Του Αβέρωφ Νεοφύτου
Αν κάτι θεωρώ απεχθές, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, στον δημόσιο βίο μετά τη χρεοκοπία, είναι ο λαϊκισμός, που φορτώνει δαπάνες στο κράτος αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Πρόκειται για μια επικίνδυνη πολιτική πρακτική, που επιχειρεί να υπνωτίσει τον λαό μας λέγοντάς του ότι «λεφτά υπάρχουν», στηριζόμενη στον ισχυρισμό ότι τα δημόσια οικονομικά κινούνται στα όρια που ζητεί η Ευρωπαϊκή Ένωση. Όμως, τα πράγματα στην Ευρώπη έχουν αλλάξει. Δεν υπάρχουν μόνο ποσοτικά όρια για τα ελλείμματα και το χρέος. Έχουν τεθεί και ποιοτικά κριτήρια για τα δύο θεμελιώδη μεγέθη, καθώς και συγκεκριμένοι στόχοι η επίτευξη των οποίων απαιτεί σοβαρές και μακροπρόθεσμες κυβερνητικές πολιτικές, με επίκεντρο μεταρρυθμίσεις ουσίας. Αν δεν προωθηθούν οι μεταρρυθμίσεις αυτές, φοβάμαι ότι σύντομα η χώρα θα τεθεί προ οδυνηρών διλημμάτων.
Τα νέα δεδομένα
Τον Απρίλιο του 2024, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ενέκρινε τρία νομοθετήματα που θα μεταρρυθμίσουν το πλαίσιο οικονομικής και δημοσιονομικής διακυβέρνησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Βασικός στόχος αυτής της μεταρρύθμισης είναι η διασφάλιση υγιών και βιώσιμων δημόσιων οικονομικών, και παράλληλα η προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης στα κράτη μέλη. Στοχεύει στη μείωση των δεικτών του δημοσίου χρέους και των ελλειμμάτων με σταδιακό, ρεαλιστικό, διαρκή και φιλικό προς την ανάπτυξη τρόπο. Παράλληλος στόχος της μεταρρύθμισης είναι να προστατευθούν οι επενδύσεις σε στρατηγικούς τομείς όπως ο ψηφιακός μετασχηματισμός, η πράσινη μετάβαση και ο τομέας της άμυνας. Ταυτόχρονα, το νέο πλαίσιο θα προσφέρει κατάλληλο περιθώριο για αντικυκλικές πολιτικές και θα βοηθήσει να αντιμετωπιστούν μακροοικονομικές ανισορροπίες.
Σύμφωνα με τους νέους κανόνες, όλα τα κράτη μέλη θα κληθούν να καταρτίσουν εθνικό μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό διαρθρωτικό σχέδιο διάρκειας 4-5 ετών, ανάλογα με τη διάρκεια της παρούσας διακυβέρνησης του κάθε κράτους μέλους. Κάθε κράτος μέλος θα δεσμεύεται σε πολυετή ορίζοντα για την πορεία των καθαρών δημόσιων δαπανών και θα εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο θα υλοποιήσει επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις που ανταποκρίνονται στις κύριες προκλήσεις που προσδιορίζονται στις συστάσεις για την κάθε χώρα.
Πριν όμως γίνει αυτό, η Επιτροπή θα υποβάλει μια «πορεία αναφοράς» για την εξέλιξη των καθαρών δαπανών στα κράτη μέλη όπου το δημόσιο χρέος υπερβαίνει το 60% του ΑΕΠ ή όπου το δημόσιο έλλειμμα υπερβαίνει το 3% του ΑΕΠ.
Αυτή η πορεία αναφοράς λαμβάνει υπόψη τις ειδικές προκλήσεις βιωσιμότητας κάθε χώρας και επισημαίνει πώς μπορούν τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι, έως το τέλος μιας περιόδου δημοσιονομικής προσαρμογής, το δημόσιο χρέος βρίσκεται ή μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκεται σε προφανή καθοδική πορεία ή ότι παραμένει σε συνετά επίπεδα σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.
Ποσοτικά και ποιοτικά, πλέον τα κριτήρια
Οι νέοι κανόνες περιλαμβάνουν δύο προϋποθέσεις με τις οποίες πρέπει να συμμορφώνεται η πορεία αναφοράς:
• εγγύηση για τη βιωσιμότητα του χρέους, ώστε να διασφαλίζεται η ελάχιστη μείωση του επιπέδου του δημόσιου χρέους, και
• εγγύηση ανθεκτικότητας για το έλλειμμα, ώστε να παρέχεται περιθώριο ασφαλείας κάτω από την τιμή αναφοράς του 3% του ΑΕΠ, προκειμένου να δημιουργηθούν δημοσιονομικά αποθεματικά ασφαλείας.
