Φόρμα αναζήτησης

Έρση Μόντη: Η ζωή δίπλα σε έναν ποιητή (βίντεο)

Όταν ακούς τον λόγο της 96χρονης Έρσης Μόντη την ώρα που αφηγείται τη ζωή της είναι σαν να ακούς απαγγελία από ποίηση. Ένας γλυκύτατος λόγος, σχεδόν ρυθμικός, μια διαύγεια που δεν συναντάς ούτε σε 20χρονους. Η χρήση της γλώσσας εν τη ρύμη του λόγου άπταιστη. Η Έρση δεν βιάζεται να πει την επόμενη λέξη αν δεν βρει την κατάλληλη.

Έως πριν από μερικούς μήνες ήταν πολύ λειτουργική. Φρόντιζε τον εαυτό της, μαγείρευε, απολάμβανε την κάθε μέρα από τη δέκατη δεκαετία της ζωής της. Δύο ατυχήματα ωστόσο, συχνά δυστυχώς σε αυτήν την εύθραυστη ηλικία, την καθήλωσαν στο κρεβάτι. Εκεί τη βρήκαμε, στο σπίτι στον Άγιο Δομέτιο που έφτιαξαν μαζί με τον σύζυγό της Κώστα Μόντη, τον ποιητή, το 1953, στο φωτεινό δωμάτιο που βλέπει στην πίσω αυλή, παρέα με την κόρη της Στάλω, η οποία κινηματογραφούσε αυτές τις πολύτιμες θύμησες της μάνας της.

O Κώστας και η Έρση Μόντη με τα παιδιά τους (από αριστερά) Μάριο, Θεόδουλο, Λέλλο και Στάλω.

Μα πέθανε η μάμμα σου;

«Και κάπως έτσι το 1923 αρχίζει αυτή η ιστορία… Στη Μόρφου. Η μητέρα μου είχε αποθάνει μερικούς μήνες μετά τη γέννησή μου. Με πήρε η αδελφή της η Αναστασία για δύο χρόνια και με μεγάλωσε. Όταν αρραβωνιάστηκε η θεία μου ο πατέρας μου θέλησε το μωρό να επιστρέψει στο σπίτι μας. Τότε ήρθε η στετέ μου από τη Λευκωσία και έμενε μαζί μας και με μεγάλωνε.

Σιγά-σιγά ο Θεός βοήθησε και πήγα σχολείο. Πάντα μου έλεγαν ‘μάνα μου το μαραζιάρικο μου, τι έχεις μωρό μου. Γέλασε μωρό μου. Παίξε μωρό μου’. Μα όταν πήγα για πρώτη φορά σχολείο έτρεξαν όλοι πάνω μου και μου έλεγαν ‘πέθανε η μάμμα σου, α’; Και εγώ έπιασα τα κλάματα. Ο πατέρας μου έκανε ή το λάθος ή τη σοφία να μην ξαναπαντρευτεί και τράβηξε μεγάλο φόρτο, συναισθηματικό αλλά και από πλευράς εργασίας. Δεν τον αφήναμε να κοιμηθεί τη νύχτα, δεν θέλαμε το φαγητό που μας έφερνε. Ήμασταν τέσσερα αδέλφια. Σιγά-σιγά όλα αυτά διορθώθηκαν, όταν η μεγάλη μας αδελφή, η Αγνή, έγινε δέκα χρονών και θεώρησαν καλό να τη βγάλουν από το σχολείο όταν τελείωσε το δημοτικό για να με προσέχει και να μάθει και καμιά δουλειά, να μας φτιάχνει και κανένα φαγητό… Πολλές φορές την εποχή εκείνη και τα αγόρια έβγαιναν απ’ το σχολείο για να συμβάλουν στις δουλειές του σπιτιού».

Έρση και Κώστας μαζί με τους Μάριο και Θεόδουλο.

