Φόρμα αναζήτησης

Ποιος φταίει άραγε; Ο δάσκαλος ή ο μαθητής;

Μεγάλωσα σε μια περίοδο όπου, στο δημοτικό τουλάχιστον, γινόταν ακόμη ευρέως ανεκτό οι δάσκαλοι να δέρνουν μαθητές.

Σαφώς καλύτερα μεν από τα χρόνια που ήταν στην ίδια θέση ο πατέρας μου, τα χρόνια που πολλοί γονείς έπαιρναν το παιδί στο σχολείο και έλεγαν στον δάσκαλο «η ψυσιή δική μου, τα κόκκαλα δικά σου», αδειοδοτώντας αυτή τη βία. Αλλά γινόταν ακόμα ανεκτό.

Στο δικό μου σπίτι, κόντρα στην εποχή, δεν υπήρχε καμία τέτοια ανοχή. Επ’ ουδενί λόγω. Η μάνα μου φρόντιζε να εξηγήσει στους δασκάλους εξ υπαρχής ότι δεν επέτρεπε την άσκηση βίας στα παιδιά της στο σχολείο και πως εάν κάναμε κάτι θα έπρεπε να την ειδοποιήσουν αμέσως, αλλά, χέρι πάνω μας να μην τολμήσει να σηκώσει κανείς.

Μια δασκάλα που την αγνόησε και η οποία, πριν με δείρει, με είχε βγάλει μπροστά στην τάξη και με είχε γελοιοποιήσει κιόλας για ένα πρόβλημα που είχα, το μετάνιωσε πολύ πικρά. Η μάνα μου δεν υπολόγιζε κανέναν και δεν το είχε σε τίποτα να θυσιάσει κοινωνικές εικόνες και τα συναφή και να φτάσει ακόμα και στο ξεμάλλιασμα οιασδήποτε, αν χρειαζόταν.

Θυμάμαι κάποιες φορές –αν και γενικά δεν ήμουν πολύ άτακτος μαθητής, είχα απλώς άποψη και την έλεγα και αυτό εκείνη την εποχή ήταν ό,τι χειρότερο ειδικά εάν δεν συμβάδιζε και συνήθως δεν συμβάδιζε με εκείνην του δασκάλου– θυμάμαι λοιπόν, πως όταν έκανα όντως κάτι και ήξερα ότι θα έφτανε στο σπίτι, το να φάω τη σφαλιάρα από τον δάσκαλο έμοιαζε καλύτερο από το άλλο, κάποτε.

Για να μην παρεξηγηθώ, δεν έτρεχε τίποτα στο σπίτι. Από τη μάνα τρώγαμε ξύλο κάποτε –κυρίως με μια παντόφλα που της είχε φέρει η θεία μου από το Κονγκό– από τον δε πατέρα μου, ποτέ. «Έτρεμα» όμως τον πατέρα μου κι ας ήξερα ότι δεν θα με χτυπούσε.

Και τη μάνα μου, ενίοτε, όχι για τις ξυλιές με την παντόφλα (την οποία της την κόψαμε με την αδερφή μου μια μέρα και το κάναμε να φανεί ως φυσική φθορά) όταν έχανε την ψυχραιμία της, αλλά γιατί υπήρχαν άλλες συνέπειες στο σπίτι που μας άγγιζαν πολύ περισσότερο. Και θα εφαρμόζονταν οι τιμωρίες όσο κι αν έκλαιγα όσο κι αν ζητούσα συγγνώμη.

Αυτή ήταν και η διαφορά με αυτό που βλέπω να γίνεται σήμερα. Διαβάζω λ.χ. τις αντιδράσεις κάτω από την είδηση με τον δάσκαλο που χτύπησε τη μαθήτρια και πραγματικά καταλαβαίνω, περισσότερο από άλλες φορές ίσως, τι στο διάολο πάει στραβά μ’ αυτή την κοινωνία.

Οι μισοί ουρλιάζουν για τον καθηγητή και οι άλλοι μισοί τον επικροτούν. Αρχίζοντας από τους τελευταίους, θα δανειστώ το σχόλιο του κτηνίατρου και φίλου μου του Αντρέα –είχε χθες και τα γενέθλιά του, ένας εξαιρετικός άνθρωπος αν και ψηφίζει «κέντρο»– ο οποίος τους ρώτησε εάν θα έλεγαν τα ίδια στην περίπτωση που ήταν δικό τους το παιδί.

Και αυτό είναι εδώ το ζήτημα. Είμαι σίγουρος, γνωρίζοντάς τον, πως το έγραψε με την «πολυτέλεια» ενός ανθρώπου ο οποίος δεν θα επιτρέψει ποτέ στα παιδιά του να γίνουν μέρος του εφιάλτη που βιώνουν πολλοί δάσκαλοι και καθηγητές στα σχολεία. Και πως και εκείνου τα παιδιά όπως και πολλών άλλων μεγαλώνουν με όρια από το σπίτι, όπως μεγάλωσε και εκείνος αλλά και εμείς. Όρια εντός και εκτός του σπιτιού.

Αυτοί οι γονείς, δικαίως δεν ανέχονται τον οποιονδήποτε να ξεπερνά τα όριά του, τα δε παιδιά τους ξέρουν κι εκείνα πως οι γονείς τους τα λατρεύουν, αλλά δεν επιδεικνύουν ανοχή σε τέτοιες εκτροπές. Και κάποτε θα καταλάβουν τον λόγο. Γι’ αυτό άλλωστε, οι γονείς αυτοί δεν μπήκαν στη διαδικασία να ζητούν τον λιθοβολισμό του καθηγητή, αλλά απλώς την εφαρμογή του κανονισμού ο οποίος είναι σαφής.

