Φόρμα αναζήτησης

Σε ποιους τομείς οι εγγεγραμμένοι άνεργοι βρίσκουν εργασία

Τέσσερις είναι οι βασικοί τομείς που δημιουργούν θέσεις εργασίας στην Κύπρο, και συγκεκριμένα, ο τομέας του εμπορίου, ο τομέας των κατασκευών, ο τομέας της δημόσιας διοίκησης και ο τομέας της μεταποίησης. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από την ανάλυση των στοιχείων για τους εγγεγραμμένους ανέργους. Οι παραπάνω τομείς παρουσιάζουν τις μεγαλύτερες μειώσεις.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία για τον Ιούλιο που δόθηκαν πρόσφατα στη δημοσιότητα, συνολικά ο αριθμός των εγγεγραμμένων ανέργων μειώθηκε κατά 4.221 άτομα τον Ιούλιο του 2019, σε σύγκριση με τον Ιούλιο του 2018, μια μείωση της τάξης του 17%.

Αναλυτικότερα, σύμφωνα με στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας, η οποία τα συλλέγει από τα Επαρχιακά Γραφεία Εργασίας, η μεγαλύτερη μείωση εγγεγραμμένων ανέργων προέρχεται από τους τομείς του χονδρικού και λιανικού εμπορίου και της επισκευής μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσυκλετών, με μείωση 744 ατόμων. Στους τομείς των κατασκευών η μείωση είναι 526 άτομα, της δημόσιας διοίκησης 458 άτομα, των υπηρεσιών εστίασης 332 και της μεταποίησης 272 άτομα.

Αντίθετα, ο τομέας των χρηματοπιστωτικών και ασφαλιστικών δραστηριοτήτων παρουσίασε αύξηση στους εγγεγραμμένους ανέργους με 362 περισσότερα άτομα.

Στους τομείς των επαγγελματικών, επιστημονικών και τεχνικών δραστηριοτήτων υπήρξε μείωση με 129 εγγεγραμμένους ανέργους, σε άλλες δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών με 118 λιγότερα άτομα και στην εκπαίδευση υπήρξε μείωση 110 εγγεγραμμένων ανέργων.

Επιπλέον καταγράφονται 1.446 λιγότεροι νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας τον Ιούλιο του 2019 σε σύγκριση με τον Ιούλιο του 2018.

Συγκράτηση

Χαμηλότερος είναι ο ρυθμός μείωσης των εγγεγραμμένων ανέργων στους τομείς των διοικητικών και υποστηρικτικών δραστηριοτήτων (μείωση 77 άτομα), της μεταφοράς και αποθήκευσης (μείωση 70 άτομα), των δραστηριοτήτων σχετικών με την ανθρώπινη υγεία και κοινωνική μέριμνα (μείωση 65 άτομα), του τομέα των τεχνών, της διασκέδασης και ψυχαγωγίας ( μείωση 59 άτομα), της γεωργίας, δασοκομίας και αλιείας (μείωση 44 άτομα), καθώς και της ενημέρωσης και επικοινωνίας (μείωση 40 άτομα).

Τέλος, ο τομέας της διαχείρισης ακίνητης περιουσίας παρουσίασε μείωση 27 εγγεγραμμένων ανέργων, ο τομέας της παροχής νερού και διαχείρισης αποβλήτων παρουσίασε μείωση 15 ατόμων, ο τομέας των ορυχείων και λατομείων μείωση εννέα ατόμων και ο τομέας της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος μείωση 4 ατόμων.

Άλμα στον αριθμό των κενών θέσεων

Παράλληλα με τη μείωση των εγγεγραμμένων ανέργων, η Στατιστική Υπηρεσία καταγράφει και αύξηση των κενών θέσεων εργασίας.

Σύμφωνα με στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας για τις κενές θέσεις εργασίας κατά το 1ο τρίμηνο του 2019, αυτές ανήλθαν σε 6.762. Ο αριθμός των κενών θέσεων εργασίας αυξήθηκε κατά 3.001 (79,8%) σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους που ήταν 3.761, σε σχέση με το 4ο τρίμηνο του 2018 παρατηρήθηκε αύξηση 3.372 θέσεων (99,5%).

Το συνολικό ποσοστό των κενών θέσεων το 1ο τρίμηνο του 2019 ήταν 2%, ενώ το προηγούμενο τρίμηνο και το αντίστοιχο τρίμηνο του 2018 ήταν 1% και 1,2% αντίστοιχα. Τα μεγαλύτερα ποσοστά κενών θέσεων για το 1ο τρίμηνο του 2019 παρατηρούνται στους Τομείς Δραστηριοτήτων Υπηρεσιών Παροχής Καταλύματος και Υπηρεσιών Εστίασης (5,1%) και Μεταποίησης (2,6%), τομείς οι οποίοι συνεισφέρουν σημαντικά στη μείωση των εγγεγραμμένων ανέργων.

Το ίδιο τρίμηνο ο αριθμός ο αριθμός των ανέργων ανήλθε σε 39.252 άτομα και το ποσοστό ανεργίας σε 8,8% του εργατικού δυναμικού (άνδρες 7,7%, γυναίκες 9,9%) σε σύγκριση με 46.468 άτομα (10,7%) το αντίστοιχο τρίμηνο του 2018.

Σύμφωνα με την κατανομή της απασχόλησης κατά τομέα, το μεγαλύτερο ποσοστό των απασχολουμένων το συγκεντρώνουν οι Υπηρεσίες με 80,0% και ακολουθούν η Βιομηχανία και η Γεωργία με ποσοστά 17,9% και 2,1% αντίστοιχα. Για το 1ο τρίμηνο του 2018 τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν: Υπηρεσίες 81,2%, Βιομηχανία 16,8% και Γεωργία 2%.

Από το σύνολο των απασχολουμένων, το 86,2% ή 352.695 άτομα ήταν υπάλληλοι, από τους οποίους το 11,8% (41.508 άτομα) είχε προσωρινή εργασία. Στο αντίστοιχο τρίμηνο του 2018 οι υπάλληλοι αποτελούσαν το 86,4% του συνόλου της απασχόλησης και από αυτούς ποσοστό 13,2% είχε προσωρινή εργασία.