Τα κράτη μέλη θα ενσωματώσουν την πορεία των καθαρών δαπανών στα εθνικά μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά διαρθρωτικά σχέδιά τους.
Οι νέοι κανόνες θα ενθαρρύνουν περαιτέρω διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και δημόσιες επενδύσεις, οι οποίες θα ενισχύσουν τη βιωσιμότητα και την ανάπτυξη. Τα κράτη μέλη θα έχουν τη δυνατότητα να ζητούν παράταση του σχεδίου με μέγιστο όριο τα επτά χρόνια, εφόσον δεσμευτούν να υλοποιήσουν ορισμένες μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις οι οποίες θα βελτιώνουν την ανθεκτικότητα και τις δυνατότητες ανάπτυξης, θα στηρίζουν τη βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών, και θα ανταποκρίνονται σε κοινές προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σε αυτές τις προτεραιότητες περιλαμβάνονται η πράσινη και η ψηφιακή μετάβαση, η διασφάλιση ενεργειακής ασφάλειας, η ενίσχυση της ανθεκτικότητας, τόσο της οικονομίας όσο και της κοινωνίας, αλλά και η ενίσχυση της άμυνας όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο.
Τι σημαίνουν οι νέοι κανόνες για μας
Με βάση τις αλλαγές σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Κύπρος στον προϋπολογισμό για το 2025 δεν μπορεί να υπερβεί το όριο της αύξησης του 5% στις πρωτογενείς καθαρές δαπάνες. Με άλλα λόγια, στον προϋπολογισμό του 2025, οι πρωτογενείς καθαρές δαπάνες του κράτους, μπορούν να αυξηθούν μέχρι 5% σε σχέση με τις πρωτογενείς καθαρές δαπάνες του 2024.
Αυτό προϋποθέτει ότι το κόστος τυχόν εξαγγελιών της εκτελεστικής εξουσίας θα πρέπει να εμπίπτει στα πλαίσια του ορίου του 5% όπως αυτό καθορίζεται πιο πάνω. Συνεπώς, το κόστος οποιωνδήποτε εξαγγελιών που δεν περιλαμβάνονται στον κρατικό προϋπολογισμό του 2025 θα πρέπει να καλυφθεί από εξοικονομήσεις σε άλλες δαπάνες.
Με δεδομένο ότι ο κρατικός προϋπολογισμός του 2025, με βάση τις παραδοχές που υπέβαλε το Υπουργείο Οικονομικών, προβλέπει ήδη αύξηση στις πρωτογενείς δαπάνες του κράτους, τότε ενώπιόν μας υπάρχει μια μεγάλη πρόκληση.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι μεγάλο μέρος των κρατικών δαπανών, όπως κόστος μισθών και συντάξεων, ενοίκια κ.λπ. είναι ανελαστικές, τότε οι εξοικονομήσεις θα πρέπει να προκύψουν είτε από περιορισμό των παροχών, είτε με συρρίκνωση των αναπτυξιακών δαπανών του κράτους, ώστε η Κύπρος να συμμορφωθεί με τους νέους κανόνες οικονομικής διακυβέρνησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η αναγκαιότητα διαφύλαξης των πλεονασμάτων και ο περιορισμός της αύξησης των κρατικών δαπανών γίνονται ακόμα πιο επιτακτικά λόγω και της πιθανής παγκόσμιας ύφεσης που μπορεί να προκληθεί λόγω των εμπορικών πολέμων που έχουν ήδη ξεσπάσει.
Με τις εξαγγελίες και μόνο των δύο πρώτων μηνών είμαστε ήδη μακράν πέραν των κανόνων της ΕΕ.
Η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών δεν είναι πολυτέλεια, αλλά απαραίτητη προϋπόθεση για τη σταθερότητα της οικονομίας και τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των πολιτών και των διεθνών θεσμών. Η δέσμευση της Κύπρου έναντι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για συγκράτηση της αύξησης των καθαρών πρωτογενών δαπανών στο 5% το 2025, αποτελεί θεμελιώδη άξονα της οικονομικής της πολιτικής. Ωστόσο, η κυβέρνηση, εντός του 2025, προχώρησε σε ανακοινώσεις πολιτικών τέτοιας κλίμακας που όχι μόνο δεν είχαν προγραμματιστεί, αλλά ούτε καν ενσωματωθεί στον προϋπολογισμό του 2025. Πρόκειται για παρεμβάσεις που, αθροιστικά, ανέρχονται σε πολλές εκατοντάδες εκατομμύρια εάν συνυπολογιστούν και οι πρόσθετοι δημοσιονομικοί κίνδυνοι.
