Φόρμα αναζήτησης

«Υπάρχουν μικρά ζωντανά ‘έργα τέχνης’ εκεί έξω»

Φωτογραφίες/βίντεο: Μιχάλης Χ”Κωνσταντής

Ο Μιχάλης Χ”Κωνσταντής είναι ανεξάρτητος ερευνητής της κυπριακής φύσης, με ειδίκευση στα έντομα, τις αράχνες και άλλα αρθρόποδα. Οργανισμοί που από πολλούς θεωρούνται αποκρουστικοί, κυρίως, όπως τονίζει στον «Π», για λόγους προκατάληψης, για τον ίδιο είναι μέγιστου ενδιαφέροντος. Εξορμώντας με την απόχη και τη φωτογραφική μηχανή αναζητά για ώρες ζωντανά «έργα τέχνης» που οι περισσότεροι αγνοούμε, με εντυπωσιακά χρώματα, όψη και δομή, εξασκώντας ανελλιπώς το μάτι του στην αναγνώριση-ταυτοποίηση οργανισμών, των οποίων οι ομάδες είναι ελάχιστα μελετημένες στην Κύπρο. Επίσης έχει συμμετάσχει σε δημοσιευμένες έρευνες ειδών της Κύπρου, με δύο από αυτές να αφορούν νέες καταγραφές για την Κύπρο. Σήμερα, μεταξύ άλλων, ετοιμάζει μαζί με άλλους συνεργάτες μια πολύχρονη έρευνα για τις αράχνες της Κύπρου, η οποία θα αυξήσει κατά πολύ τον γνωστό αριθμό ειδών στην Κύπρο και θα περιγράφει και μερικά νέα είδη για την επιστήμη.

 

Παρακολουθείστε βίντεο με το Vermileonidae larva (wormlion) σε “δράση”:

 

 

Tylos cf. europaeus Arcangeli, 1938.

 

Τι ήταν εκείνο που σε οδήγησε στην έρευνα της κυπριακής βιοποικιλότητας, στο «κυνήγι» με μια απόχη και μια φωτογραφική;

Από μικρό παιδί με έλκυε η φύση για κάποιο λόγο. Πολλές φορές, αντί να παίζω παιχνίδια έκανα βόλτες όπου είχε «ξεμείνει» λίγη από τη φύση μέσα στην πόλη, όπως σε πάρκα και σε οικόπεδα. Επίσης πάντα επιδίωκα να πηγαίνω με τον πατέρα μου κυνήγι, για να είμαι στη φύση. Ο πατέρας μου, που ευτυχώς ενδιαφέρεται περισσότερο για τη βόλτα πάρα για το θήραμα, συχνά μου μάθαινε διάφορα πράγματα για τη φύση και επιδίωκε να πηγαίνουμε συχνά εκδρομές εκτός πόλης. Διάβαζα και βιβλία για ζώα από πολύ νωρίς. Στη συνέχεια, όταν ήμουν ακόμα γυμνάσιο, αποφάσισα να σπουδάσω κάτι σχετικό με το φυσικό περιβάλλον κι έτσι σπούδασα δασολογία, που είναι ένας συναφής κλάδος με το περιβάλλον και τη μελέτη του. Ωστόσο, ένιωθα ότι είχα ακόμη να μάθω πολύ περισσότερα από αυτά που γνώριζα, γι’ αυτό και αποφάσισα να εξειδικεύσω τις γνώσεις μου, κάνοντας ένα μεταπτυχιακό στη βιοποικιλότητα και οικολογία. Πλέον ασχολούμαι κυρίως με την καταγραφή, φωτογράφιση ειδών και τη μελέτη της οικολογίας τους.

 

 

Φωτογραφίζοντας έντομα στο πεδίο.

 

  

Copris hispanus (Linnaeus, 1764).

 

Γνωρίζω ότι έχεις επικεντρωθεί στη μελέτη των εντόμων. Τι σημαντικό πιστεύεις ότι έχει να επιδείξει αυτός ο μικρόκοσμος;

Γενικά, ασχολούμαι με όλες τις κατηγορίες οργανισμών αλλά όντως έχω αποφασίσει να επικεντρωθώ στα έντομα, καθώς με ενδιαφέρουν περισσότερο μιας και είναι ομάδες οργανισμών που είναι ελάχιστα μελετημένες στην Κύπρο. Τα έντομα είναι περίπου το 80% όλων των γνωστών ειδών των ζωντανών οργανισμών στη γη. Αρχικά, από αισθητικής απόψεως αυτός ο μικρόκοσμος έχει να επιδείξει εκπληκτικούς και πανέμορφους οργανισμούς, που ευτυχώς μπορούμε να τους αναδείξουμε μέσω της φωτογραφίας. Αναμφισβήτητα, υπάρχουν «μικρά ζωντανά έργα τέχνης» εκεί έξω που οι περισσότεροι αγνοούμε. Παράλληλα, από οικολογικής πλευράς τα έντομα είναι πολύ σημαντικό κομμάτι του οικοσυστήματος, καθώς έχουν διαφόρους ρόλους στην τροφική αλυσίδα. Αξίζει να τονιστεί ότι η μελέτη τους οδήγησε στη χρήση πολλών ειδών από τον άνθρωπο για διάφορους σκοπούς, όπως για την επικονίαση, την τροφή για τα ζώα και τον άνθρωπο, τον βιολογικό έλεγχο παρασίτων, τις τέχνες, τη διακόσμηση, τα κοσμήματα, τη φαρμακευτική, την κομποστοποίηση, την εκμετάλλευση των παράγωγών τους (μέλι, μετάξι, φυσικές χρωστικές, κερί), ενώ χρησιμοποιούνται ως πειραματόζωα στη γενετική, όπως η δροσόφυλλα.

