Φόρμα αναζήτησης

Ξεκαθαρίζει η εικόνα για το βαν

Μόλις την περασμένη Τετάρτη η Interpol ενημέρωσε επίσημα την κυπριακή Αστυνομία ότι τίθενται σε ισχύ τα διεθνή εντάλματα σύλληψης για τους τρεις Ισραηλινούς που φέρεται να σχετίζονται με την υπόθεση του λεγόμενου κατασκοπευτικού βαν. Στις 31 Δεκεμβρίου 2019 στάλθηκε στην Interpol από την κυπριακή Αστυνομία το αίτημα για διεθνή εντάλματα σύλληψης για τους τρεις Ισραηλινούς, και συγκεκριμένα για τους Ταλ Ντίλιαν, Αβραάμ Σαχάκ Άβνι και ενός τρίτου που έχει σχέση με την εταιρεία του ενός ή και των δύο προαναφερθέντων Ισραηλινών. Η κυπριακή Αστυνομία θεωρούσε ότι από τις 31/12/2019 ήταν σε ισχύ τα διεθνή εντάλματα σύλληψης, αν και δεν έχει πλήρως ξεκαθαριστεί εάν έτσι έχουν τα πράγματα… Η Interpol ζήτησε διευκρινίσεις για κάποια σημεία που αφορούσαν το αίτημα της κυπριακής Αστυνομίας, και αφού δόθηκαν οι σχετικές απαντήσεις επισημοποιήθηκαν τα διεθνή εντάλματα σύλληψης των «3» στις 19 Φεβρουαρίου 2020.

Λερναία Ύδρα

Οι έρευνες για το φερόμενο κατασκοπευτικό βαν συνεχίζονται παρά το ότι έχουν σταματήσει οι δηλώσεις και οι διαρροές σχετικών πληροφοριών στα μέσα ενημέρωσης, για λόγους που έχουν να κάνουν με τη σοβαρότητα της υπόθεσης. «Χρειάζονται χειρουργικές κινήσεις για να ξεκλειδώσει», είπε πηγή κοντά στις έρευνες που μίλησε στον «Π» υπό καθεστώς ανωνυμίας. Δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα η δικανική εξέταση, συνέχεια ανοίγουν νέα ηλεκτρονικά αρχεία (files), εφαρμογές (applications) κ.λπ., τα οποία κρύβουν άλλα αρχεία κ.ο.κ. «Είναι όπως τη Λερναία Ύδρα – ένα κεφάλι κόβεις δέκα ξεπετάγονται», ανέφερε χαρακτηριστικά η ίδια πηγή.

Επιτέλους!

Πάντως, όπως επισήμανε άλλη πηγή κοντά στις έρευνες που επίσης μίλησε στον «Π» ζητώντας να μην κατονομαστεί, έχουν γίνει βήματα σε ό,τι αφορά την καλύτερη κατανόηση του πώς λειτουργεί το σύστημα του βαν. Και «επιτέλους έχουν αρχίσει να φθάνουν στους ανακριτές / αναλυτές τα δεδομένα / απαντήσεις που ζητήθηκαν από τους παρόχους τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών» αναφορικά με τους μοναδικούς αριθμούς (διευθύνσεις) / MAC Addresses (όχι μόνο των κινητών αλλά και των σταθερών τηλεφώνων, των Η/Υ κ.λπ.) που βρέθηκαν στους servers των Ισραηλινών. Σημειώνεται ότι αρχικά υπήρξε μια σχετική απροθυμία από εταιρείες τηλεπικοινωνιών για συνεργασία με τις κυπριακές αρχές που διερευνούν την εν λόγω υπόθεση. Συνεχίζονται, λοιπόν, οι προσπάθειες για ταυτοποίηση των MAC Addresses που έχουν βρεθεί στη λεγόμενη μαύρη λίστα (blacklist) παρακολουθήσεων, καθώς και για τον εντοπισμό της αλληλουχίας των κινήσεων των στόχων (σε ποια μέρη / περιοχές). Σημειώνεται, επίσης, ότι τα MAC Addresses που εισάγονταν στη μαύρη λίστα ανανεώνονταν αναλόγως και οι όποιες ενέργειες (παρακολούθηση της διαδρομής του στόχου) γίνονταν ζωντανά / σε πραγματικό χρόνο. Στους servers των Ισραηλινών έχουν εντοπιστεί αρχεία με πάρα πολύ δύσκολους κωδικούς και οι ειδικοί στην ψηφιακή τεχνολογία, που εργάζονται για λογαριασμό των κυπριακών αρχών, καταβάλλουν τεράστιες προσπάθειες για αποκωδικοποίησή τους, γιατί πιστεύεται ότι ενδεχομένως σε αυτά τα αρχεία να κρύβεται η δραστηριότητα των Ισραηλινών που ψάχνουν οι κυπριακές αρχές (ίσως ηχογραφήσεις).