Ταξίδια με το «17»

Ο πατέρας της ήταν ο Παντελής Κωνσταντίνου. Εμποροράπτης, ο πρώτος που έραβε ευρωπαϊκά στη Μόρφου. «Δεν είχε τότε ευρωπαϊστές ράπτες, διότι έραβαν όλοι βράκες ακόμα. Αυτός έραβε κοστούμια ευρωπαϊκά και επειδή είχε αδελφό στην Αίγυπτο που του έστελνε κασμίρια καλά προχώρησε. Αγόρασε και αυτοκίνητο. Ήταν το νούμερο 17, το πρώτο στη Μόρφου και μπαίναμε και μας έπαιρνε Απόστολο Ανδρέα, Κύκκο… Ο πατέρας μου ήταν επίτροπος στην εκκλησία και είχε εκτίμηση μεγάλη. Ήταν πολύ έντιμος».

Ήταν εποχές που οι αξίες διακρίνονταν στη ζωή. Αυτό το εντοπίζουμε σε όλο τον λόγο της Έρσης Μόντη. Είχε αξία να είσαι άνθρωπος σεβαστός στον κόσμο, δίχως «τάτσες».

Την πρώτη φορά που πήγαν εκδρομή με το αυτοκίνητο ήταν στο Μοναστήρι του Κύκκου. Πρέπει να ήταν έξι χρονών. Οι στροφές και οι ανηφόρες δεν βοηθούσαν και το αυτοκίνητο έβρασε. «Είπαν πως έλειψε το νερό της μηχανής του αυτοκινήτου και κατέβηκε ο αδελφός μου, που θα ήταν δέκα χρονών τότε, για να βρει νερό να βάλουμε στο αυτοκίνητο. Στην πολλή ώρα ήρθε ο Μιχαλάκης, ξεκινάμε να φεύγουμε και ο πατέρας μου θυμάται ότι ξέχασε το σακάκι του εκεί στο μοναστήρι με 70 λίρες μέσα. Γυρίζουμε πίσω, βλέπουμε ένα καλοηρί (σ.σ. νεαρός μοναχός) να έρχεται να βαστά το σακάκι».

Η Έρση με τα παιδιά της στο Μοναστήρι του Κύκκου.

Σε αυτή την ηλικία είχε κάνει και το πρώτο ταξίδι στον Απόστολο Ανδρέα. «Το καλοηρί ήταν συνεχώς δίπλα μας για να επιβλέπει αν θέλαμε κάτι. Ήταν επίτροπος ο παπάς μου και τον εκτιμούσαν. Τρεις μέρες μείναμε στον Απόστολο Ανδρέα κάνοντας περιοδεία στα γύρω μέρη».

Η Μόρφου ήταν χωριό

«Τις πρώτες δεκαετίες της ζωής μου η Μόρφου έμοιαζε ακόμη με χωριό. Ήταν χωριό. Είχε όμως ένα σινεμά, έναν καραγκιόζη, ένα δημοτικό σχολείο, νηπιαγωγεία υπήρχαν, Αστυνομία, οι εκκλησίες ήταν περιποιημένες, οι δασκάλες μας ήταν καλές, άλλες από την Ελλάδα άλλες από την Κύπρο και το επίπεδο του κόσμου ήταν καλό. Τίμιοι άνθρωποι. Αφήναμε ανοικτές τις πόρτες και πηγαίναμε στον μπακάλη και δεν έμπαινε κανένας να σε πειράξει. Εξ αντιθέτου με τη σημερινή εποχή που χωρίς να ανοίξεις μπαίνουν». Αυτόματος ο συνειρμός της κλεψιάς με την πολιτική ζωή του τόπου: «Όταν άρχισε η διαφθορά να μπαίνει στους μεγάλους που άλλα λένε κι άλλα κάνουν, εμάς δεν μας πέφτει λόγος βεβαίως να κρίνουμε, αλλά είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα».

Η Έρση Μόντη σε νεαρή ηλικία 15-16 ετών στη Μόρφου.

