανιά, είναι καθοριστικός και δεν περιορίζεται στον έλεγχο της χρήσης των κινητών. Η οικογένεια αποτελεί το πρώτο μαθησιακό και κοινωνικό περιβάλλον του παιδιού και διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο θα αντιληφθεί την ευθύνη και την προσπάθεια.
Η υπερπροστασία, υποστηρίζει, μπορεί τελικά να λειτουργήσει εις βάρος του παιδιού, εάν οι γονείς παρεμβαίνουν κάθε φορά πριν προλάβει να δοκιμάσει μόνο του. Αντίθετα, θεωρεί σημαντικό οι γονείς να αφήνουν τα παιδιά να αντιμετωπίζουν τις συνέπειες των επιλογών τους, να μην τους προσφέρουν αμέσως τη λύση και να τους επιτρέπουν ακόμη και να αποτυγχάνουν χωρίς ντροπή.
Το μοντέλο που προτείνει είναι αυτό της «υποστηριζόμενης αυτονομίας»: ο γονιός να είναι παρών, να καθοδηγεί και να παρέχει ασφάλεια, αλλά σταδιακά να αποσύρει τη βοήθειά του όσο το παιδί αναπτύσσει τις δικές του δεξιότητες.
Ριζικές αλλαγές
Σε ό,τι αφορά το εκπαιδευτικό σύστημα, ο Χρίστος Λαζανιάς θεωρεί ότι δεν αρκούν επιμέρους διορθώσεις, αλλά απαιτούνται ουσιαστικές και βαθύτερες αλλαγές, οι οποίες θα προκύψουν μέσα από συνεργασία όλων των εμπλεκομένων και θα αξιολογούνται στην πορεία.
Η διδασκαλία, κατά την άποψή του, πρέπει να αποκτήσει μεγαλύτερη ευελιξία και να προσαρμόζεται περισσότερο στις ατομικές ανάγκες, στις δυνατότητες και στον ρυθμό μάθησης του κάθε παιδιού. Και κυρίως, η επιτυχία του εκπαιδευτικού συστήματος δεν μπορεί να μετριέται αποκλειστικά με τυποποιημένες εξετάσεις και διεθνείς κατατάξεις, αλλά και με το κατά πόσο καταφέρνει να διαμορφώνει ανθρώπους αυτόνομους, υπεύθυνους και ικανούς να εξελίσσονται σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους.