Μαζεύω έντομα από 10 χρονών και από τότε άρχισα να κάνω μια εντομολογική συλλογή. Πάντοτε με εντυπωσίαζαν τα χρώματα, η όψη και η δομή των εντομών. Επίσης, δεν ασχολούμαι μόνο με έντομα αλλά γενικότερα με αρθρόποδα. Για παράδειγμα, τελευταία ασχολούμαι με τις αράχνες που δεν είναι έντομα αλλά αραχνίδια.

Protaetia (Cetonischema) speciosa marchei (Alexis & Delpont, 1999).

 

Βίντεο με ζευγάρωμα του  Philaeus chrysops (Poda, 1761):

 

Μίλησέ μας για τις περιγραφές-δημοσιεύσεις ειδών σε έρευνες που έχεις συμμετάσχει.

Μέχρι στιγμής είχα την ευκαιρία να συμμετάσχω σε πέντε δημοσιευμένες έρευνες και είναι σε εξέλιξη πολλές ακόμη. Από τις δημοσιευμένες οι δύο αφορούν νέες καταγραφές ειδών για την Κύπρο, για τα νευρόπτερα και ημίπτερα, και δύο για ταξινόμηση, φυλογενετική και οικολογία σκαθαριών. Στη μια περιγραφούμε το άγνωστο θηλυκό της ενδημικής στην Κύπρο αράχνης Aelurillus cypriotus Azarkina 2006.

Ταυτόχρονα, ετοιμάζεται μια πολύχρονη έρευνα για τις αράχνες της Κύπρου, η οποία θα αυξήσει κατά πολύ τον γνωστό αριθμό ειδών στην Κύπρο και θα περιγράφει και μερικά νέα είδη για την επιστήμη. Επίσης, είναι στα σκαριά έρευνες για κατσαρίδες, ένα νέο είδος μύγας κ.ά. Επί τη ευκαιρία θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Σύνδεσμο Προστασίας της Φυσικής Κληρονομιάς και Βιοποικιλότητας της Κύπρου και όλους τους φίλους και συνεργάτες που βοηθούν σε όλες τις έρευνες που συμμετέχω.

Aelurillus cypriotus Azarkina, 2006. Θηλυκό.

 

Aelurillus cypriotus Azarkina, 2006. Αρσενικό.

 

Πόσο δύσκολο είναι να αναγνωρίσει κάποιος τα είδη εντόμων;

Η αναγνώριση ενός μεγάλου ποσοστού εντόμων είναι δύσκολη και απαιτεί μεγάλη και μακροχρόνια πείρα. Ακόμη, και οι πιο έμπειροι δυσκολεύονται σε πολλές περιπτώσεις να αναγνωρίσουν τα είδη γι’ αυτό και πολλοί εξειδικεύονται σε συγκεκριμένες ομάδες εντόμων. Αρχικά, υπάρχει συγκεκριμένη μεθοδολογία που ακολουθείται, το πιο σημαντικό κομμάτι είναι να έχεις δείγμα από το είδος που θες να ταυτοποιήσεις, έτσι ώστε να έχεις τη δυνατότητα να το παρατηρήσεις μορφολογικά. Πολύ συχνά, χρειάζεται ένα μέσο μεγέθυνσης για να μπορείς να δεις τα χαρακτηριστικά του εντόμου. Ένας έμπειρος εντομολόγος μπορεί να αναγνωρίσει κάποια είδη ακόμα και από μια καλής ποιότητας φωτογραφία. Ωστόσο, μια φωτογραφία δεν σου δίνει τη βεβαιότητα ότι πρόκειται για ένα συγκεκριμένο είδος, γιατί πολλά είδη είναι πανομοιότυπα εξωτερικά.

 

 

«Στην Κύπρο όπου τα έντομα και τα αραχνίδια είναι πολύ λίγο μελετημένα, επιβάλλεται να συνεχίσουμε να ψάχνουμε και να τα καταγράφουμε, καθώς πολλά είναι ενδημικά», τονίζει στον «Π» ο Μιχάλης Χ”Κωνσταντής. Στη φωτογραφία «γοητευμένος» με την αράχνη Eusparassus walckenaeri (Audouin, 1826). ΦΩΤΟ: Χρίστος Ζουμίδης.

