Φόρμα αναζήτησης

Μεταλλείο Μιτσερού: Βαμμένο με ιδρώτα και αίμα

Στην περιοχή όπου βρέθηκαν τα πτώματα των δύο δολοφονημένων γυναικών, εργάζονταν κάποτε υπό άθλιες συνθήκες για ένα κομμάτι ψωμί χιλιάδες Κύπριοι μεταλλωρύχοι. Το υπόγειο μεταλλείο της Κοκκινόγιας άρχισε τη λειτουργία του το 1969 και έκλεισε το 1979.

Ένας τόπος ποτισμένος με τον ιδρώτα από τη σκληρή δουλειά των Κύπριων μεταλλωρύχων, αυτών που δούλεψαν στις γαλαρίες της Κοκκινογιάς στο Μιτσερό, οι ίδιες υπόγειες στοές βάφτηκαν και με το αίμα των γυναικών που τις τελευταίες μέρες βρέθηκαν εκεί δολοφονημένες.

Τη δεκαετία του 1950, αφηγείται στον «Π» ο γεωλόγος και πρώην διευθυντής του Τμήματος Γεωλογικής Επισκόπησης Γιώργος Κωνσταντίνου, στα πέντε μεταλλεία της περιοχής του Μιτσερού – της Κοκκινογιάς ήταν το πιο πλούσιο, της Κοκκινοπεζούλας γνωστό για την κόκκινη λίμνη, τα δυο μεταλλεία που βρίσκονταν στην Αγροκηπιά και το Μενί προς τον Ξυλιάτο ,όπου κι εκεί γίνονταν έρευνες τις τελευταίες μέρες για ανεύρεση πτωμάτων- δούλευαν πάνω από 1.000 άτομα. Ήταν η εποχή που τα μεταλλεία είχαν επαναδραστηριοποιηθεί μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και η εξόρυξη χαλκού βρισκόταν στο απόγειό της.

Το Μιτσερό έζησε το δύσκολα ξεκίνημα των μεταλλείων, την περίοδο αιχμής και δόξας, αλλά και τον φυσικό κορεσμό τους.

Σύμφωνα με τον γεωλόγο Γιώργο Κωνσταντίνου, για να μπορεί να γίνει η εξόρυξη κάτω από την επιφάνεια της γης αντλούνταν τα νερά που υπήρχαν στο υπόγειο μεταλλείο με μηχανικά μέσα. Αυτό δεν μπορούσαν να το κάνουν οι αρχαίοι μεταλλωρύχοι, οι οποίοι έσκαψαν μέχρι 160 μέτρα, γι’ αυτό και «άφησαν» 600-800 χιλιάδες τόνους χαλκού οι οποίοι εξορύχθηκαν στη σύγχρονη εποχή

10 γρόσια μεροκάματο

Όπως σημειώνει ο γεωλόγος, η έκφραση «έχει κούσπο στο Μιτσερό δεν είναι άσχετη με το γεγονός ότι τα μεταλλεία της περιοχής έδιναν δουλειά και ψωμί σε πολύ κόσμο, φτωχό κόσμο, απ’ όλη την Κύπρο. Το μετάλλευμα του Μιτσερού έβγαινε από τα μεταλλεία με τρένο και στα πρώτα χρόνια μεταφερόταν στο εργοστάσιο εμπλουτισμού στο Βασιλικό και από το 1956 και μετά, στο υπερσύγχρονο για την εποχή εργοστάσιο εμπλουτισμού μεταλλευμάτων Μιτσερού. Ακολούθως το εμπόρευμα φορτωνόταν και μεταφερόταν στο Καραβοστάσι, απ’ όπου η Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρεία (ΕΜΕ) που είχε τις άδειες εκμετάλλευσης το εξήγαγε.

Η ΕΜΕ, ως ΑΕΕΧΠΛ, είχε φτάσει στην Κύπρο από τη δεκαετία του ’20 και οι κάτοικοι του Μιτσερού, σύμφωνα με μαρτυρίες που βρίσκουμε σε γραπτό κείμενο το;y επί 45 χρόνια εργαζόμενου στην ΕΜΕ, Πολύκαρπου Κλαδευτηρά, ο κόσμος δούλευε για 10-12 γρόσια μεροκάματο, σε πολύ δύσκολες συνθήκες, ενίοτε απάνθρωπες, επικίνδυνες για τη φυσική τους διαβίωση. Η έναρξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου ανέτρεψε την ανοδική πορεία της μεταλλευτικής βιομηχανίας στηn Κύπρο. Οι ευρωπαϊκές αγορές έκλεισαν και η ζήτηση χρυσού (γινόταν επίσης εξόρυξή του) και χαλκού έπεσε στο ελάχιστο. Η επαναδραστηριοποίηση της ΕΜΕ ξεκίνησε το 1951.

Για πολλούς από τους κατοίκους του Μιτσερού η εργασία στα μεταλλεία ήταν συνώνυμη με την εκμετάλλευση και την εξαθλίωση.

Το υπόγειο μεταλλείο

«Το συγκεκριμένο μεταλλείο της Κοκκινογιάς (σ.σ. όπου γίνονται οι αστυνομικές έρευνες)», αναφέρει ο Γιώργος Κωνσταντίνου, «ήταν το μόνο υπόγειο μεταλλείο της περιοχής και ήταν πολύ πλούσιο σε χαλκό, αλλά σε πολύ μεγάλο βάθος, γι’ αυτό αναπτύχθηκε μια πολύ καλή τεχνική για να αντλήσουν όλο το μετάλλευμα. Και έτσι κατάφεραν να πάρουν όλο το κοίτασμα χαλκού. Το ενδιαφέρον είναι πως το συγκεκριμένο κοίτασμα χαλκού έδωσε τα εχέγγυα στην εταιρεία για να ξεκινήσει την Eλληνική Tράπεζα τη δεκαετία του ’70. Πιστεύω προσωπικά ότι η κερδοφορία των Κοκκινογιών δημιούργησε τις συνθήκες για την ίδρυση της τράπεζας», τονίζει ο κ. Κωνσταντίνου.