Δεν μπορεί να γίνεται ανεκτή η χειροδικία. Ποτέ. Από όπου κι αν προέρχεται όμως, με τον ενήλικα να έχει πάντα έναν λόγο λιγότερο. Γιατί, είναι αλήθεια πως υπάρχουν ακατάλληλοι εκπαιδευτικοί στα σχολεία. Όπως, όμως, υπάρχουν και «ακατάλληλοι» μαθητές για τα σχολεία. Μεγαλωμένοι από εκείνο το πολύ μεγάλο ποσοστό των Κυπραίων οι οποίοι, εγώ επιμένω, πως εάν υπήρχαν στοιχειώδεις εξετάσεις για να αποκτήσει κάποιος παιδιά, θα ήταν καταδικασμένοι να μείνουν άκληροι.

Είναι επηρμένοι, απαίδευτοι και ανάγωγοι γονείς οι οποίοι μεγαλώνουν επηρμένα, απαίδευτα και ανάγωγα κωλόπαιδα, τα οποία φέρνουν τους πάντες στα όριά τους, χωρίς αυτοί οι πάντες να μπορούν καν να κάνουν αυτό που στη δική μου εποχή έκαναν οι δάσκαλοι, όταν κάναμε απλώς αταξίες οι οποίες δεν συγκρίνονται με τα όσα γίνονται σήμερα: να καλέσουν τη μάνα ή τον πατέρα μας στο σχολείο και εκείνοι να μπουν μέσα, κατακόκκινοι από ντροπή εάν όντως είχαμε κάνει κάτι και, μιλώντας για μένα τουλάχιστον, από θυμό εάν δεν φταίγαμε και μας είχαν αδικήσει και μόνο. Πράγμα σπάνιο. Εγώ το θυμάμαι δύο φορές όλες κι όλες.

Μάθαιναν στην παρουσία μας τι είχε γίνει και εάν όντως φταίγαμε ζητούσαμε συγγνώμη μπροστά στον δάσκαλο και είχαμε να υποστούμε συνέπειες. Αυτό είναι που λείπει σήμερα. Κι αν μιλήσετε με εκπαιδευτικούς, καλούς εκπαιδευτικούς εννοώ, θα ακούσετε ιστορίες που δεν θα πιστεύετε για τέρατα που έχουν φτιάξει άνθρωποι με την αδιαφορία τους.

Όσοι φωνάζουμε θα πρέπει να το κάνουμε –και το κάνουν πολλοί– με το ίδιο σοκ και τον ίδιο θυμό όταν μαθητές ξυλοκοπούν εκπαιδευτικούς ή βρίζουν εκπαιδευτικούς και οι διάφοροι αυτόκλητοι συνήγοροι έχουν πάντα μια έτοιμη δικαιολογία –παρόμοια με το «ε, να δούμεν τι του έκαμεν του καθηγητή τζαι έδερεν τον/την– της άλλης πλευράς.

Είναι παιδί που έχει αυτό, που έχει εκείνο, που ο πατέρας του ή η μάνα του αυτό ή εκείνο. Χωρίς τίποτα από όλα αυτά να δικαιολογεί τη βία που και ο ανήλικος ασκεί στον ενήλικα ή σε άλλα παιδιά. Χωρίς να έπρεπε να υπάρχει ιδιαίτερα αυτή η δικαιολογία και χωρίς να υπάρχει αποτελεσματική τιμωρία για να μπορέσει το παιδί να μάθει τι σημαίνει συνέπεια της πράξης.

Και κάπου στα χαμένα, διάβασα χθες και την απορία κάποιου άλλου φίλου και μετά, συμπτωματικά, το ίδιο από μια άλλη φίλη. Όταν ένα παιδί, έγραψαν, λέει στον δάσκαλο ακόμα έστω και από θυμό και μόνο «είσαι τίποτε ο τζιύρης μου τζαι δέρνεις με;» και η κοινωνία το θεωρεί φυσιολογικό αυτό, σήμερα το 2019, τότε αυτή η κοινωνία έχει πρόβλημα.

Δεν υπάρχει καλή βία.

Δεν υπάρχει δικαιολογημένη βία.

Υπάρχει βία. Και όποιος κι αν την ασκεί καταδικάζεται. Τόσο απλό είναι. Και εάν κάποιος την έχει ασκήσει, αυτό δεν σημαίνει πως έφτασε στα όριά του για να το κάνει. Ούτε και πως κάποιος έχει το δικαίωμα να φορτώνει ένα παιδί που αδιαφορεί να διαχειριστεί στο σύστημα για να διαλύει και εκείνο με τη σειρά του την ψυχική υγεία άλλων, διότι γνωρίζει ότι το σύστημα δεν μπορεί να κάνει αλλιώς και δεν μπορεί να αντιδράσει.

Μεγαλώνεις το παιδί σου με όρια. Αυτό το πράγμα που λείπει όσο τίποτα άλλο από αυτή την κοινωνία. Και εάν θες να γίνεις καθηγητής ή δάσκαλος, γίνεσαι όχι για τη σίγουρη δουλειά αλλά γιατί αγαπάς τα παιδιά και έχεις τις τεράστιες αντοχές που χρειάζονται, ειδικά στην εποχή μας για να το κάνεις.

Για τα υπόλοιπα πρέπει να υπάρχουν κανονισμοί. Οι οποίοι, εδώ που φτάσαμε, νομίζω ότι πρέπει να γίνουν ένα σύμπαν αυστηρότεροι. Για όλους.