Φόρμα αναζήτησης

Οι αποφάσεις της ΕΚΤ εντείνουν την πίεση στις τράπεζες

Η επιβεβαίωση των εκτιμήσεων ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) θα προχωρήσει στη λήψη νέων μέτρων νομισματικής στήριξης παγιώνει ένα δύσκολο λειτουργικό περιβάλλον για το κυπριακό τραπεζικό σύστημα, το οποίο επωμίζεται ένα μεγάλο κόστος για την υψηλή πλεονάζουσα ρευστότητα που διαθέτει. Το κόστος αυτό περνά και στους πελάτες, μέσω των χαμηλών επιτοκίων στις καταθέσεις, με την Ελληνική Τράπεζα να έχει ήδη κάνει το επόμενο βήμα, την επιβολή αρνητικού επιτοκίου σε ορισμένους μεγάλους πελάτες της.

«Ο καταθέτης, και ειδικά ο μεγάλος καταθέτης, σύντομα θα αντιμετωπίσει αρνητικά επιτόκια», σχολιάζει τραπεζικό στέλεχος.

Η ΕΚΤ χθες έριξε και άλλο το βασικό της επιτόκιο καταθέσεων, στο -0,50%, αυξάνοντας το κόστος για τις τράπεζες, οι οποίες είναι υποχρεωμένες να καταθέτουν την πλεονάζουσα ρευστότητά τους στην ΕΚΤ. Ενδεικτικά η Ελληνική Τράπεζα έχει ρευστότητα 4,6 δισ. ευρώ, η Τράπεζα Κύπρου 3,8 δισ. ευρώ και η Eurobank Κύπρου θετικά διαφορά 3,215 δισ. ευρώ μεταξύ καταθέσεων και δανείων.

Προβληματισμός
Τους τελευταίους μήνες στα τραπεζικά επιτελεία επικρατούσε έντονος προβληματισμός για τη διαχείριση όλων αυτών των χρημάτων. Η νομισματική πολιτική έχει ως στόχο την αύξηση της δανειοδότησης, αλλά στην Κύπρο τα περιθώρια νέων χορηγήσεων είναι πεπερασμένα, λόγω του υπερδανεισμού νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Οι εξελίξεις στο μέτωπο της νομισματικής πολιτικής φαίνεται ότι επιταχύνουν την υλοποίηση αποφάσεων για τον επαναπροσδιορισμό του επιχειρηματικού μοντέλου των τραπεζών, αλλά και για τη διαχείριση του κόστους που συνεπάγεται η υψηλή ρευστότητα.

Η Ελληνική Τράπεζα, όπως αναφέραμε, έχει ήδη επιβάλει αρνητικό επιτόκιο σε ορισμένους μεγάλους καταθέτες, ενώ προβληματισμός υπάρχει και στην Τράπεζα Κύπρου η οποία σχεδιάζει εναλλακτικά προϊόντα για τους πελάτες της.

Ο διευθυντής της Διεύθυνσης Εταιρικών Υποθέσεων της Τράπεζας Κύπρου Μιχάλης Περσιάνης τονίζει ότι «δεν υπάρχει άμεσος σχεδιασμός ή κάποια απόφαση. Ωστόσο, η γενικότερη εικόνα όπως αυτή διαμορφώνεται διεθνώς, καταδεικνύει πως είμαστε σε μια εποχή μακροπρόθεσμα χαμηλών επιτοκίων και πως, τόσο οι τράπεζες όσο και οι πελάτες τους, θα πρέπει να προσαρμόσουν τα πλάνα τους για το μέλλον. Αυτή είναι η εικόνα, όχι της κυπριακής, αλλά της παγκόσμιας οικονομίας».

Στην πρόσφατη ετήσια γενική συνέλευση της Ελληνικής Τράπεζας, ο διευθύνων σύμβουλος της τράπεζας Ιωάννης Μάτσης απαντώντας σε ερωτήσεις μετόχων αναγνώρισε το πρόβλημα της ρευστότητας, σημειώνοντας ότι το πρόβλημα αυτό δεν θα αντιμετωπιστεί μόνο με δανειοδοτήσεις και επενδύσεις στο εξωτερικό, αλλά «και με διορθωτικές κινήσεις στο κόστος της ρευστότητας». Μόνο στην Ελληνική τα αρνητικά επιτόκια κοστίζουν 16 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση.

