Φόρμα αναζήτησης

Εκτονώνεται η «απειλή» φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού

Βελτίωση των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών στη χώρα δείχνουν τα στοιχεία που έδωσε χθες στη δημοσιότητα η Στατιστική Υπηρεσία για τον δείκτη κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, ο οποίος κατέγραψε περαιτέρω πτώση την περσινή χρονιά.

Σύμφωνα με τη Στατιστική Υπηρεσία, την περσινή χρονιά το 23,9% του πληθυσμού ή 205.900 άτομα βρίσκονταν σε κίνδυνο φτώχειας ή σε κοινωνικό αποκλεισμό σε σχέση με 25,2% την προηγούμενη χρονιά και συγκριτικά με 28,9% το 2015, όταν ο συγκεκριμένος δείκτης βρέθηκε στο υψηλότερο σημείο που έφτασε ποτέ.

Παρά τη βελτίωση, το ποσοστό, πάντως, παραμένει μεγάλο αφού, όπως η ίδια η Στατιστική Υπηρεσία σημειώνει, το 23,9% του πληθυσμού στη χώρα ζούσε σε νοικοκυριά με διαθέσιμο εισόδημα κάτω από το όριο της φτώχειας ή ζούσε σε νοικοκυριά με σοβαρή υλική στέρηση ή ζούσε σε νοικοκυριά με πολύ χαμηλό δείκτη έντασης εργασίας ( δείκτης κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού).

Το ποσοστό του πληθυσμού που βρισκόταν μόνο σε κίνδυνο φτώχειας, δηλαδή το διαθέσιμο εισόδημα του βρισκόταν κάτω από το χρηματικό όριο κινδύνου φτώχειας, παρουσίασε επίσης μικρή μείωση, φτάνοντας πέρσι στο 15,4% σε σχέση με 15,7% που ήταν το 2017. Το ψηλότερο ποσοστό που έφτασε ποτέ ο δείκτης αυτός ήταν το 2015 με 16,2%. Το χρηματικό όριο κινδύνου φτώχειας αυξήθηκε το 2018 στα 9.202 ευρώ για νοικοκυριά ενός ατόμου σε σχέση με 8.698 ευρώ το 2017 και στα 19.323 ευρώ για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά σε σχέση με 18.266 ευρώ το 2017. Παρομοίως, μείωση κατέγραψε και ο δείκτης σοβαρής υλικής στέρησης (SMD). Όπως αναφέρει η Στατιστική Υπηρεσία, το ποσοστό του πληθυσμού με σοβαρή υλική στέρηση, δηλαδή το ποσοστό του πληθυσμού που λόγω οικονομικών δυσκολιών δεν μπορούσε για παράδειγμα να αποπληρώσει τους λογαριασμούς του ρεύματος/νερού ή τα δάνειά του, ή δεν μπορούσε να έχει τον χειμώνα ικανοποιητική θέρμανση, ή να αντιμετωπίσει μια έκτακτη αλλά αναγκαία δαπάνη, μειώθηκε το 2018 στο 10,2% σε σχέση με 11,5% % που είχε φτάσει το 2017.

Μειώθηκε και η οικονομική ανισότητα

Τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας δεικνύουν και μείωση της οικονομικής ανισότητας πέρσι σε ετήσια βάση. Σύμφωνα με αυτά το μέσο ετήσιο καθαρό διαθέσιμο εισόδημα του νοικοκυριού για το 2018, με οικονομικό έτος αναφοράς το 2017, ήταν 30.807 ευρώ, παρουσιάζοντας μικρή αύξηση σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά που ήταν 30.376 ευρώ. «Η οικονομική ανισότητα εκφράζεται, κυρίως, με τον δείκτη κατανομής εισοδήματος σε πεμπτημόρια (S80/S20) και τον δείκτη άνισης κατανομής εισοδήματος, συντελεστή Gini. Το 2018, οι δύο συντελεστές οικονομικής ανισότητας, με περίοδο αναφοράς το 2017, παρουσιάζουν μείωση σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, υποδηλώνοντας βελτίωση στην κατανομή του εισοδήματος των νοικοκυριών», αναφέρεται. «Συγκεκριμένα, ο δείκτης S80/S20, ο οποίος εξετάζει το μερίδιο του εισοδήματος του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού προς το εισόδημα του φτωχότερου 20% του πληθυσμού, παρουσιάζει βελτίωση φτάνοντας το 2018 στο 4,3. Δηλαδή, το μερίδιο του εισοδήματος του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού ήταν 4,3 φορές υψηλότερο από το εισόδημα του φτωχότερου 20% του πληθυσμού, σε σχέση με 4,6 που ήταν το 2017. Επίσης ο συντελεστής Gini μειώθηκε στο 29,1%, σε σχέση με το 30,8% που είχε φθάσει το 2017», συμπληρώνει η σχετική ανακοίνωση της Στατιστικής Υπηρεσίας.

Μείωση καταγράφει επίσης και ο δείκτης Πολύ Χαμηλής Έντασης Εργασίας (LWI). Σύμφωνα με τη Στατιστική Υπηρεσία το ποσοστό του πληθυσμού στις ηλικίες 0-59 ετών, το οποίο ζούσε σε νοικοκυριά με πολύ χαμηλό Δείκτη Έντασης Εργασίας, δηλαδή οι ενήλικες στο νοικοκυριό εργάστηκαν κατά την περασμένη χρονιά λιγότερο από 20% της συνολικής τους δυνατότητας, παρουσιάζει επίσης μείωση το 2018, φτάνοντας στο 8,6% σε σχέση με 9,4% που είχε φτάσει το 2017.