Φόρμα αναζήτησης

DBRS στον «Π»: Η μείωση των ΜΕΔ θα κρίνει πολλά

Το σχόλιο στον ”Π” αναλύτριας του καναδικού οίκου αξιολόγησης DBRS, ένας από τους τέσσερις οίκους των οποίων οι αξιολογήσεις λαμβάνονται υπόψη από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για σκοπούς νομισματικής πολιτικής, επιβεβαιώνει ότι οι αλλαγές στη νομοθεσία για τις εκποιήσεις μπορεί να οδηγήσει σε υποβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της κυπριακής οικονομίας. Αυτό που μετρά για τον οίκο -αλλά και για τους υπόλοιπους οίκους αν ληφθεί υπόψη τι γράφουν για την Κύπρο στις αξιολογήσεις τους- είναι αν από τις αλλαγές στη νομοθεσία θα επηρεαστεί ο ρυθμός μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ). Τραπεζικά στελέχη δεν κρύβουν ότι οι αλλαγές που έγιναν πέρυσι επέτρεψαν στην Τράπεζα Κύπρου να προχωρήσει σε πωλήσεις δανείων. Η πώληση, σε συνδυασμό με την έξοδο της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας από την τραπεζική αγορά, έφερε μια ουσιαστική μείωση των ΜΕΔ, εξέλιξη που ξεκλείδωσε σειρά αναβαθμίσεων για την κυπριακή οικονομία. Οι αναβαθμίσεις, με τη σειρά τους, είχαν θετικό αντίκτυπο και στην οικονομία και στον τραπεζικό τομέα.

Η ανησυχία των τραπεζών είναι ότι οι αλλαγές στις εκποιήσεις θα ανατρέψουν τα σχέδια για νέες πωλήσεις δανείων. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα περιορίσει τη μείωση των ΜΕΔ, ανοίγοντας αυτή τη φορά τον δρόμο για υποβαθμίσεις. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από το σχόλιο στον ”Π” της Αντριάνα Αλβαράντο, εκ των αναλυτών του DBRS για τις αξιολογήσεις κρατών:

«Την περασμένη χρονιά, είδαμε θετικά την ενίσχυση του νομικού πλαισίου, συμπεριλαμβανομένου του νόμου περί εκποιήσεων. Η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του νομικού πλαισίου ήταν ένας από τους τρεις πυλώνες της κυβέρνησης για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Αν και οι αλλαγές σε έναν νόμο ενδέχεται να μην οδηγήσουν άμεσα σε αλλαγή στην αξιολόγηση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της κυπριακής κυβέρνησης, η αντιστροφή της πτωτικής πορείας των μη εξυπηρετούμενων δανείων μπορεί να είναι αρνητική για την αξιολόγηση. Αντίθετα, η περαιτέρω πρόοδος στην ουσιαστική μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων των τραπεζών και του χρέους του ιδιωτικού τομέα, καθώς και η ενίσχυση του τραπεζικού τομέα θα ήταν θετική για την αξιολόγηση».
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο DBRS δεν αξιολογεί τις κυπριακές τράπεζες.

Οι πωλήσεις

Την περασμένη Τρίτη ο ”Π” είχε περιγράψει το πρακτικό πρόβλημα που δημιουργούν οι αλλαγές στις εκποιήσεις: δεν είναι ότι απλά γίνεται πιο δύσκολη η διαδικασία των εκποιήσεων, αλλά ότι η νέα κατάσταση αβεβαιότητας παγώνει τα σχέδια κυπριακών τραπεζών (τουλάχιστον τριών: Τράπεζα Κύπρου, Ελληνική Τράπεζα και Alpha Bank) για πωλήσεις δανείων, καθώς ο χρόνος ρευστοποίησης των εξασφαλίσεων επηρεάζει το τίμημα της πώλησης. Όσο μεγαλύτερος ο χρόνος, τόσο μικρότερο το τίμημα. Ιδανικά οι τράπεζες θέλουν να προχωρήσουν σε πωλήσεις οι οποίες θα είναι ουδέτερες για τα κεφάλαιά τους, δηλαδή να μην υποστούν ζημιά μεγαλύτερη από τις προβλέψεις για μη είσπραξη των δανείων τις οποίες έχουν ήδη υπολογίσει. Χωρίς πωλήσεις δανειακών χαρτοφυλακίων δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική αποκλιμάκωση του επιπέδου των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ). Τα σχέδια που υπέβαλαν οι ίδιες οι τράπεζες στον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (ΕΕΜ) κρίνονται επαρκή, ο Ευρωπαίος επόπτης ζητεί τήρηση των εν λόγω σχεδίων, αλλά χωρίς πωλήσεις δεν θα επιτευχθούν οι στόχοι.