Επιστροφή στη Μόρφου. «Ήταν αγρότες οι περισσότεροι από τους κατοίκους αλλά είχε και καλούς κτίστες. Σε εμάς τις γυναίκες μάθαιναν από μικρές κέντημα. Μας έλεγαν ‘να κάνεις την προίκα σου. Τα σεντόνια σου γαζί. Κάναμε διάφορα στολίδια για το σπίτι, μαξιλαροθήκες, κεντούσαμε τα τραπεζομάντηλα. Μαθαίναμε και μαγειρική. Έτσι περνούσε ο καιρός, κεντώντας και ακούγοντας στο ραδιόφωνο την Ήβη Μελεάγρου που το κρατούσε πολύ καλά. Τις Κυριακές δεχόμασταν τους φίλους μας, τις συγγενικές οικογένειες που μας είχαν κανένα βαφτιστικό και περνούσαμε τον καιρό μας. Αν ήταν η ζωή ομαλή είχε καλώς, αν συνέβαινε καμιά αρρώστια, η οικογένεια γινόταν άνω-κάτω. Εμάς μας συνέβη ένα γεγονός με τον αδελφό μου ο οποίος έπαθε μηνιγγίτιδα και πέθανε σε ηλικία 21 ετών. Στα 45 του πέθανε και ο παπάς μου».

Τα κτυπήματα της μοίρας

«Ο πατέρας μου ήταν πολύ στενοχωρημένος όταν χάθηκε ο αδελφός μου κι εγώ από τότε δεν ξαναπήγα σχολείο. Δεν έφευγα από το σπίτι. Ήμασταν στο σπίτι και προσέχαμε τον πατέρα που ήταν στενοχωρημένος. Δεν πέρασε πολύς καιρός, μπορεί κανένας χρόνος και άρχισε να πονά το συκώτι του και μας πήρε εμένα και την αδελφή μου και πήγαμε στο Σταυροβούνι. Σηκωθήκαμε το πρωί η ώρα 2 που ήταν οι όρθροι και πήγαμε να προσκυνήσουμε. Όταν γύρισα πίσω για να κοιμηθώ είδα όνειρο ότι ο πατέρας μου πέθανε και το είχα μεγάλο καρφί μέσα στην καρδιά μου. Πράγματι μετά από λίγο καιρό το πρήξιμο στο συκώτι δεν υποχωρούσε, του βάζαμε λάστιχο να απορροφήσει τη χολή και μετά πέθανε».

Τα πρώτα χρόνια του γάμου τους μαζί το πρώτο τους παιδί τον Θεόδουλο.

«Είχα την αντοχή να τα αντέξω όλα αυτά. Και ο Κώστας με παρηγορούσε». Είχε περάσει κι αυτός δύσκολα. Ο αδελφός του, Γιώργος Μόντης, τρίτο παιδί της οικογένειας, είχε πεθάνει από φυματίωση σε ηλικία 21 ετών, όταν ο Κώστας Μόντης ήταν 12 ετών. Μόλις τρεις εβδομάδες μετά πεθαίνει και ο αδελφός του Νίκος, τέταρτο παιδί της οικογένειας, από λευχαιμία σε ηλικία 16 ετών. Τέσσερα χρόνια μετά από φυματίωση πεθαίνει και η μητέρα του Καλομοίρα.

Δύσκολες εποχές για να αρρωσταίνεις. Τα επίπεδα της ιατρικής επιστήμης στο αποικιακό περιβάλλον της Κύπρου υποτυπώδη.

«Οι περιπέτειες της ζωής με τη στοργική διάθεση του Κωστάκη, που ήταν πάντα υπομονετικός όταν εγώ λιποψυχούσα, ξεπερνιόταν. Μου έλεγε ‘υπομονή Έρση μου και θα περάσουν όλα’. Και ο Θεός βοήθησε πράγματι».

