Φόρμα αναζήτησης

Σκόπελος για αξιόγραφους: Δικαστική απόφαση δυσκολεύει την απόδειξη εξαπάτησης

Δικαστική απόφαση, η οποία απορρίπτει αγωγή κατόχων αξιογράφων εις βάρος της Τράπεζας Κύπρου και της Κεντρικής Τράπεζας, με την οποία ζητούσαν να αποζημιωθούν για το κούρεμα που υπέστησαν το 2013, ισχυροποιεί το νομοθετικό πλαίσιο που θέσπισε η Βουλή στις 22 Μαρτίου του 2013 για την εξυγίανση (και με ίδια μέσα) του κυπριακού τραπεζικού συστήματος. Το δικαστήριο απορρίπτει τα περί αντισυνταγματικότητας και δέχεται, έμμεσα, ότι οι αποφάσεις του 2013 συνέβαλαν στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι καθίσταται πιο δύσκολη η απόδειξη της εξαπάτησης των κατόχων αξιογράφων.

Η γνώση

Βασικό επιχείρημα των κατόχων αξιογράφων -και σε θεσμικό επίπεδο κατά τις επαφές του συλλογικού τους οργάνου με κυβέρνηση και κόμματα- είναι ότι εξαπατήθηκαν. Η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, του δικαστή Α. Κ. Λυκούργου, αυξάνει θεαματικά τον βαθμό δυσκολίας για να αποδείξουν οι κάτοχοι αξιογράφων ότι πράγματι εξαπατήθηκαν από την τράπεζα κατά την απόκτηση των ΜΑΕΚ. Ο δικαστής επικαλείται τα έγγραφα που κλήθηκαν να υπογράψουν οι ενάγοντες, στα οποία περιγράφεται ρητά και ο κίνδυνος που αναλαμβάνουν. Επίσης υπογραμμίζεται ότι οι ενάγοντες έχουν υπογράψει έγγραφα από τα οποία προκύπτει η γνώση για το επενδυτικό προϊόν που απέκτησαν.
«Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Όπως έχει αναφερθεί στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee (1971) A.C.1004, το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του», αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο σκεπτικό της απόφασης.
Επιπλέον ο δικαστής σημειώνει ότι κατά την υποβολή της αίτησης για την απόκτηση των ΜΑΕΚ οι ενάγοντες υπέγραψαν βεβαίωση στην οποία αναφέρουν ότι έχουν τη γνώση και τις ικανότητες να προβούν στην αξιολόγηση της επένδυσης σε Αξιόγραφα Κεφαλαίου έκδοσης 12/2007.
Στο δε Πληροφοριακό Μνημόνιο της έκδοσης αναφέρεται ότι σκοπός έκδοσης όλων των επίδικων αξιόγραφων κεφαλαίου υπήρξε η ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσης της Τράπεζας Κύπρου.
«Στη σελ. 20 του τεκμηρίου 6 (το Πληροφοριακό Μνημόνιο) καταγράφονται ρητώς τα εξής: «ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ ΕΚΔΟΣΗΣ: το καθαρό προϊόν από την έκδοση Αξιογράφων Κεφαλαίου θα χρησιμοποιηθεί για την ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσης της τράπεζας και του Συγκροτήματος για την ανάπτυξη και επέκταση των εργασιών», αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης.