Νέα προϊόντα

Σύμφωνα με πληροφορίες η Τράπεζα Κύπρου ετοιμάζει εναλλακτικά -των καταθέσεων- προϊόντα για τους πελάτες της. Πρόκειται για επενδυτικά και ασφαλιστικά προϊόντα.

Σε ό,τι αφορά τα επενδυτικά, πρόκειται για προϊόντα χαμηλού ρίσκου τα οποία θα απευθύνονται σε όλο το φάσμα των πελατών, από μεσαίου μεγέθους ιδιώτες μέχρι μεγάλες επιχειρήσεις. Ήδη γίνονται εκτενείς αναλύσεις και μελέτες, ενώ δεν αποκλείεται και αναβάθμιση συγκεκριμένων μονάδων εντός της τράπεζας για τον σκοπό αυτό.

Τα ασφαλιστικά προϊόντα θα απευθύνονται κατά κύριο λόγο σε ιδιώτες, ενώ θα λειτουργεί ως δέλεαρ και το φορολογικό όφελος.

Ψηφιοποίηση

Ταυτόχρονα ο ψηφιακός μετασχηματισμός είναι μονόδρομος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε επίπεδο καταστημάτων και προσωπικού. Ο ίδιος ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι προέτρεψε χθες τις ευρωπαϊκές τράπεζες να αλλάξουν το επιχειρηματικό τους μοντέλο, ενώ δεν συμφώνησε με την άποψη ότι τα αρνητικά επιτόκια ευθύνονται για τη χαμηλή κερδοφορία του κλάδου.

Απαντώντας στην κριτική που ασκείται κυρίως από τις γερμανικές τράπεζες για τις αρνητικές επιπτώσεις που έχουν τα χαμηλά επιτόκια ο επικεφαλής της ΕΚΤ παραδέχτηκε ότι «τα αρνητικά επιτόκια έχουν παρενέργειες». Ωστόσο υπεραμύνθηκε αυτών τονίζοντας ότι δεν ευθύνονται αυτά για την κάμψη της κερδοφορίας των τραπεζών. Μάλιστα κάλεσε τα πιστωτικά ιδρύματα να εξορθολογίσουν το κόστος λειτουργίας τους.

Οι αποφάσεις για επιτόκια και ομόλογα

Κατά τη χθεσινή του συνεδρίαση, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ έλαβε τις ακόλουθες αποφάσεις νομισματικής πολιτικής:

  • Το επιτόκιο της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων μειώθηκε σε -0,50%. Το επιτόκιο των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης και το επιτόκιο της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης παραμένουν αμετάβλητα στα σημερινά τους επίπεδα, δηλ. στο 0,00% και το 0,25% αντιστοίχως. Το Διοικητικό Συμβούλιο αναμένει ότι τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ θα παραμείνουν στα σημερινά τους ή σε χαμηλότερα επίπεδα έως ότου διαπιστώσει ότι οι προοπτικές για τον πληθωρισμό συγκλίνουν σθεναρά προς επίπεδο πλησίον, σε επαρκή βαθμό, αλλά κάτω του 2%.
  • Θα ξεκινήσει εκ νέου η διενέργεια καθαρών αγορών στο πλαίσιο του προγράμματός του για την αγορά στοιχείων ενεργητικού (asset purchase programme – APP) με ύψος 20 δισ. ευρώ μηνιαίως από την 1η Νοεμβρίου. Το Διοικητικό Συμβούλιο αναμένει ότι οι εν λόγω αγορές θα διενεργούνται για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται αναγκαίο προκειμένου να ενισχυθεί η διευκολυντική επίδραση των επιτοκίων πολιτικής του και ότι θα λήξουν λίγο πριν αρχίσει να αυξάνει τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ.
  • Οι επανεπενδύσεις των ποσών κεφαλαίου από την εξόφληση τίτλων αποκτηθέντων στο πλαίσιο του προγράμματος APP κατά τη λήξη τους θα συνεχιστούν, πλήρως, για παρατεταμένη χρονική περίοδο μετά την ημερομηνία κατά την οποία το Διοικητικό Συμβούλιο θα αρχίσει να αυξάνει τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ και πάντως για όσο χρονικό διάστημα χρειαστεί για τη διατήρηση ευνοϊκών συνθηκών ρευστότητας και ενός διευκολυντικού, σε μεγάλο βαθμό, χαρακτήρα της νομισματικής πολιτικής.
  • Προκειμένου να στηριχθεί η μετάδοση της νομισματικής πολιτικής μέσω των τραπεζών, θα θεσπιστεί σύστημα δύο βαθμίδων για τον εκτοκισμό των αποθεματικών, στο πλαίσιο του οποίου μέρος της πλεονάζουσας ρευστότητας που διακρατούν οι τράπεζες θα εξαιρείται από το αρνητικό επιτόκιο της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων.