Η γνωριμία με τον ποιητή

Τον Νοέμβριο του 1937 ο Κώστας Μόντης παίρνει το πτυχίο του και επιστρέφει στην Κύπρο και ένεκα του ότι οι τέσσερις αδελφές του ζούσαν στη Μόρφου, εκ των οποίων οι τρεις νοίκιαζαν το σπίτι του Παντελή του ράφτη, του πατέρα της Έρσης που το είχε αγοράσει προίκα για τις κόρες του όταν θα μεγάλωναν, πήγε κι αυτός στη Μόρφου για να βρει δουλειά.

«Τον έβλεπα από μακριά από τότε που σπούδαζε στην Αθήνα και πηγαινοερχόταν τα καλοκαίρια. Η αδελφή μου η μεγάλη είχε κουβέντες μαζί με την οικογένεια. Έρχονταν επίσκεψη και στο σπίτι μας οι αδελφές του Κωστάκη. Μια μέρα η αδελφή μου η Αγνή έραβε ένα φουστανάκι. Και της λέει ο Κωστάκης : ‘τι κάνεις Αγνή’; Του είπε πως ράβει ‘ένα φουστανούδι της Ερσούς. Της αδελφής μου’. ‘Μα έχεις και άλλη αδελφή’, της λέει. ‘Ναι, λαλεί του’. Με γνώρισε εν τέλει τον καιρό που πέθανε ο αδελφός μου ο Μιχαλάκης. Τότε θα ήταν 24 χρονών και εγώ 14. Εκεί έγινε η πρώτη μας συνάντηση όταν ήρθε να μας συλλυπηθεί».

Να τον θαυμάζεις

«Στον Κωστάκη είδα μεγάλη καλοσύνη και μεγάλη ευγένεια. Ήταν πρόθυμος να σε βοηθήσει σε κάθε τι. Τα ήξερε όλα. Έλεγα μα αυτός ο άνθρωπος είναι παντογνώστης; Μπορεί και τα ξέρει όλα; Ό,τι τον ρωτήσεις; Τον εθαύμαζα. Και τώρα καταλαβαίνω και το λέω και σε διάφορες νεαρές: πριν αγαπήσετε να θαυμάσετε τον άντρα που θα πάρετε. Αν δεν τον θαυμάσεις μην τον πάρεις».

Δύσκολο να ‘σαι νομικός

«Όταν ο Κωστάκης τελείωσε το Πανεπιστήμιο Αθηνών, ήταν αριστούχος και εξυπνότατος, ήρθε στη Μόρφου. Αλλά έψαχνε και δεν έβρισκε δουλειά», θυμάται η Έρση Μόντη. Το επάγγελμα που σπούδασε, νομική, δεν μπορούσε να το ασκήσει καθότι η αποικιακή κυβέρνηση είχε απαγορεύσει μετά τα Οκτωβριανά -στην οποία είχε συμμετάσχει σε ηλικία 17 ετών- στους δικηγόρους που είχαν σπουδάσει στην Ελλάδα να ασκήσουν το επάγγελμά τους.

«Και επειδή ο παπάς μου ήταν στην εφορία που διόριζε τους καθηγητές, και τα ελληνικά του Κωστάκη ήταν πιο καλά από του φιλολόγου, ήταν και λογοτέχνης (σ.σ. είχε ήδη γράψει την πρώτη του ποιητική συλλογή), προσπάθησε να τον διορίσει καθηγητή στο γυμνάσιο. Δεν έγινε κατορθωτό και έτσι ξεκίνησε να εργάζεται στο λογιστήριο της ΕΜΕ».

Στην πίσω αυλή του σπιτιού τους μαζί με την εγγονή τους Έρση.

Η Έρση και ο Κώστας αρραβωνιάστηκαν όταν εκείνη ήταν 15 ετών κι αυτός 25. Συνήθως δεν έβλεπε μόνη της τον αρραβωνιαστικό της. Την αρχή αυτή επέβαλε ο πατέρας της. «Ο καθένας στο σπίτι του. Ο Κωστάκης έμενε με τις αδελφές του». Αλλά, όπως θυμάται η Έρση, δεν ήταν μια τακτική που εφάρμοζαν όλοι στη Μόρφου την εποχή εκείνη.

Ο χορός του ΑΠΟΕΛ

«Ο γάμος έγινε στη Φανερωμένη στις 24 Φεβρουαρίου του 1946. Ήταν οι Σήκωσες της Κρεοφάγου και έβρεχε καταρρακτωδώς. Το νυφικό ήταν δανεικό από μια ξαδέλφη της ξαδέλφης μου. Στην εκκλησία με πήρε ο Σωκράτης, ο αδελφός της μητέρας μου. Εκείνο το βράδυ ήταν το ball rouge»… Έτσι λεγόταν η ετήσια χοροεσπερίδα του ΑΠΟΕΛ, ένα αποκριάτικο πάρτι. «Η Νίκη, η ξαδέλφη μου, μας είχε προτείνει να πάμε μαζί τους στον χορό. Θα μου έδινε κι ένα φόρεμα για να φορέσω. Ο Κωστάκης είπε όχι, δεν είχαμε πολλά λεφτά για τον χορό. Και μείναμε στο σπίτι».

Η ζωή με τον ποιητή

Πώς είναι η ζωή δίπλα σε έναν μεγάλο ποιητή; «Ω, πάρα πολύ ωραία! Πέρασα πολύ όμορφα δίπλα στον Κωστάκη. Είναι δύσκολο και εύκολο να ζεις με έναν ποιητή. Σε μερικές περιπτώσεις είναι δύσκολο. Έβρισκε όμως τον τρόπο να κάτσει μόνος του να επεξεργαστεί το κείμενό του και να το κάνει ποίημα. Αλλά την πρώτη ιδέα την έριχνε μόλις του ερχόταν! Την κατέβαζε στο χαρτί να μην του φύγει. Τον έβλεπα που έβγαζε αμέσως το σημειωματάριο και έβαζε κάτω την ιδέα. Έγραψε και για μένα. Έτσι μου έλεγε, ναι, ότι ήμουν η μούσα του. Όλα τα κείμενά του αγαπημένα. Ήταν τόσο γλυκός άνθρωπος. Είχε μεγάλη καλοσύνη και ευφυΐα».
Μία ποιητική συλλογή του Κώστα Μόντη είναι αφιερωμένη αποκλειστικά στην Έρση.

Φωτογραφία από τους αρραβώνες τους.

Γνωριμία με λογοτέχνες

Από αυτόν τον έρωτα, αυτήν την αγάπη, αυτό το δέσιμο γεννήθηκαν τέσσερα παιδιά. Ήταν δύσκολο για την Έρση να έχει να κουμαντάρει ένα σπίτι και τέσσερα παιδιά χωρίς τη βοήθεια κανενός. «Πολλές φορές εγώ δεν μπορούσα να συνοδεύσω τον Κωστάκη εις τα τραπέζια που του έκαναν για να τον τιμήσουν διότι είχα τα μωρά. Και έτσι πάντα ήμουν στο παρασκήνιο, αλλά πάλι είμαι ευχαριστημένη. Γνωρίσαμε ανθρώπους σημαντικούς και γυναίκες λογοτέχνιδες, ποιήτριες και άντρες και καλλιτέχνες ζωγράφους. Τον Ρίτσο τον γνωρίσαμε όταν ήρθε στην Κύπρο. Κόσμος πολύς μπήκε μες στο δωμάτιο και όρμησε πάνω του για να του βγάλουν λόγους… Και πήγαμε και εμείς».