Η πρακτική αυτή είναι επικίνδυνη. Όταν μια κυβέρνηση εξαγγέλλει μέτρα που δεν έχουν μελετηθεί ούτε κοστολογηθεί επαρκώς, παίρνει διαζύγιο από την υπεύθυνη διαχείριση και προσχωρεί στον πολιτικό καιροσκοπισμό. Η προσπάθεια διόρθωσης της διαβρωμένης εικόνας της κυβέρνησης μέσω εξαγγελιών οδηγεί αναπόφευκτα σε σοβαρές αποκλίσεις από τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις. Το αποτέλεσμα είναι διπλά επιζήμιο: αφενός, υπονομεύεται η δημοσιονομική σταθερότητα της χώρας και, αφετέρου, κλονίζεται η αξιοπιστία της Κύπρου στα μάτια των ευρωπαϊκών θεσμών.
Η απόκλιση από τα συμφωνηθέντα όρια δεν είναι απλά μια τεχνική παραβίαση. Συνεπάγεται ευρύτερες επιπτώσεις που θα πλήξουν τόσο την οικονομία όσο και την κοινωνία. Η εμπιστοσύνη των αγορών μειώνεται, το κόστος δανεισμού αυξάνεται, και η χώρα μπορεί να οδηγηθεί σε ασφυκτική δημοσιονομική εποπτεία. Επιπλέον, η αφερεγγυότητα σε επίπεδο οικονομικής διαχείρισης υπονομεύει τις προοπτικές για νέες επενδύσεις και περιορίζει τη δυνατότητα ανάληψης στρατηγικών πρωτοβουλιών στο μέλλον.
Η κυβέρνηση πρέπει να καταθέσει αναλυτική εκτίμηση των δημοσιονομικών επιπτώσεων των νέων εξαγγελιών και να παρουσιάσει τον συνολικό πρόσθετο αντίκτυπο πριν την αποστολή συμπληρωματικού προϋπολογισμού στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Ο λαϊκισμός δεν μπορεί και δεν πρέπει να υπερισχύσει της χρηστής διακυβέρνησης. Η οικονομική σταθερότητα δεν επιτρέπεται να τίθεται σε κίνδυνο για την εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων.
Ώρα ευθύνης για την κυβέρνηση
Η Κύπρος δεν έχει την πολυτέλεια να απομακρυνθεί από τις ευρωπαϊκές της υποχρεώσεις. Οποιαδήποτε παρέκκλιση θα έχει σοβαρό αντίκτυπο στις σχέσεις της χώρας με τους εταίρους της, καθώς και στην πρόσβασή της σε κοινοτικά και επενδυτικά κεφάλαια. Οι ανεύθυνες πρακτικές πρέπει να σταματήσουν πριν η κατάσταση γίνει μη αναστρέψιμη.
Η πορεία της κυπριακής οικονομίας είναι θετική. Υπάρχει ικανοποιητικός ρυθμός ανάπτυξης που ξεπερνά το 3% και τα έσοδα αυξάνονται, γεγονός που προκαλεί δημοσιονομικό πλεόνασμα. Όμως το δημοσιονομικό πλεόνασμα του κράτους προέρχεται αποκλειστικά από το πλεόνασμα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Και αυτά τα χρήματα πρέπει να τα προστατεύουμε ως κόρη οφθαλμού γιατί αφορούν τις μελλοντικές συντάξεις των επόμενων γενιών. Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να τα μετατρέπουμε σε σημερινές δαπάνες.
Ενώ η οικονομία μας έχει θετικό ρυθμό ανάπτυξης, οι συνεχείς μη στοχευμένες δαπάνες που εξαγγέλλονται είναι πιθανό να έχουν αρνητικές επιπτώσεις για τη χώρα όσον αφορά την απόκλιση από τις δεσμεύσεις. Αυτό που πρέπει να αντιληφθεί η κυβέρνηση είναι ότι δεν μπορεί να αυξάνει τις δαπάνες και να στέλνει τον λογαριασμό στους επόμενους. Η κάθε εξαγγελία που συνεπάγεται επαναλαμβανόμενο κόστος θα χρεώνεται στο σύνολό της την περίοδο της εξαγγελίας. Γι' αυτό κρίνουμε ότι η νέα ευρωπαϊκή στρατηγική που βάζει φραγμό στις ανεξέλεγκτες δαπάνες είναι απόλυτα ορθή. Ουσιαστικά η Ευρώπη λέει στο κάθε κράτος μέλος ότι δεν έχει σημασία πόσο δημοσιονομικό πλεόνασμα έχει: οι δαπάνες αυξάνονται πλέον ορθολογικά - και στην περίπτωση της Κύπρου το όριο καθορίστηκε στο 5% σε σχέση με τις δαπάνες της προηγούμενης χρονιάς.
Αυτοί είναι οι νέοι κανόνες και πρέπει να συμμορφωθούμε όχι γιατί μας τους επιβάλλουν ή γιατί είμαστε «καλά παιδιά», αλλά γιατί έτσι διασφαλίζουμε το μέλλον της πατρίδας μας.