Πόσα να προλάβουν

Πάντως, τις τελευταίες ημέρες, λόγω των πολλών σοβαρών υποθέσεων που απασχολούν την Αστυνομία (στημένοι αγώνες, τυφλοί πυροβολισμοί στην Αγία Νάπα κ.λπ.), παρατηρείται μια κάποια καθυστέρηση στις ανακρίσεις για την υπόθεση του βαν. Ωστόσο, αυτό αναμένεται να διορθωθεί το αμέσως επόμενο διάστημα, όπως μας έχει λεχθεί από αρμόδιο πρόσωπο. Οι κυπριακές αρχές επιμένουν ότι -σε αντίθεση με το τι υποστηρίζει η άλλη πλευρά- οι τρεις Ισραηλινοί δεν έχουν δείξει στην πράξη, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, ότι πράγματι επιθυμούν να συνεργαστούν για τη διερεύνηση της υπόθεσης.

Κύπρος και… Κασόγκι

Στο μεταξύ, ο «Π» αντιλαμβάνεται ότι οι κυπριακές αρχές, που ερευνούν τα του φερόμενου κατασκοπευτικού βαν, έχουν στο κάδρο τους και την υπόθεση που αφορά τη μήνυση του WhatsApp κατά της ισραηλινής εταιρείας λογισμικού NSO Group, που έχει βάση το Ισραήλ, η οποία -σύμφωνα με ξένα δημοσιεύματα- κατηγορείται πως μέσω του προγράμματος Pegasus παρείχε σε κυβερνήσεις πρόσβαση σε κινητά τηλέφωνα πολιτών πολλών χωρών (τουλάχιστον 20). Οργανώσεις που ασχολούνται με τα ανθρώπινα δικαιώματα ισχυρίζονται ότι στόχος ήταν διπλωμάτες, δημοσιογράφοι, πολιτικοί αντιφρονούντες κ.ά. Μεταξύ των υποθέσεων είναι και αυτή του δημοσιογράφου της «Washington Post» Τζαμάλ Κασόγκι, ο οποίος δολοφονήθηκε στο προξενείο της Σαουδικής Αραβίας στην Κωνσταντινούπολη το 2018. O φίλος και συνεργάτης του Κασόγκι, Ομάρ Αμπντουλαζίζ, είναι ένας από τους επτά ακτιβιστές και δημοσιογράφους που μηνύουν την NSO Group σε Κύπρο και Ισραήλ, με την κατηγορία πως τα κινητά τους είχαν χακαριστεί από το λογισμικό της εταιρείας (μέσω μηνυμάτων, για τη δημιουργία των οποίων απαιτείτο η απευθείας συνεργασία με την NSO, κάτι το οποίο γινόταν από τα γραφεία στην Κύπρο, σύμφωνα με πηγή των «Financial Times»).

