Φόρμα αναζήτησης

Τι έκρινε το τέλος του Συνεργατισμού

Αυτό που έχει εγγράφει έντονα στη συλλογική συνείδηση από την υπόθεση του Συνεργατισμού, είναι το τέλος του. Ο Συνεργατισμός έσβησε. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν μπορούσε να σωθεί ή να υπάρξει μια διαφορετική, πιο ομαλή μετάβαση, σε ένα νέο καθεστώς. Πριν απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα χρησιμοποιώντας πρωτογενές υλικό από το πόρισμα της ερευνητικής επιτροπής για τον Συνεργατισμό –δηλαδή παραπομπές σε επιστολές και σημειώματα- πρέπει να γίνει μια σημαντική διευκρίνιση. Από τη στιγμή που ο Συνεργατισμός έλαβε κρατική βοήθεια, κρατική στήριξη, η παρουσία του κράτους στο ιδιοκτησιακό καθεστώς της ΣΚΤ είχε ημερομηνία λήξης. Ο Συνεργατισμός, είτε ως Όμιλος 18 τραπεζών, είτε ως μια ενιαία οντότητα, θα κατέληγε σε χέρια ιδιωτών. Αυτό δεν κατανοήθηκε όσο θα έπρεπε, με αποτέλεσμα η πλειοψηφία της κοινής γνώμης να έχει μια στρεβλή εικόνα. Αυτό δεν ήταν θέμα φιλοσοφίας ή αντίληψης, αλλά νομική υποχρέωση της Κυπριακής Δημοκρατίας, προκειμένου η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να δώσει το πράσινο φως για την ανακεφαλαιοποίηση.

 

Διαβάστε επίσης:

Ο Πρόεδρος της απραξίας

Ο Χριστός εσταυρώθη εν μέσω δύο ληστών

Ποιος σκότωσε τον Συνεργατισμό;

 

Το διάταγμα κρατικοποίησης του 2014 προέβλεπε σαφή διαδικασία αποκρατικοποίησης: «Η Δημοκρατία απαγορεύετο να προχωρήσει στη διάθεση μέρους ή του συνόλου της συμμετοχής της στην ιδιοκτησιακή δομή της ΣΚΤ σε τρίτους μέχρι την 31/12/2018, ενώ μετά την 1/1/2019, η Δημοκρατία μπορούσε να προχωρήσει μέσω ανοικτής και διαφανούς διαδικασίας προς όλους τους δυνητικούς επενδυτές (με προτεραιότητα στη συνεργατική εταιρεία συμμετοχών της ΣΚΤ και στις συνεργατικές εταιρίες συμμετοχών των ΣΠΙ), στη διάθεση μέρους ή του συνόλου της συμμετοχής της στην ιδιοκτησιακή δομή και των δικαιωμάτων ψήφου της στη ΣΚΤ, μέσω της Μονάδας Διαχείρισης, κατόπιν διενέργειας αποτίμησης της αξίας των μετοχών της Δημοκρατίας από ανεξάρτητο οίκο. Το δικαίωμα επαναγοράς προς τη ΣΚΤ συνέχιζε να υφίσταται μέχρι την 31/12/2028 νοουμένου ότι δεν θα είχε διατεθεί το σύνολο της συμμετοχής της Δημοκρατίας στην ιδιοκτησιακή δομή της ΣΚΤ», αναφέρεται στο πόρισμα.

Σε ό,τι αφορά την επαναγορά από τους παλιούς συνεργατιστές, το διάταγμα παραχωρούσε το δικαίωμα επαναγοράς μέρους ή ολόκληρης της συμμετοχής και των δικαιωμάτων ψήφου της Δημοκρατίας μέσω της χρησιμοποίησης των κερδών της ΣΚΤ, νοουμένου ότι θα καταβάλλετο στη Δημοκρατία το συσσωρευμένο ποσό της απόδοσης 10%, λαμβανομένων υπόψη και οποιωνδήποτε μερισμάτων είχαν ήδη καταβληθεί στη Δημοκρατία από τη ΣΚΤ. Η πρόβλεψη αυτή δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να εκπληρωθεί, καθώς η ΣΚΤ ήταν ζημιογόνος σχεδόν σε όλη την περίοδο μετά το 2013.

