Φόρμα αναζήτησης

Ούτε σεντ αναδρομικά στους δημοσίους υπαλλήλους

Οι κυπριακές αρχές, δηλαδή το Υπουργείο Οικονομικών, μετέφεραν στο ΔΝΤ τη συναίνεση της πολιτικής ηγεσίας του τόπου ώστε να προχωρήσει με τροποποίηση του Συντάγματος προκειμένου να επιβληθούν εκ νέου οι περικοπές στο κρατικό μισθολόγιο αν η Δημοκρατία χάσει τις εφέσεις.

Στην τελευταία έκθεση του ΔΝΤ για την Κύπρο, με αφορμή την ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης, το προσωπικό του Ταμείου δεν παραθέτει μόνο τις απόψεις του για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Κύπρος, αλλά και τις απόψεις των κυπριακών αρχών.

Οι δικαστικές αποφάσεις για το κρατικό μισθολόγιο ιεραρχούνται ψηλά ως δυνητικός κίνδυνος για τα δημόσια οικονομικά, με τις κυπριακές αρχές να μετριάζουν αυτόν τον κίνδυνο. Ειδικότερα, η άποψη της κυπριακής πλευράς έχει ως εξής:

«Η πρόσφατη δικαστική απόφαση κατά της κυβέρνησης σχετικά με τις περικοπές των αμοιβών στον δημόσιο τομέα λόγω της κρίσης, ακόμη και αν γίνει δεκτή κατά την έφεση (σ.σ. δηλαδή δεν ανατραπεί), πιθανότατα θα προκαταβάλει μόνο τη συνεχιζόμενη σταδιακή επιστροφή των περικοπών των μισθών, ενώ θα επιφέρει ένα μικρό κόστος από την αναδρομική εφαρμογή μόνο σε εκείνους που προσέφυγαν (περίπου 40 εκατ. ευρώ). Το κόστος μιας τέτοιας εξέλιξης παραμένει σημαντικό, αλλά υπάρχει τώρα μια ευρεία πολιτική συναίνεση για να ληφθούν όλα τα αναγκαία μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της τροποποίησης του Συντάγματος που θα επέτρεπε την εκ νέου επιβολή των ίδιων μέτρων για την αντιμετώπιση του ευρύτερου μισθολογικού κόστους του δημόσιου τομέα, περιορίζοντας έτσι το δημοσιονομικό κόστος».

Σε ανάλογο μήκος κύματος κινήθηκαν και οι χθεσινές σχετικές δηλώσεις του υπουργού Οικονομικών Χάρη Γεωργιάδη στην εκπομπή «Πρωινό Δρομολόγιο» του Τρίτου Προγράμματος Ραδιοφώνου του ΡΙΚ, χωρίς όμως να θεωρεί δεδομένη τη συναίνεση.

«Αν λοιπόν», είπε κ. Γεωργιάδης, «η δικαστική οδός δεν δώσει λύσεις και χρειαστεί να ληφθούν πολιτικές αποφάσεις, θέλω να ελπίζω ότι και τα κόμματα θα αναλάβουν το δικό τους μερίδιο ευθύνης. Η κυβέρνηση είναι απόλυτα ξεκάθαρη σε αυτό το ζήτημα, αλλά θεωρώ ότι θα το ρυθμίσουμε μέσα από τις συλλογικές αποφάσεις, ούτε εις βάρος των δημόσιων υπαλλήλων αλλά ούτε να πάμε πίσω. Τα δεδομένα της οικονομίας είναι καλύτερα και μπορούν να αρθούν κάποια από τα μέτρα που λήφθηκαν το 2011-2012. Χάθηκε μια δικαστική υπόθεση και μερικές δικαστικές αποφάσεις. Σεβόμαστε τις αποφάσεις του δικαστηρίου, αλλά πολιτικά έχουμε την υποχρέωση να διαφυλάξουμε τη σταθερή πορεία της οικονομίας μας», κατέληξε ο κ. Γεωργιάδης.

«Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο», ανέφερε σε άλλο σημείο, «πρέπει να διασφαλίσουμε τη σταθερότητα. Αυτές οι αποκοπές ήδη σταδιακά αίρονται. Το ’εδώ και τώρα’ δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Αν δεν υπάρξει υπεύθυνη διαχείριση γι’ αυτό το θέμα, θα υπάρξει λαϊκή κατακραυγή. Είναι οικονομική ανάγκη και δίκαιο αυτές οι αποκοπές να αρθούν σταδιακά. Όχι όμως να πάμε πίσω! Στο πλαίσιο της πορείας των αντοχών της οικονομίας αυτές οι αποκοπές αίρονται σταδιακά, έχουμε νομοθετήσει περί αυτού. Αυτήν την προσέγγιση τη θεωρώ υπεύθυνη και συνάδει και με τις οικονομικές αντοχές του κράτους μας και ικανοποιεί, τουλάχιστον, το περί δικαίου αίσθημα».

Συντήρηση

Ταυτόχρονα, το ΥΠΟΙΚ μετέφερε στο ΔΝΤ μια πολιτική συντήρησης δυνάμεων σε ό,τι αφορά τα δημόσια οικονομικά.

Η Κύπρος δεσμεύεται να διατηρήσει μια ουδέτερη δημοσιονομική θέση και να εξασφαλίσει μια αυστηρή πειθαρχία στις δαπάνες.

«Τα δημοσιονομικά σχέδια για το 2019-22 θα διασφαλίσουν την ισχυρή δημοσιονομική επίδοση που έχει στηρίξει την εμπιστοσύνη και την οικονομική ανάκαμψη τα τελευταία χρόνια. Οι αναπτυξιακές δαπάνες θα διατηρηθούν σταθερά κάτω από την ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ και τα κυκλικά και απροσδόκητα έσοδα, συμπεριλαμβανομένης της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων (σ.σ. δηλαδή της ΚΕΔΙΠΕΣ), θα αποταμιεύονται. Δεν προβλέπονται νέα φορολογικά μέτρα. Αυτή η πολιτική θα συνεχίσει να παράγει σημαντικά δημοσιονομικά πλεονάσματα της τάξεως του 4,5% του ΑΕΠ. Η υλοποίηση του ΓεΣΥ δεν είναι πιθανόν να προκαλέσει δημοσιονομικούς κινδύνους κατά την εισαγωγή του, αλλά οι κίνδυνοι αυτοί θα παρακολουθούνται στενά», είναι η θέση των κυπριακών αρχών.