Η Κεντρική

Σε ό,τι αφορά την ευθύνη της Κεντρικής Τράπεζας, ως επόπτης των τραπεζών, το δικαστήριο δέχτηκε ότι η Κεντρική λειτούργησε στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της.
Ο δικαστής δέχτηκε ως λογική και εύλογη τη θέση πως η «εποπτεία» δεν ταυτίζεται και, εξ αντικειμένου, δεν μπορεί να ταυτίζεται με έναν μικροσκοπικό και επί καθημερινής βάσης έλεγχο του τρόπου διεξαγωγής των εργασιών σε κάθε υποκατάστημα τραπεζικού ιδρύματος.
Η Κεντρική ανέφερε ότι αρχικά το μόνο παράπονο το οποίο έλαβε για την Τράπεζα Κύπρου για το το ενδεχόμενο μη συμμόρφωσης τραπεζικών ιδρυμάτων ήταν ένα γενικό, αόριστο και προφορικό παράπονο εκ μέρους της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Λόγω της αοριστίας του, το παράπονο αυτό δεν μπορούσε να διερευνηθεί. Τα πρώτα γραπτά παράπονα υποβλήθηκαν το 2012 μετά την ανακοίνωση ότι δεν θα καταβληθούν τόκοι στους κατόχους αξιογράφων. Τότε η Κεντρική πραγματοποίησε επιτόπιο έλεγχο.
Ο δικαστής έκρινε ότι η μελέτη των ενεργειών της Κεντρικής καταδεικνύει πως αυτές ανταποκρίνονται στο περιεχόμενο του θεσμικού της καθήκοντος να ασκεί εποπτικό έλεγχο επί των τραπεζικών ιδρυμάτων.
«Αποδεικνύουν δε την επιμελή συμπεριφορά τους», αναφέρεται χαρακτηριστικά.

 

Υπήρχε  εναλλακτική για το bail in;

Οι ενάγοντες υπέβαλαν μαρτυρία εμπειρογνώμονα ο οποίος παρουσίασε τη γνώμη ότι αν το Μάρτιο του 2013 η Τράπεζα Κύπρου ετίθετο σε εκκαθάριση τότε θα εξοφλούντο οι πιστωτές της, ιδιαίτερα οι καταθέτες και οι κάτοχοι αξιόγραφων. Τη θέση αυτή τη στηρίζει στους ελεγμένους λογαριασμούς της τράπεζας του 2012. Μάλιστα υποστήριξε ότι μετά την εξόφληση όλων των πιστωτών της Τράπεζας Κύπρου, περιλαμβανομένων και των κατόχων αξιόγραφων, θα περίσσευε και ένα ποσό ύψους 258.477.000 νια να διανεμηθεί στους μετόχους.

Ο Μιχάλης Στυλιανού, βοηθός διευθυντής και προϊστάμενος του Τμήματος Εξυγίανσης της Κεντρικής Τράπεζας, παραθέτει μια διαφορετική εκδοχή. Μετά την απόφαση του Eurogroup να μην υπάρξει χρηματοδότηση για την ανακεφαλαιοποίηση της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής Τράπεζας από το πρόγραμμα στήριξης της Κυπριακής Δημοκρατίας από το ΔΝΤ και την ΕΕ, η μόνη επιλογή ήταν το bail in προκειμένου να διασφαλιστεί και η χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Σε ό,τι αφορά το αποτέλεσμα ενδεχόμενης εκκαθάρισης, ο κ. Στυλιανού ανέφερε ότι σύμφωνα με την έκθεση του ανεξάρτητου οίκου KPMG UK LLP, η εύλογη καθαρή αξία των περιουσιακών στοιχείων της Τράπεζας Κύπρου στις 31/3/2013 ήταν κατά 1,721 δισ. ευρώ μικρότερη από τη λογιστική αξία των περιουσιακών της τράπεζας, δηλαδή η εκκαθάριση δεν θα αποζημίωνε πλήρως όλους τους πιστωτές.
Η μαρτυρία του κ. Στυλιανού είναι αποκαλυπτική της έλλειψης εναλλακτικών, πλην του bail in, από τη στιγμή που αποφασίστηκε να μην στηριχτούν με δημόσιο χρήμα οι τράπεζες

«Σε περίπτωση που η Τράπεζα Κύπρου τον Μάρτιο του 2013 τίθετο σε εκκαθάριση, και έχοντας υπόψη ότι η ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων υπό συνθήκες πίεσης είναι αβέβαιη και η τιμή πολύ χαμηλότερη από την εύλογη αξία που αναφέρεται πιο πάνω, προκύπτει ότι οι εισπράξεις από την εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων θα κατέληγαν σε μεγάλες ζημιές στους ανασφάλιστους καταθέτες, καθώς επίσης σε πλήρη απώλεια του συνόλου της επένδυσης των κατόχων αξιογράφων και μετόχων».
Με βάση το παραπάνω, ο δικαστής απέρριψε το μέτρο της απευθείας εκκαθάρισης ως αιτία αγωγής.