Φόρμα αναζήτησης

Ελλάδα: «Μετέωρα» πρωτογενή πλεονάσματα

ΓΡΑΦΕΙ

ΙΩΑΝΝΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ 

Ο εκλογικός πυρετός που βιώνει η Ελλάδα έχει συνέπειες και στην οικονομία. Και αυτό δεν αφορά τις επερχόμενες εθνικές εκλογές. Η χώρα βρίσκεται σε προεκλογική περίοδο εδώ και μήνες. Και αυτό διότι οι τοπικές και περιφερειακές εκλογές καθώς και οι εκλογές για την Ευρωβουλή είχαν χαρακτήρα έντονης αντιπαράθεσης ανάμεσα σε κυβέρνηση και αντιπολίτευση. Αυτό είχε ως συνέπεια το κλίμα να πολωθεί από νωρίς, οι πολίτες να χωριστούν σε στρατόπεδα και φυσικά όλα όσα έπρεπε να γίνουν για να πάρει επιτέλους μπροστά η μηχανή της ελληνικής οικονομίας παραπέμφθηκαν στις καλένδες.

Σε αυτό το κλίμα η κυβέρνηση επέλεξε να προχωρήσει σε προεκλογικές παροχές. Από την περίφημη 13η σύνταξη που αποδείχθηκε εποχικό επίδομα έως τις μειώσεις σε φόρους, ο ΣΥΡΙΖΑ άπλωσε ενώπιον των πολιτών ένα αναπτυξιακό σχέδιο που στην πραγματικότητα δεν αποσκοπούσε πουθενά άλλου από το να κατευνάσει τα πνεύματα για τα λάθη, τις αστοχίες και τις αλαζονικές συμπεριφορές μελών της κυβέρνησης τα τελευταία τέσσερα και πλέον χρόνια. Το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών μάλλον δεν δικαίωσε ούτε στο ελάχιστο τις προσδοκίες του επιτελείου του πρωθυπουργού στο Μέγαρο Μαξίμου.

Παράλληλα, το οικονομικό επιτελείο καλείται σήμερα να υπερασπιστεί αυτό το αναπτυξιακό σχέδιο που, αναπόφευκτα, όμως, υπονομεύει την προσπάθεια για την επίτευξη των στόχων των πρωτογενών πλεονασμάτων. Και εδώ είναι το μεγάλο πρόβλημα για την Ελλάδα. Με δεδομένο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα ηττηθεί στις εκλογές, οι παροχές που έταξε ο Αλέξης Τσίπρας τον Μάιο δεν θα εξελιχθούν, ούτε στο ελάχιστο, σε βραχνά για τον ίδιο. Αντίθετα, θα δυσκολέψουν σημαντικά τη χώρα στην προσπάθεια να ανακτήσει τη διεθνή αξιοπιστία της. Και, φυσικά, θα στριμώξουν τον επόμενο πρωθυπουργό, ο οποίος, όπως όλα δείχνουν, θα είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Προειδοποιητική βολή

Οι εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδας είναι μια καλή πρώτη προειδοποιητική βολή για το τι θα ακολουθήσει μετά τις εκλογές στις 7 Ιουλίου. Η πρόβλεψη για δημοσιονομική απόκλιση 0,6% του ΑΕΠ λόγω των προεκλογικών παροχών, σε συνδυασμό με τους υπολογισμούς για «υποτονικές» προσδοκίες για το ΑΕΠ, είναι το πρώτο καμπανάκι για το βραχυπρόθεσμο μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Εξάλλου, τα υπερμεγέθη υπερπλεονάσματα που έως τώρα άντλησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έχουν δεδομένα «στραγγίξει» την αγορά και δεν θα μπορούσαν να συνεχιστούν εις το διηνεκές.

Για το 2019 η πρόβλεψη της Τράπεζας της Ελλάδος με τα μέχρι τώρα διαθέσιμα στοιχεία είναι για πρωτογενές πλεόνασμα 2,9% του ΑΕΠ έναντι στόχου 3,5% του ΑΕΠ σε όρους ενισχυμένης εποπτείας», αναφέρει χαρακτηριστικά στην έκθεσή της.

Τα υπερπλεονάσματα

Αναφορικά με το πώς τα προηγούμενα χρόνια επετεύχθησαν υπερπλεονάσματα, η ΤτΕ υπογραμμίζει:

Πρώτον, η περικοπή των δημόσιων επενδύσεων αποτελεί μόνιμο παράγοντα υπερακοντισμού του ετήσιου στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα την τελευταία τριετία. Το γεγονός αυτό έχει συντελέσει αρνητικά στην αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας, καθώς η ενίσχυση των δημόσιων επενδύσεων προκαλεί ισχυρά πολλαπλασιαστικά οφέλη στην οικονομία και διαμορφώνει εν πολλοίς την πορεία του δυνητικού προϊόντος.