Στη Λεμεσό η επίδειξη

Δημοσίευμα των «The Irish Times» (14/5/2019) αναφέρει ότι στα μέσα του 2017, σύμφωνα με παράπονο που υποβλήθηκε στην ισραηλινή Αστυνομία και ενός Ευρωπαίου επιχειρηματία που ήταν αναμεμειγμένος στον χώρο των πωλήσεων, εκπρόσωποι της NSO ήρθαν στην Κύπρο για να συναντήσουν δύο ανώτερους αξιωματούχους της Σαουδικής Αραβίας, συμπεριλαμβανομένου ενός κορυφαίου αξιωματούχου στη Σαουδική Υπηρεσία Πληροφοριών. Σε μια αίθουσα συνεδριάσεων σε ξενοδοχείο της Λεμεσού (κατονομάζεται το ξενοδοχείο), οι εκπρόσωποι της εταιρείας τους παρουσίασαν το λογισμικό Pegasus 3 και έκαναν επίδειξη των δυνατοτήτων του. Πέρσι, η οργάνωση ακτιβιστών για τα ψηφιακά δικαιώματα Access Now απέστειλε επιστολή στην κυπριακή κυβέρνηση, εκφράζοντας -μεταξύ άλλων- ανησυχίες για το κατά πόσον δόθηκαν άδειες στην ισραηλινή NSO Group τα τελευταία πέντε χρόνια για πώληση του λογισμικού ή και άλλων προϊόντων σε άλλες χώρες και με ποιες διαδικασίες. Η NSO Group αρνείται κατηγορηματικά τα όσα της αποδίδουν και διευκρινίζει πως κύριος στόχος της εταιρείας είναι η παροχή τεχνολογιών σε αδειοδοτημένες κυβερνητικές υπηρεσίες πληροφοριών και σε αρχές επιβολής του νόμου σε σχέση με την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος.

Ποιος χάκαρε τον Μπέζος;

Σημειώνεται, τέλος, ότι πριν από έναν μήνα περίπου δύο από τους κορυφαίους αξιωματούχους των Ηνωμένων Εθνών ζήτησαν τη διεξαγωγή έρευνας για το χακάρισμα του τηλεφώνου του ιδιοκτήτη της εταιρείας Amazon Τζεφ Μπέζος, μέσω ενός μηνύματος της υπηρεσίας WhatsApp που προερχόταν από έναν λογαριασμό του πρίγκιπα διαδόχου της Σαουδικής Αραβίας. Η αποστολή του μηνύματος φέρεται να έγινε το 2018 και το αποτέλεσμα ήταν η δημοσιοποίηση προσωπικών φωτογραφιών του Μπέζος, ενός από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο (με περιουσία που εκτιμάται στα 110 δισ. δολάρια). Ο Τζεφ Μπέζος είναι ο ιδιοκτήτης της «Washington Post», με την οποία συνεργαζόταν ο Τζαμάλ Κασόγκι – ο Σαουδάραβας δημοσιογράφος που δολοφονήθηκε την ίδια χρονιά (που φέρεται να έγινε το χακάρισμα στο κινητό του Μπέζος) στο προξενείο της Σαουδικής Αραβίας στην Κωνσταντινούπολη. Το Ριάντ χαρακτηρίζει παράλογο τον ισχυρισμό ότι χάκαρε το κινητό του Μπέζος. Υπενθυμίζεται ότι στο δημοσίευμα του αμερικανικού περιοδικού «Forbes» για το φερόμενο κατασκοπευτικό βαν (5/8/2019) σημειώνεται ότι ο Ταλ Ντίλιαν και οι συνεργάτες του έλαβαν πολλά εκατομμύρια δολάρια πωλώντας τεχνολογία παρακολούθησης που ανέπτυξαν στον όμιλο εταιρειών NSO. Η πρώτη εταιρεία του Ντίλιαν «Circles» συγχωνεύθηκε με την NSO το 2014 («The mythically themed malware was coded by NSO Group, a company Dilian is closely associated with: His first surveillance business, Circles, merged with NSO in 2014, when US private equity firm took control of both for a total of 250 million dollars. NSO has since strenuously denied having anything to do with Khashoggi’s death»).

 

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.