 

Το βάρος των ΜΕΧ

Από το πόρισμα, αλλά και τα ρεπορτάζ της περιόδου, προκύπτει ότι η περιορισμένη πρόοδος στο μέτωπο των κόκκινων δανείων αποτέλεσε αποφασιστικό στοιχείο για την απαίτηση των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών για την τάχιστη είσοδο στρατηγικού επενδυτή. Προτιμούσαν πώληση και με 1 ευρώ, όπως ανέφερε εκτενές πρωτοσέλιδο ρεπορτάζ του «Π» χθες Σάββατο.

Από επιστολή του υπουργού Οικονομικών Χάρη Γεωργιάδη στη διοικήτρια της Κεντρικής κ. Χρυστάλλα Γιωρκάτζη, ημερ. 19/6/2017, προκύπτει ότι η Κεντρική Τράπεζα και οι Ευρωπαίοι επόπτες ήταν οπαδοί μιας ριζικής και άμεσης λύσης, με την πώληση της ΣΚΤ έστω και με ένα ευρώ. Η κυβέρνηση διαφώνησε με τη θέση αυτή και προέκρινε μια πιο ομαλή διαδικασία, με την είσοδο στο ΧΑΚ, τη διανομή μετοχών σε πελάτες της ΣΚΤ και τη σταδιακή πώληση πακέτων μετοχών σε επενδυτές.

Εκ του αποτελέσματος, η ΣΚΤ δεν κατάφερε να περιορίσει το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων (ΜΕΧ) ή να ακολουθήσει τον ρυθμό των εμπορικών τραπεζών.

«Το πρόβλημα των ΜΕΧ προϋπήρχε και ήταν έντονο, παρά το γεγονός ότι δεν ήταν πλήρως ορατό, λόγω της κατηγοριοποίησης των ΜΕΧ που ακολουθούσαν οι τράπεζες», τονίζεται στο πόρισμα (σελ. 180). Εκεί όμως που απέτυχε η ΣΚΤ, πέτυχε η κοινοπραξία ΣΚΤ – Altamira, δικαιώνοντας την επιλογή για την αναζήτηση τεχνογνωσίας.
«Η κοινοπραξία Altamira – ΣΚΤ πέτυχε μέσα στο ίδιο νομικό και δικαστικό πλαίσιο και σε μικρό σχετικά διάστημα αποτελεσματικότερες επιδόσεις μάλιστα, στηριζόμενη σε μεγάλη έκταση στο ίδιο διευθυντικό και άλλο προσωπικό», αναφέρει το πόρισμα στη σελ. 727.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η επιτροπή στη σελίδα 292 του πορίσματος αναγνωρίζει ότι ένας από τους λόγους μη ικανοποιητικής μείωσης των ΜΕΧ ήταν και ο χαμηλός ρυθμός εκποιήσεων, λόγω εν μέρει των αδυναμιών στο νομοθετικό πλαίσιο (ιδιαίτερα για χορηγήσεις με εξασφάλιση πρώτη κατοικία).

 

Το exit interview

Η μη πρόοδος στα ΜΕΔ προκαλούσε εκνευρισμό στους επόπτες. Το πλάνο εξόδου του κράτους από τον Συνεργατισμό, με την απόφαση της κυβέρνησης για εισαγωγή στο ΧΑΚ με διανομή δωρεάν μετοχών σε πελάτες προκειμένου να εκπληρωθεί το κριτήριο της διασποράς, τρέχει παράλληλα με την αύξηση της εποπτικής πίεσης. Το σχέδιο για την εισαγωγή στο ΧΑΚ εγκαταλείφτηκε λόγω αντιρρήσεων των εποπτικών αρχών σε Κύπρο και Φρανκφούρτη, αλλά γρήγορα τέθηκε σε ισχύ νέο σχέδιο. Τον Σεπτέμβριο του 2017 ανατέθηκε στη Citi να βρει στρατηγικούς επενδυτές.

