Φόρμα αναζήτησης

Βελτιώθηκε η ανταγωνιστικότητα του κυπριακού τουρισμού

Οκτώ θέσεις στην παγκόσμια ανταγωνιστικότητα του τουριστικού τομέα κέρδισε η Κύπρος το 2019. Σύμφωνα με την Έκθεση Ανταγωνιστικότητας Τουρισμού του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ για το 2019, η Κύπρος ανέβηκε στην 44η θέση του Δείκτη Ανταγωνιστικότητας Τουρισμού και Ταξιδίων (ΔΑΤΤ), σε σύνολο 140 χωρών. Ο δείκτης καταγράφει την πρόοδο της Κύπρου σε ό,τι αφορά τη βελτίωση υποδομών και την ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών, αλλά αναδεικνύει και αδυναμίες.
Παρά τη βελτίωση της θέσης της Κύπρου στην παγκόσμια κατάταξη, είναι η λιγότερη ανταγωνιστική στην περιοχή της Νότιας Ευρώπης.
Σύμφωνα με την έκθεση, και οι οκτώ οικονομίες της Νότιας Ευρώπης βελτίωσαν την ανταγωνιστικότητά τους από το 2017 έως το 2019. Η Κύπρος πέτυχε τη μεγαλύτερη βελτίωση (αναρριχήθηκε στην 44η θέση από την 52η) αλλά είναι η λιγότερο ανταγωνιστική στην περιοχή της Νότιας Ευρώπης. Η Κύπρος ακολουθεί τους παγκόσμιους και ευρωπαϊκούς μέσους όρους για την περιβαλλοντική βιωσιμότητα (111η) και τους φυσικούς (97η) και πολιτιστικούς πόρους (69η), ενώ παρουσίασε το μεγαλύτερο ποσοστό αύξησης στην περιοχή της Νότιας Ευρώπης στους πυλώνες που καλύπτουν την ετοιμότητα των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (21ή από 59η), τις αεροπορικές συνδέσεις (41η από 50η ) και τις υποδομές εδάφους και λιμένων (32η από 51η).

Συν και πλην

Η συνολική βαθμολογία της χώρας έχει ενισχυθεί κατά 3,6% σε σύγκριση με το 2017 (στο 4,2 από 4, με το 7 να είναι το άριστα), ενώ είναι χαμηλότερη κατά 1,3% σε σχέση με τον μέσο όρο της περιοχής της Νότιας Ευρώπης και 9,6% σε σχέση με τον παγκόσμιο μέσο όρο.
Με βαθμολόγια 4,2, δυνατά σημεία της Κύπρου είναι ότι τα θέματα του τουρισμού αποτελούν πολιτική προτεραιότητα για τη χώρα (6,2, η τρίτη καλύτερη επίδοση διεθνώς) , η ετοιμότητα των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (5,9), η ασφάλεια (5,9), η υγεία (5,7) το επίπεδο των τουριστικών υπηρεσιών (5,7), οι ανθρώπινοι πόροι και η αγορά εργασίας (5,2), το επιχειρηματικό περιβάλλον (4,9), οι τιμές (4,8) και οι υποδομές εδάφους και λιμένων (4,4).
Το πιο αδύναμο σημείο της Κύπρου είναι οι πολιτιστικοί πόροι και τα επιχειρηματικά ταξίδια (1,7) και ακολουθούν οι φυσικοί πόροι (2,5), οι υποδομές αεροπορικών μεταφορών (3,7), το διεθνές άνοιγμα του τομέα (3,8) και η περιβαλλοντική βιωσιμότητα (3,9).

Ο ανταγωνισμός

Μια θέση πάνω από την Κύπρο, στην 43η βρίσκεται η Τουρκία. Σε ό,τι αφορά τους υπόλοιπους μεσογειακούς ανταγωνισμούς η Μάλτα είναι 35η, η Κροατία 27η, η Ελλάδα 26η.
Η Ιταλία (8η στην παγκόσμια κατάταξη) έχει τη μεγαλύτερη τουριστική οικονομία στη Νότια Ευρώπη, καθώς επωφελείται από φυσικούς (7ο) και πολιτιστικούς (4ο) πόρους παγκόσμιας κλάσης, αλλά συγκρατείται από ένα σχετικά δυσμενή επιχειρηματικό περιβάλλον (110ο). Η Ισπανία παραμένει η πιο ανταγωνιστική τουριστική χώρα παγκοσμίως, χάρη στους πλούσιους φυσικούς (9ους) και πολιτιστικούς (3ους) πόρους και την εντυπωσιακή υποδομή τουριστικών υπηρεσιών (3η). Από την άλλη πλευρά, η Ισπανία έχει επίσης τον βραδύτερο ρυθμό ανάπτυξης του Δείκτη Ανταγωνιστικότητας Τουρισμού και Ταξιδίων στη Νότια Ευρώπη, δεδομένου ότι όλα τα προαναφερθέντα πλεονεκτήματα στην πραγματικότητα επιδεινώθηκαν μεταξύ 2017 και 2019.
Από τις 35 οικονομίες που κατατάσσονται μεταξύ της 36ης και της 70ης θέσης, οι 29 αύξησαν τη συνολική ανταγωνιστικότητά της. Η Αίγυπτος (65η από 74η), το Μαυροβούνιο (67η από 72η) και η Ρουμανία (56η από 68η) είχαν τη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση. Η συγκεκριμένη ομάδα κρατών ξεπέρασε τον υπόλοιπο κόσμο σε ό,τι αφορά την ενίσχυση της συνολικής υποδομής τους. Η Πολωνία βελτίωσε τις υποδομές αεροπορικών μεταφορών (56η από 70η) η Κύπρος είχε την καλύτερη ανάπτυξη στις υποδομές εδάφους και λιμένων (32η από 51η) και η Γεωργία είχε το μεγαλύτερο ποσοστό βελτίωσης των υποδομών τουριστικών υπηρεσιών (41η από 70η).

Ο δείκτης

Ο Δείκτης Ανταγωνιστικότητας Τουρισμού και Ταξιδίων αποτελείται από τέσσερις υποδείκτες, 14 πυλώνες και 90 μεμονωμένους δείκτες, κατανεμημένους μεταξύ των διαφόρων πυλώνων. Τα δύο τρίτα του συνόλου των δεδομένων για την κατασκευή του δείκτη είναι στατιστικά δεδομένα από διεθνείς οργανισμούς, ενώ το υπόλοιπο ένα τρίτο βασίζεται σε στοιχεία της ετήσιας έρευνας του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ ανάμεσα σε CEOs.