Του Ανδρέα Γρ. Ορφανίδη*
Η εκπαιδευτική και ψυχολογική συμβουλευτική αποτελεί βασικό πυλώνα της εκπαιδευτικής διαδικασίας, διασφαλίζοντας την ψυχική υγεία των μαθητών. Οι κοινωνικές προκλήσεις και οι αυξημένες εκπαιδευτικές απαιτήσεις καθιστούν αναγκαία την ενίσχυση της εκπαιδευτικής και ψυχολογικής στήριξης. Το σχολικό έτος 2022-2023, η Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας (ΥΕΨ) χειρίστηκε 9.316 περιστατικά, εκ των οποίων 3.365 ήταν νέες περιπτώσεις. Τα αγόρια αποτέλεσαν το 65,5% των περιστατικών, ενώ οι κύριες παραπομπές προήλθαν από τα σχολεία και τις Επιτροπές Ειδικής Αγωγής.
Παρά τη σημαντική συνεισφορά της, η ΥΕΨ αντιμετωπίζει προκλήσεις, κυρίως λόγω της περιορισμένης στελέχωσης. Με 69 ψυχολόγους κατανεμημένους σε τέσσερα επαρχιακά γραφεία, η αναλογία μαθητών ανά ψυχολόγο είναι υψηλή (135 περιστατικά ετησίως), γεγονός που μπορεί να επηρεάζει την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Φινλανδία και η Σουηδία, όπου οι σχολικοί ψυχολόγοι εργάζονται εντός των σχολικών μονάδων, το κυπριακό σύστημα στερείται παρόμοιας ευελιξίας και προληπτικών παρεμβάσεων.
Η ενίσχυση του συστήματος απαιτεί αύξηση του αριθμού των ψυχολόγων, ώστε να μειωθεί η αναλογία μαθητών ανά επαγγελματία και να βελτιωθεί η εξατομικευμένη προσέγγιση. Η συνεχής επιμόρφωση των ψυχολόγων είναι επίσης ζωτικής σημασίας, ειδικά σε τομείς όπως η διαχείριση άγχους, οι μαθησιακές δυσκολίες, το μπούλινγκ και η νεανική παραβατικότητα. Επιπλέον, η συνεργασία μεταξύ σχολείων, γονέων και κοινοτικών φορέων μπορεί να προσφέρει πιο ολοκληρωμένες λύσεις, όπως προγράμματα οικογενειακής υποστήριξης που εφαρμόζονται στη Νορβηγία.
Η πρόληψη αποτελεί επίσης κρίσιμο παράγοντα. Στην Κύπρο, οι περισσότερες παρεμβάσεις γίνονται αφού τα προβλήματα έχουν ήδη εξελιχθεί, ενώ σε χώρες όπως η Ισλανδία, εφαρμόζονται προγράμματα πρώιμης ανίχνευσης και ανάπτυξης δεξιοτήτων ζωής για τους μαθητές. Ανάλογες πρακτικές μπορούν να προσαρμοστούν στο κυπριακό πλαίσιο, συμβάλλοντας στην ψυχική ανθεκτικότητα των μαθητών.
Η αξιοποίηση της τεχνολογίας είναι ένας ακόμη σημαντικός τομέας βελτίωσης. Διαδικτυακές πλατφόρμες συμβουλευτικής μπορούν να διευρύνουν την πρόσβαση στις υπηρεσίες, ιδιαίτερα σε απομακρυσμένες περιοχές. Παράλληλα, η ανάλυση δεδομένων μπορεί να βοηθήσει στον καλύτερο σχεδιασμό των παρεμβάσεων. Η συστηματική αξιολόγηση των υπηρεσιών, όπως γίνεται στη Δανία, μπορεί να διασφαλίσει την ποιότητα και να προωθήσει βελτιώσεις μέσω ανατροφοδότησης από μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικούς.
Το σύστημα εκπαιδευτικής και ψυχολογικής συμβουλευτικής στην Κύπρο έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο, αλλά παραμένουν προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν για να διασφαλιστεί η ποιότητα και η αποτελεσματικότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Η υιοθέτηση βέλτιστων πρακτικών από άλλες χώρες, όπως η μείωση της αναλογίας μαθητών προς ψυχολόγους, η έμφαση στην πρόληψη και η αξιοποίηση της τεχνολογίας, μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη βελτίωσή του.
*Καθηγητή-ανθρωπολόγου στο Philips University, πρώην πρύτανη