Με βάση τα γεγονότα, όπως παρατίθενται στο πόρισμα (σελ. 623), η Επιτροπεία είχε αποφασίσει στις 12/12/2017 να προτείνει προς τους μετόχους (δηλαδή το κράτος) τη διαδικασία άντλησης κεφαλαίων που πρότεινε η Citi, δηλαδή την έκδοση δευτεροβάθμιου κεφαλαίου 100 εκατ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2018 και άντληση κεφαλαίων 200 εκατ. ευρώ μέσω μιας ανοικτής διαδικασίας προς στρατηγικούς επενδυτές το δεύτερο τρίμηνο του 2018.

Δύο ημέρες αργότερα, ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός αποφασίζει τη διεξαγωγή επιτόπιου ελέγχου, τερματίζοντας πρακτικά την αναζήτηση επενδυτών.

«Το Εποπτικό Συμβούλιο του ΕΕΜ, σε συνεδρία ημερ. 14/12/2017, αποφάσισε όπως διενεργήσει εντός Ιανουαρίου 2018 επιτόπιο έλεγχο στη ΣΚΤ και ενημέρωσε σχετικά τη ΣΚΤ στις 27/12/2017. Οι βασικοί λόγοι για τους οποίους θεωρήθηκε αναγκαία η διεξαγωγή επιτόπιου ελέγχου στη ΣΚΤ ήταν η μη αποτελεσματική διαχείριση των ΜΕΔ, η αδύναμη δομή και μη συμμόρφωση σε θέματα εταιρικής διακυβέρνησης και η εντύπωση που διαμόρφωσε το Εποπτικό Συμβούλιο του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού ότι τα οικονομικά στοιχεία, δεδομένα και λογαριασμοί της ΣΚΤ, δεν ήταν αξιόπιστα και ενδέχεται να μην αντικατοπτρίζουν την πραγματική εικόνα της ΣΚΤ» (σελ. 623-624). Η πληροφόρηση για μη αξιόπιστα στοιχεία προέρχεται από το exit interview του Τάκη Ταουσιάνη, ο οποίος τον Οκτώβριο είχε παραιτηθεί από πρόεδρος της Επιτροπείας της ΣΚΤ. Η διαδικασία προβλέπει ότι τα στελέχη των τραπεζών που αποχωρούν δίνουν συνέντευξη (exit interview) προκειμένου ο επόπτης να πληροφορηθεί τους λόγους της αποχώρησης.

«Η παραίτηση του προέδρου της Επιτροπείας κ. Χ. Ταουσιάνη (13/10/2017), σε συνδυασμό με τη συνέντευξη εξόδου του (exit interview) που πραγματοποιήθηκε από τις εποπτικές αρχές, επιτάχυνε τις οποιεσδήποτε διαδικασίες», τονίζεται στο πόρισμα (σελ. 624).

Σύμφωνα με πρακτικά συνεδρίας Επιτροπείας, ημερ. 24/11/2017, «ο κ. Δ. Διονυσίου, προϊστάμενος της Μονάδας Διαχείρισης, αναφέρθηκε στη συνάντηση που είχαν νωρίτερα την ίδια μέρα, ο υπουργός Οικονομικών, ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών και ο ίδιος, με τη διοικήτρια, μέλη του διοικητικού συμβουλίου και αξιωματούχους της ΚΤΚ, όπου εκφράστηκαν σημαντικές ανησυχίες για τον Συνεργατισμό από πλευράς ΚΤΚ. Ο κ. Διονυσίου ανέφερε ότι μεταφέρθηκε στον υπουργό μια μη θετική εικόνα για τις προοπτικές της τράπεζας, με αναφορές στην περιορισμένη πρόοδο στον τομέα των μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων, την πραγματική κερδοφορία, τις διαδόσεις στην Κύπρο για το μέλλον της τράπεζας, ενώ έγινε συσχέτιση των πολύ σοβαρών, κατά την άποψη των εποπτών, προβλημάτων εταιρικής διακυβέρνησης, με τις συνεντεύξεις εξόδου (exit interview) που είχε ο κ. Ταουσιάνης μετά την παραίτησή του με εκπροσώπους της ΚΤΚ και του ΕΕΜ».