Δεύτερον, η υπέρβαση του δημοσιονομικού στόχου που παρατηρείται τα τελευταία έτη, αν και βοηθάσει στη συγκράτηση του δημόσιου χρέους, ασκεί αρνητική επίδραση στην πραγματική οικονομία. Και τούτο διότι η μεγαλύτερη από την απαιτούμενη δημοσιονομική προσαρμογή, η οποία μάλιστα συντελείται κυρίως με αύξηση των φόρων και υποεκτέλεση του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων, έχει ως αποτέλεσμα να αντλούνται σημαντικοί πόροι από την παραγωγική διαδικασία, ενώ ταυτόχρονα περιορίζεται η φοροδοτική ικανότητα των πολιτών.

Η ανάπτυξη

Όσο για τις προβλέψεις του οικονομικού επιτελείου για ρυθμούς ανάπτυξης πάνω από 2%, η ΤτΕ κρατά πολύ μικρότερο καλάθι. Εκτιμά ότι το ΑΕΠ θα κινηθεί στα περσινά επίπεδα του 1,9% και αιτία γι’ αυτό είναι το τρέχον μείγμα δημοσιονομικής πολιτικής για την επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων. Ένα μείγμα που βασίζεται κυρίως στην υψηλή φορολογία, τις καθυστερήσεις στην υλοποίηση των απαραίτητων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, την αύξηση του κατώτατου μισθού που μεσοπρόθεσμα θα επιδράσει αρνητικά στην ανταγωνιστικότητα της χώρας αν δεν συμβαδίσει με την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, και τις καθυστερήσεις στην υλοποίηση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων.

Τα ΜΕΔ

Την ίδια ώρα, η μείωση των κόκκινων δανείων συνεχίζεται με μάλλον χαμηλούς ρυθμούς. Στην έκθεση της ΤτΕ σημειώνεται ότι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια μειώθηκαν το 2018 στο 45,4% του συνολικού χαρτοφυλακίου. Δηλαδή, σε 81,8 δισ. ευρώ έναντι ποσοστού 47,2% ή 94,4 δισ. ευρώ το 2017.

Όμως, η μείωση αυτή από μόνη της δεν είναι αρκετή. Αντίθετα, επιβάλλεται η ενεργοποίηση ειδικών σχεδίων, όπως αυτό που έχει δημοσιοποιήσει προ πολλού η ΤτΕ.

Αναλυτικότερα, τα δάνεια σε καθυστέρηση μεγαλύτερη των 90 ημερών συνέχισαν την πτωτική τους πορεία κατά τη διάρκεια του 2018 και ανήλθαν σε 17,6 δισ. ευρώ, σημειώνοντας μείωση κατά 18,7% σε σχέση με το τέλος του 2017 όταν ήταν 21,7 δισ. ευρώ.

Σήμερα, το 67,2% των μη εξυπηρετούμενων δανείων που εμπίπτουν σε αυτήν την κατηγορία έχει καθυστέρηση μεγαλύτερη του ενός έτους. Το αντίστοιχο ποσοστό για τα στεγαστικά δάνεια διαμορφώνεται σε 73,6% και για τα επιχειρηματικά σε 65,7%, ενώ για τα καταναλωτικά δάνεια τα οποία έχουν καθυστέρηση μεγαλύτερη του εξαμήνου το ποσοστό διαμορφώνεται σε 70,1%.

Πολύ υψηλά ποσοστά μη εξυπηρετούμενων δανείων καταγράφονται στους κλάδους της εστίασης (64,5%), των τηλεπικοινωνιών, της πληροφορικής και ενημέρωσης (57,9%), των αγροτικών δραστηριοτήτων (47,4%), των κατασκευών (45,9%) και της μεταποίησης (41,2%), ενώ τα χαμηλότερα ποσοστά παρατηρούνται ενδεικτικά στους κλάδους της ενέργειας (3,0%) και των χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων (16,3%).

Ακόμη και ο κλάδος του τουρισμού παρουσιάζει υψηλό ποσοστό κόκκινων δανείων που φτάνει το 35,2%, παρά τον εξωστρεφή χαρακτήρα, την ανοδική του πορεία και τη διευρυνόμενη συμβολή του στο ΑΕΠ.