Καλοκαιρινές διακοπές

Όπως συνήθιζαν πολλοί εκείνα τα χρόνια, το καλοκαίρι άφηναν τη ζέστη της πόλης και νοίκιαζαν σπίτια στη θάλασσα και στα ορεινά. Δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο οι αγρότες στα ορεινά να «βγαίνουν» ενίοτε από τα σπίτια τους για να τα ενοικιάσουν για έναν μήνα ώστε να μπορέσουν να έχουν ένα έξτρα εισόδημα σε δύσκολες εποχές.
«Ήταν ζέστη στη Λευκωσία και έτσι πηγαίναμε έναν μήνα στα βουνά και έναν μήνα στη θάλασσα. Μέναμε συνήθως στην Κερύνεια εκεί κοντά στο κάστρο. Παίρναμε δωμάτιο από τη Ρεβέκκα Θεοδώρου τη γυναίκα του αστυνομικού η οποία ήταν χήρα. Η Κερύνεια ήταν ήρεμη πόλη εκείνη την εποχή. Ο γιατρός μάλιστα μας είχε συμβουλέψει όταν το μωρό είναι μικρότερο των οκτώ χρονών να παίρνουμε νερό από τη θάλασσα, να το βράζουμε και να το κάνουμε μπάνιο γιατί είχε θεραπευτικές ιδιότητες. Το κάναμε. Στο βουνό πηγαίναμε τον Αύγουστο. Ήταν επικίνδυνος ο Αύγουστος γιατί ήταν πολύ χαμηλά ο ήλιος. Μπορούσες να πάθεις ηλίαση. Δεν βγαίναμε έξω τις μεσημβρινές ώρες».

Η Μαρίτσα Γαβριηλίδου, μητέρα της Έρσης, την οποία έχει στην αγκαλιά της. Η Έρση είναι λιγότερο από 11 μηνών, καθώς τότε είχε αποδημήσει η μητέρα της. Από αριστερά η αδελφή της Αγνή, η Ελένη και ο Μιχαλάκης που πέθανε σε νεαρή ηλικία.

Για αρκετά χρόνια η «εξοχή» της οικογένειας ήταν το χωριό Μουτουλλάς της Μαραθάσας. Ο Κώστας Μόντης είχε βρει από παλιά ένα δώμα και έκανε εκεί εξοχή από τα φοιτητικά του χρόνια. Έτσι δημιούργησε σχέσεις με τους χωριανούς και αργότερα πήγαινε και με την οικογένειά του. Τα πρωινά έπαιρναν τον καφέ τους στο καφενείο στο γιοφύρι κάτω απ’ τα πλατάνια τρώγοντας ωραία γλυκά του κουταλιού, θυμάται η Έρση Μόντη.
Και κάπως έτσι με γλυκιές θύμησες τελειώνει αυτή η αφήγηση…

Το μυστικό της μακροζωίας – Συνείδηση ήσυχη και καθαρή

Λέει η Έρση Μόντη: «Το μυστικό της μακροζωίας είναι να μπορείς να αφήνεις τη συνείδησή σου ήσυχη. Καθαρή. Να πράττεις πάντα σύμφωνα με τη συνείδησή σου, την οποία πρέπει να ελέγξεις. Αν την ανέχεσαι κάν’ το κι άλλες φορές. Αν δεν την ανέχεσαι μην το ξανακάνεις. Αν σε αναστατώνει και δεν σε αφήνει να κοιμηθείς σημαίνει πως κάτι έκανες λάθος. Πρόσεξε. Επιβλήσου στον εαυτό σου και μην το ξανακάνεις. Μόνο έτσι θα ελευθερωθείς. Είναι μια Λερναία Ύδρα η συνείδηση που σε κρατά με σιδερένια χέρια. Αυτοί οι εγκληματίες οι σημερινοί εάν μπορούν να αισθανθούν τα δόντια αυτής της μάστιγας μόνο έτσι μπορεί να ελαφρύνουν τη θέση τους. Και να γίνουν πιο αληθινοί. Το ψέμα να το αφήσουν, την κοροϊδία του λαού να την αφήσουν και να πιστέψουν επιτέλους στην αλήθεια. Τα συμφέροντά τους προκαλούν όλο το κακό».