Εκ του αποτελέσματος, οι ισχυρισμοί περί μη αξιόπιστων στοιχείων δεν επαληθεύτηκαν, καθώς η συναλλαγή με την Ελληνική Τράπεζα έγινε στη βάση των δημοσιευμένων οικονομικών καταστάσεων του 9μήνου του 2017, καταστάσεις που μέχρι και σήμερα δεν άλλαξαν. Τραπεζικές πηγές σημειώνουν στον «Π» ότι δεν ενέκυψε θέμα ψευδών στοιχείων, αλλά ο εποπτικός έλεγχος έφερε στην επιφάνεια όλες τις παθογένειες και τα προβλήματα της ΣΚΤ. Έτσι, μια διαδικασία σταδιακής αποκρατικοποίησης κατέληξε σε ένα τραπεζικό θρίλερ για γερά νεύρα και σκληρό στομάχι.

O υπουργός Οικονομικών, με επιστολή του, ημερομηνίας 8/1/2018, προς την Κεντρική Τράπεζα διατυπώνει παράπονα για τη συμπεριφορά των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών.

«Σημειώνω με ανησυχία την απόφαση του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (ΕΕΜ) για πραγματοποίηση επιτόπιου ελέγχου και κυρίως την πιθανότητα, όπως με ενημερώνετε, υιοθέτησης πιο αυστηρών υποθέσεων σε σχέση με την πολιτική προβλέψεων για μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις (ΜΕΧ). Σημειώνω ακόμη τη βάσιμη εκτίμησή σας ότι κάτι τέτοιο θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στην προσπάθεια άντλησης κεφαλαίων που έχει ήδη εκκινήσει στη βάση προηγούμενων εποπτικών κατευθύνσεων. Έχω την άποψη ότι η συνεχής διαφοροποίηση των υποθέσεων πάνω στις οποίες εδράζονται οι εποπτικές απαιτήσεις οδηγεί το τραπεζικό μας σύστημα σε οριακή κατάσταση και κλονίζει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα», υπογραμμίζει ο κ. Γεωργιάδης.

 

Οι φήμες

Ο επιτόπιος εποπτικός έλεγχος συνέπεσε με την κορύφωση της προεκλογικής περιόδου, αλλά και της φημολογίας για κούρεμα στον Συνεργατισμό. Το πόρισμα της επιτροπής παραθέτει μια συνεχή αλληλογραφία μεταξύ κυπριακών αρχών και εποπτείας, από την οποία προκύπτει μια εντεινόμενη ανησυχία των εποπτών για την κατάσταση στον Συνεργατισμό. Η φημολογία είχε μεν βάση, αλλά όσοι είχαν γνώση των διεργασιών στο παρασκήνιο και διέδιδαν φήμες, διέπραξαν τελικά έγκλημα, καθώς οι εκροές που προκλήθηκαν έβαλαν στην εικόνα το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης και ενεργοποίησαν σενάρια εξυγίανσης, που οδηγούσαν και σε κούρεμα, το οποίο μάλιστα είχε προσδιοριστεί σε 2,3 δισ. ευρώ. Ένα κούρεμα που δεν θα ήταν αποτέλεσμα της μη εξεύρεσης επενδυτών και της έλλειψης κεφαλαίων, αλλά αποτέλεσμα ενός bank run. Μια κακόγουστη επανάληψη της περιόδου 2012-13, με την ανεύθυνη φημολογία για την Λαϊκή να καθιστά το κούρεμα μονόδρομο. Οι φήμες, λοιπόν, για τον Συνεργατισμό επαλήθευσαν τη θεωρία της αυτοεκπληρούμενης προφητείας. Μιλώντας διαρκώς για κούρεμα, η πιθανότητα αυτό να συμβεί αυξανόταν γεωμετρικά. Η λύση δεν ήταν άλλη από το να περάσουν οι καταθέσεις του Συνεργατισμού σε μια άλλη τράπεζα, κάτι που τελικά έγινε, προκειμένου να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη.