Φόρμα αναζήτησης

Τι σκοτώνει τους δημοσίους υπαλλήλους

Έτυχε τον τελευταίο χρόνο, λόγω μίας άλλης δραστηριότητας με την οποία καταγίνομαι, να έρθω σε επαφή με αρκετές υπηρεσίες του Δημοσίου. Αυτή η εμπειρία με έκανε να καταλάβω από πρώτο χέρι πολλά για την κρατική μηχανή και τους δημοσίους υπαλλήλους. Ανάμεσα σε άλλα αντιλήφθηκα, λοιπόν, ότι η γραφειοκρατία σκοτώνει, όχι μόνο τον πολίτη με τον οποίο συνδιαλλάσσεται, όχι μόνο τις επιχειρήσεις οι οποίες καλούνται να πληρώσουν με χρήμα τις τεράστιες καθυστερήσεις που προκαλεί, αλλά σκοτώνει και τους ίδιους τους δημοσίους υπαλλήλους. Πολλοί από τους οποίους είμαι σίγουρη πως θα ξεκίνησαν την καριέρα τους με πολύ κέφι, για να τους καταντήσει τελικά το απαρχαιωμένο σύστημα αδιάφορους, βαριεστημένους και εξαρτώμενούς του. Οι άχαροι, απρόσωποι χώροι και οι συνθήκες όπου εργάζονται, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα που επικρατεί, η έλλειψη κινήτρων, η ισοπέδωση, η αναξιοκρατία, σαφώς και δεν τους εμπνέουν να παράξουν, να δημιουργήσουν, να εξυπηρετήσουν. Δεν θα ασχοληθώ με τα πώς και γιατί, ούτε με το ότι αυτή η κυβέρνηση, σε συνεργασία με την τρόικα, ήθελε να κάνει τομές και μεταρρυθμίσεις, αλλά δυστυχώς όσα κατάφερε είναι μετρημένα στο δάκτυλο του ενός χεριού. Τόσες ανθρωποώρες για μελέτες για τις οποίες ήρθαν να μας στηρίξουν ξένες κυβερνήσεις ώστε να γίνει η πολυπόθητη μεταρρύθμιση και εκσυγχρονισμός της δημόσιας υπηρεσίας κατέληξαν εκεί που καταλήγουν πάντα τα πράγματα στην Κύπρο. Στο ράφι.

Αυτό το οποίο θέλω να πω είναι πως υπάρχουν και καλοί δημόσιοι υπάλληλοι και είναι μία όαση μέσα σε αυτό το κλίμα κακοδιοίκησης. Είναι οι υπάλληλοι που θα σου δείξουν ενσυναίσθηση, θα σε ακούσουν και τελικά θα καλμάρουν τα νεύρα σου απλώς επειδή θα κάνουν τη δουλειά τους, που θα προσπαθήσουν να σε εξυπηρετήσουν σωστά και γρήγορα. Και συνάντησα αρκετούς σε αυτή την πορεία.

Θα σας πω ένα μόνο περιστατικό. Πριν μερικές μέρες επισκέφθηκα μία υπηρεσία του Δημοσίου. Κτύπησα και μπήκα στο κλουβί από γυαλί της προϊσταμένης, είναι το πρώτο γραφείο που βρίσκεις μπροστά σου, την καλημέρισα και της είπα: «Μπορείτε, σας παρακαλώ, να μου πείτε πού να υποβάλω αυτό το χαρτί;» Πέρασε ένα διάστημα και μετά απάντησε χωρίς καν να κοιτάξει να με δει. «Περίμενε να τελειώσω». Δεν περίμενα καλύτερη υποδοχή. Την είχα τεστάρει άλλη φορά. Πολύ αγενής, πολύ…αφ’ υψηλού. Πολύ προσηλωμένη στους τύπους. Με έστειλε να περιμένω στην ουρά μπροστά στον άκομψο ξύλινο πάγκο με γυαλί, ο οποίος είναι τόσο ψηλός που κρύβει τους υπαλλήλους που κάθονται πίσω απ’ αυτόν. Πόσο απρόσωπο! Ο διπλανός μου καταριόταν την τύχη του που βρέθηκε εκεί και εξυπηρετείτο με το ζόρι. Όταν ήρθε η σειρά μου, η υπάλληλος, ευγενικότατη, φιλική, χαμογελαστή, ανθρώπινη. Έδειχνε να συμμερίζεται τη δυσανασχέτηση των πολιτών που ζητούσαν το αυτονόητο: να εξυπηρετηθούν. Διέκρινα στα μάτια της στοιχεία καρτερικότητας και αντοχής. Προφανώς η άμυνά της για να μην αλλοτριωθεί απ’ αυτή τη φαγάνα δημόσια υπηρεσία, που άπληστη κι αχόρταγη παίρνει νέους, τους βάζει στην κρεατομηχανή και τους καταπίνει την καλοσύνη, την ευγένεια, τη ζωτικότητα και τον εγκέφαλο. Ευτυχώς υπάρχει και αυτό το πρόσωπο του Δημοσίου.