Το φρεάτιο

Όλη η δουλειά στο υπόγειο μεταλλείο, εξηγεί ο κ. Κωνσταντίνου, γινόταν από ένα μεγάλο φρεάτιο το οποίο μετέφερε τους εργάτες μεταλλωρύχους και τα υλικά που χρειάζονταν για να στηριχθούν οι γαλαρίες, αλλά και το μετάλλευμα από το υπόγειο. Απαντώντας στο ερώτημα πώς βρέθηκε το νερό στη γαλαρία, λέει πως ανέκαθεν υπήρχε. «Αλλά, για να μπορούν να δουλεύουν κάτω από την επιφάνεια, αντλούσαν το νερό. Και για να ξέρετε, ο λόγος που έμεινε το μετάλλευμα, αυτές οι 600-800 χιλιάδες τόνοι που εξορύχθηκαν στη σύγχρονη εποχή, είναι επειδή δεν μπορούσαν οι αρχαίοι μεταλλωρύχοι, που είχαν ξεκινήσει την εκμετάλλευσή της Κοκκινογιάς πριν 3.000 χρόνια, να σκάψουν πιο κάτω από τα 160 μέτρα από την επιφάνεια της γης. Είχαν σκάψει αρκετά, αλλά δεν μπορούσαν να πάνε παρακάτω, γιατί δεν είχαν τη δυνατότητα τότε με μηχανικά μέσα να αντλήσουν το νερό. Έτσι το μεταλλείο το εκμεταλλευτήκαμε εμείς στου νεότερους χρόνους».

Οι συνθήκες και οι ώρες εργασίας, αλλά και οι χαμηλοί μισθοί, η απουσία της κατάλληλης νομοθεσίας για προστασία των μεταλλωρύχων, έκαναν πολύ δύσκολη τη ζωή των εργαζομένων στο υπόγειο μεταλλείο.

24 ώρες το 24ωρο

Στη σύγχρονη εποχή, η Κοκκινόγια άρχισε τη λειτουργία της το 1969 και έκλεισε το 1979. Σύμφωνα με τα στοιχεία, δίπλα από τη στοά ορύχθηκε το φρεάτιο, το μεγάλο πηγάδι προσπέλασης και μεταφοράς προσωπικού υλικών και μεταλλεύματος διαμέτρου 3,5 μέτρων και βάθους 150 μέτρων. Το πηγάδι είχε δύο ανελκυστήρες και δίπλα του υπήρχε το δωμάτιο ελέγχου και επικοινωνίας με τις δύο στοές. Η πρώτη στοά είναι στα 400 μέτρα και η άλλη στα 336 μέτρα υψόμετρο από τη στάθμη της θάλασσας. Η κύρια γαλαρία εισόδου, με αριθμό 464, έχει μήκος 315 μέτρα και υποστηρίζεται από ξύλινα πλαίσια. Η γαλαρία 400 έχει μήκος 380 μέτρα και είναι σε σχήμα Π και υποστηρίζεται από ξύλινα πλαίσια. Η γαλαρία 336 έχει μήκος 487 μέτρα, είναι ημικυκλική και στηρίζεται με σκυρόδεμα. Η λειτουργία του μεταλλείου γινόταν επί 24ώρου βάσεως σε τρεις οκτάωρες βάρδιες.

Οι έμπειροι Τ/Κ εργάτες

Στο συγκεκριμένο μεταλλείο, λόγω του ότι ήταν υπόγειο και δεν υπήρχαν πολλά διαθέσιμα εργατικά χέρια και εμπειρογνωμοσύνη από την περιοχή, εργάστηκαν και Τουρκοκύπριοι μεταλλωρύχοι με μεγάλη εμπειρία από το μεταλλείο του Μαυροβουνιού (σ.σ. περιοχή Σκουριώτισσας), που καθημερινά, όπως αναφέρει ο κ. Κωνσταντίνου, πηγαινοέρχονταν στην περιοχή Λεύκας. «Όταν έγινε το πραξικόπημα, βοηθήθηκαν για να επιστρέψουν πίσω στα χωριά τους, και μάλιστα άφησαν πολλά από τα υπάρχοντά τους στον χώρο εργασίας τους».

Το μεταλλείο Κοκκινογιάς τις εποχές της δόξας του. Οι φωτογραφίες αντλήθηκαν από την ιστοσελίδα της κοινότητας του Μιτσερού.

Το 1930-40 υπήρχε, θυμάται ο Γιώργος Κωνσταντίνου, και εργοστάσιο χρυσού στην περιοχή, το οποίο εκμεταλλευόταν τις οξειδώσεις για να ανασύρει χρυσό. «Η Κοκκινογιά πρόσφερε πάρα πολλά τότε με το χρυσοφόρο υλικό που είχε».

Αρχαίο μνημείο οι σκουριές

Το Μιτσερό συνεχίζει σήμερα να προσφέρει στην οικονομία της χώρας με πέντε λατομεία τα οποία λειτουργούν στην περιοχή. Στο Μιτσερό λειτουργεί επίσης το μοναδικό ασβεστοκάμινο της Κύπρο μετά την απώλεια του Πενταδακτύλου, ο οποίος παρήγαγε ως επί το πλείστον τον ασβέστη για τις ανάγκες του τόπου». Κάποιες από τις σκουριές της περιοχής του Μιτσερού έχουν κηρυχθεί σε αρχαία μνημεία από το Τμήμα Αρχαιοτήτων.