Φόρμα αναζήτησης

Ζωηρό ενδιαφέρον από Ελλαδίτες εκπαιδευτικούς

Ζωηρό ενδιαφέρον επιδεικνύουν δάσκαλοι και καθηγητές από την Ελλάδα για εργασία στην Κύπρο. Την τελευταία δεκαετία (2008-2018) 10.327 εκπαιδευτικοί δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και 1.287 εκπαιδευτικοί πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης υπέβαλαν αίτηση αναγνώρισης των επαγγελματικών τους προσόντων προκειμένου να ασκήσουν το επάγγελμά τους στη χώρα μας. Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού, πάντως, παραμένει ελκυστικό. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, έγινε και πιο ανταγωνιστικό. Οι μισθοί των εκπαιδευτικών είναι από τους πιο υψηλούς στην ΕΕ, ενώ πολύ καλές περιγράφονται οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εργάζονται.

Τα πιο πάνω αναφέρονται στην έκθεση παρακολούθησης της εκπαίδευσης και κατάρτισης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (2019) η οποία στη βάση των πιο επικαιροποιημένων στοιχείων (ποσοτικών και ποιοτικών) παρουσιάζει και αξιολογεί τα κυριότερα πρόσφατα και τρέχοντα μέτρα πολιτικής σε κάθε κράτος μέλος της ΕΕ.

Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην έκθεση, το επάγγελμα του εκπαιδευτικού στην Κύπρο παραμένει ελκυστικό. Η διδασκαλία προσελκύει τους άριστους πανεπιστημιακούς φοιτητές και οι συνθήκες εργασίας εξακολουθούν να είναι πολύ καλές παρότι υπάρχουν συγκεκριμένες προκλήσεις. Το ποσοστό των Κύπριων εκπαιδευτικών που πιστεύουν ότι το επάγγελμά τους χαίρει εκτίμησης από την κοινωνία αποτελεί το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ (43,5% έναντι 17,7%). Οι εκπαιδευτικοί στην Κύπρο στη συντριπτική τους πλειοψηφία, δε, δηλώνουν ικανοποιημένοι από το επάγγελμά τους. Πιο συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στην έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, περίπου εννέα στους δέκα (91,2%) εκφράζονται θετικά σε σχέση με την εργασία τους. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο λόγος που οι εκπαιδευτικοί επέλεξαν το επάγγελμά τους. Οκτώ στους δέκα (80,1%) δήλωσαν ότι η ασφάλεια της απασχόλησης είναι για τους ίδιους «αρκετά» έως «πολύ» σημαντικός λόγος για την απόφασή τους.

Ακριβοπληρωμένοι

Θετικά χαρακτηρίζουν οι συγγραφείς της έκθεσης τα αποτελέσματα της σύγκρισης των μισθών μεταξύ των Κύπριων εκπαιδευτικών και των Ευρωπαίων ομολόγων τους για τους πρώτους. Αναφέρονται σε στοιχεία που υπέβαλε η Κύπρος το 2016 με τους πραγματικούς μισθούς των εκπαιδευτικών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, οι οποίοι «συγκαταλέγονται μεταξύ των υψηλότερων στην ΕΕ», ενώ σημειώνεται πως στην Κύπρο ο εκπαιδευτικός κόσμος χρειάζεται λιγότερα χρόνια υπηρεσίας για να δικαιούται τον υψηλότερο μισθό συγκριτικά με τα αντίστοιχα έτη που απαιτούνται στην πλειονότητα των άλλων χωρών της ΕΕ.

Ανταγωνισμός

Στην έκθεση γίνεται αναφορά και στο νέο σύστημα διορισμού εκπαιδευτικών που εφαρμόστηκε το 2017 (κατάλογος διορισίμων) το οποίο βασίζεται σε ανταγωνιστικές εξετάσεις. Όπως σημειώνεται, το 2018 το νέο σύστημα οδήγησε στην πρόσληψη 60 μόνιμων και 278 αναπληρωτών εκπαιδευτικών στο σχολείο. Σε ό,τι αφορά το παλιό -σε ισχύ ακόμη- σύστημα προσλήψεων (κατάλογος διοριστέων), οι συγγραφείς της έκθεσης διαπιστώνουν ότι «ευνοεί τον χρόνο προϋπηρεσίας έναντι της αξιοκρατίας» καθώς και ότι «συνέβαλε στη σταδιακή γήρανση του εργατικού δυναμικού των εκπαιδευτικών». Επισημαίνουν ακόμη ότι «τα τελευταία χρόνια εισέρρευσαν στην Κύπρο πολλοί εκπαιδευτικοί από την Ελλάδα», ενώ καταγράφουν τη μεγάλη προσφορά των εκπαιδευτικών στη χώρα μας.

Χαμένη ευκαιρία…

Η έκθεση δεν παραλείπει να αναφερθεί στην επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, διαπιστώνοντας ότι οι νεοεισερχόμενοι εκπαιδευτικοί δεν λαμβάνουν επί του παρόντος εισαγωγική επιμόρφωση παρά το γεγονός ότι είναι υποχρεωτική. Σύμφωνα με τα όσα καταγράφει η έκθεση, αυτού του είδους η επιμόρφωση «κόπηκε» το 2013 λόγω οικονομικών περιορισμών. Παλαιότερα, στο πλαίσιο προγραμμάτων μεντόρων, οι νεοεισερχόμενοι εκπαιδευτικοί συνδέονταν με πιο έμπειρους εκπαιδευτικούς εντός της σχολικής μονάδας κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους διδασκαλίας, επιπλέον των εσπερινών μαθημάτων επιμόρφωσης που παρακολουθούσαν. «Με δεδομένες τις χαμηλές επιδόσεις της Κύπρου όσον αφορά τις βασικές δεξιότητες, φαίνεται ότι η απουσία εισαγωγικής επιμόρφωσης αποτέλεσε μια χαμένη ευκαιρία αφού πληθώρα στοιχείων αποδεικνύουν τον θετικό της αντίκτυπο στην ποιότητα της διδασκαλίας και στα επιτεύγματα των μαθητών», σημειώνεται χαρακτηριστικά. Η έκθεση κάνει επίσης λόγο «για μεμονωμένα προγράμματα επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών γενικότερα» τα οποία λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο των προαγωγών τους, ωστόσο δεν συνδέονται επαρκώς με την αξιολόγησή τους αλλά ούτε και με τις επιλογές σταδιοδρομίας τους.