 

Αν σε ρωτούσε κάποιος γιατί χρειάζεται να ψάχνουμε για νέα έντομα τι θα του απαντούσες;

Ουσιαστικά, αποτελεί έναν μικρόκοσμο με οργανισμούς για τους οποίους πάρα πολλοί αγνοούν πόσο σημαντικοί είναι στο οικοσύστημά μας. Πολλοί θεωρούν τα έντομα αποκρουστικά καθώς έχουν μια προκατειλημμένη άποψη γι’ αυτά, έτσι θα πρέπει να καταρρίψουμε τα στερεότυπα και να προσφέρουμε στον κόσμο τη δυνατότητα να αποκτήσει γνώσεις γι’ αυτά ώστε να μπορεί να αξιολογήσει σωστά το πόσο σημαντικά είναι. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι γνωρίζουμε μόλις το 15% των ειδών του πλανήτη μας και πολλά από αυτά εξαφανίζονται καθημερινά, χωρίς να γνωρίζουμε ότι υπάρχουν, άρα χάνουμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε τους διάφορους ζωντανούς οργανισμούς που υπάρχουν στη φύση. Ιδίως, στην Κύπρο όπου τα έντομα και τα αραχνίδια είναι πολύ λίγο μελετημένα, επιβάλλεται να συνεχίσουμε να ψάχνουμε και να τα καταγράφουμε, καθώς πολλά είναι ενδημικά.

 

Hersiliola simoni (O. P.-Cambridge, 1872).

 

 

 «Στην Κύπρο οι αρμόδιοι δεν ενδιαφέρονται»

Στην Κύπρο ένας ανεξάρτητος ερευνητής της βιοποικιλότητας, πέρα από αυτό καθ’ αυτό το κομμάτι της αναγνώρισης-ταυτοποίησης που περιέγραψες, ποια προβλήματα ή δυσκολίες αντιμετωπίζει;

Ίσως το βασικότερο πρόβλημα είναι ότι στη χωρά μας δεν υπάρχει ενδιαφέρον από τους αρμόδιους φορείς για την έρευνα της βιοποικιλότητας, καθώς ασχολούνται κυρίως με άλλα ζητήματα. Συνεπώς, δεν υπάρχουν προγράμματα ή κονδύλια που να αφορούν την εν λόγω έρευνα. Στις ελάχιστες περιπτώσεις που χρηματοδοτούνται προγράμματα για την έρευνα της βιοποικιλότητας, τα χρήματα που προσφέρονται δεν φτάνουν για να κάνεις μια ολοκληρωμένη και σωστή δουλειά. Συνεπώς, η έρευνα και η αναζήτηση ειδών γίνεται συνήθως ως χόμπι ή για τις απαιτήσεις ακαδημαϊκών υποχρεώσεων και πρέπει να επωμίζεσαι ο ίδιος τα έξοδα.

Anthaxia (Cratomerus) diadema (Fischer, 1824).

 

Ένα άλλο πρόβλημα που προκύπτει είναι η έλλειψη διαθέσιμων εγκαταστάσεων για τέτοιου είδους έρευνες. Ακόμη και τα πανεπιστήμιά μας στερούνται χρηματοδοτήσεων για αναλώσιμα και εξοπλισμό. Επίσης δεν έχουμε ένα ολοκληρωμένο μουσείο φυσικής ιστορίας το οποίο θα μπορούσε να συντηρήσει και να φιλοξενήσει συλλογές διάφορων ειδών που υπάρχουν στην Κύπρο. Γεγονός που θα λειτουργούσε ως καταλυτικός παράγοντας στην προώθηση περαιτέρω έρευνας της βιοποικιλότητας και προστασίας της φυσικής μας κληρονομιάς.

Παρά τα προβλήματα που υπάρχουν, έχω καταφέρει να αποκτήσω αρκετούς φίλους και συνεργάτες που είναι αξιόλογοι ερευνητές και προσφέρουν πολλά στη μελέτη της φύσης του τόπου μας. Ταυτόχρονα, έχω αποκτήσει περισσότερες γνώσεις από την επαφή μου μαζί τους. Επίσης, υπάρχουν πολλοί συμπολίτες μας, που αν και δεν έχουν επαφή με το αντικείμενο, δείχνουν αρκετό ενδιαφέρον για να γνωρίσουν τη φύση και τους ζωντανούς οργανισμούς της. Συνάμα εκτιμούν αυτή την προσπάθεια και αυτό δίνει δύναμη και σε έμενα και σε όλους τους ερευνητές της κυπριακής φύσης να συνεχίσουμε το έργο μας.

 

Βγαίνοντας από σπηλιά όπου αναζήτησε αράχνες.

 

Gylippus (Gylippus) cyprioticus Lawrence 1953.

 

Βίντεο με Gylippus cyprioticus να τρέφεται:

 

 

Hister uncinatus Illiger, 1807.

 

Melaphe cypria (Humbert & Saussure, 1869).

 

Mesobuthus cyprius Gantenbein & Kropf, 2000. Κουβαλώντας τα μικρά του.

 

Ochsenheimeria cf. taurella (Denis & Schiffermüller, 1775).

 

Plexippus paykulli (Audouin, 1826).

 

Prionus (Mesoprionus) besikanus Fairmaire 1855.

 

Psyllobora vigintiduopunctata (Linnaeus, 1758).