Οι ευθύνες των κρατών της ευρωζώνης

Tο νέο πρόγραμμα τόνωσης της ευρωπαϊκής οικονομίας από την ΕΚΤ δεν έχει ημερομηνία λήξης, κάτι που σημαίνει ότι εξαντλήθηκαν τα όπλα της νομισματικής πολιτικής και το βάρος της όποιας νέας προσπάθειας τώρα πέφτει στις κυβερνήσεις της ευρωζώνης. Τα κράτη μέλη που έχουν δημοσιονομικό περιθώριο (όπως η Γερμανία) πρέπει να το χρησιμοποιήσουν, ενώ όσα δεν το έχουν, όπως η Κύπρος -λόγω υψηλού δημόσιου χρέους- καλούνται να υλοποιήσουν άμεσα μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα και την παραγωγικότητά τους.

Ο Μάριο Ντράγκι απηύθηνε έκκληση στη Γερμανία, αλλά και στις υπόλοιπες χώρες με μικρό δημόσιο χρέος, να προχωρήσουν σε επεκτατική δημοσιονομική πολιτική προκειμένου να βοηθήσουν στην ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο απερχόμενος πρόεδρος της ΕΚΤ, η νομισματική πολιτική έχει εξαντλήσει τα όριά της. Τα 11 εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν τα τελευταία χρόνια στην ευρωζώνη, καθώς και η συνεχιζόμενη αύξηση του ΑΕΠ, οφείλονται αποκλειστικά στα μέτρα νομισματικής πολιτικής που έλαβε η ΕΚΤ. Όμως πλέον, όπως είπε, είναι αναγκαίο η δημοσιονομική πολιτική στις χώρες που διαθέτουν χώρο να αναλάβει δράση. «Ενόψει της αποδυνάμωσης των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης και του συνεχιζόμενου κινδύνου περαιτέρω μείωσής της, οι κυβερνήσεις με δημοσιονομικό χώρο πρέπει να ενεργούν με αποτελεσματικό και έγκαιρο τρόπο. Όλες οι χώρες θα πρέπει να ενισχύσουν τις προσπάθειές τους για την επίτευξη μιας πιο φιλικής προς την ανάπτυξη σύνθεσης των δημόσιων οικονομικών», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Γενικότερα, όπως είπε ο κ. Ντράγκι απαντώντας και σε σχετική ερώτηση με αφορμή tweet του Αμερικανού Προέδρου Ντ. Τραμπ, «τα μέτρα νομισματικής πολιτικής δεν λαμβάνονται με γνώμονα τη συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ, αλλά αποκλειστικά στο πλαίσιο της εντολής που έχει λάβει η ΕΚΤ για τη διαφύλαξη της νομισματικής σταθερότητας στη ζώνη του ευρώ». Στο πλαίσιο αυτό η ΕΚΤ θα επιδιώξει, όχι μόνο την αύξηση του πληθωρισμού σε επίπεδα πλησίον του 2%, αλλά τη σταθεροποίησή του σε αυτή την περιοχή. Προς το παρόν όμως οι προβλέψεις για την εξέλιξη του πληθωρισμού στην ευρωζώνη δείχνουν να αποκλίνουν από τον στόχο. Συγκεκριμένα, στις προβλέψεις του Σεπτεμβρίου η ΕΚΤ εκτιμά ότι ο πληθωρισμός θα κινηθεί σε χαμηλότερα επίπεδα την ερχόμενη τριετία (1,2% το 2019, 1% το 2020 και 1,5% το 2021) σε σύγκριση με τις προβλέψεις του περασμένου Ιουνίου. Η επί τα χείρω αναθεώρηση των προβλέψεων οφείλεται τόσο στις χαμηλότερες τιμές στην ενέργεια, όσο και στην αποδυνάμωση της ανάπτυξης παγκοσμίως.