Φόρμα αναζήτησης

Θεόδωρος Τσίκας: Οι κυρώσεις θα εξαγριώσουν την Τουρκία



Του Σταύρου Αντωνίου              

Οδεύουμε προς την έκτακτη Σύνοδο Κορυφής των 27 όπου θα συζητηθεί το ζήτημα της Ανατολικής Μεσογείου και ήδη εμφανίστηκαν τα πρώτα σημάδια της αποκλιμάκωσης της έντασης στο Αιγαίο. Οι στρατιωτικοί φαίνεται να παραδίδουν τη σκυτάλη στους πολιτικούς, για να διαπραγματευτούν τα ζητήματα που ταλανίζουν τις ελληνοτουρκικές και τις κυπροτουρκικές σχέσεις. Οι διπλωματικές διεργασίες για προετοιμασία του πολιτικού διαλόγου άρχισαν. Ελλάδα και Κύπρος θα κληθούν να λάβουν δύσκολες πολιτικές αποφάσεις, αφού όπως δηλώνει στο politis.com.cy ο πολιτικός επιστήμονας και διεθνολόγος Θόδωρος Τσίκας, σύντομα αναμένονται σημαντικές εξελίξεις. 

Κύριε Τσίκα, ενισχύεται η διπλωματική κινητικότητα γύρω από τα ελληνοτουρκικά. Να αναμένουμε σοβαρές εξελίξεις;

Όσο πηγαίναμε προς τη Σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα τέλη Σεπτεμβρίου, η ένταση θα αποκλιμακωνόταν. Όποιος πρόσεχε τη ρητορική των Τούρκων επισήμων, θα παρατήρησε την αλλαγή στη φρασεολογία τους. Είναι σίγουρο ότι η Γερμανία έχει κάνει σοβαρή δουλειά διαμεσολάβησης. Πρέπει να ξέρουμε ότι η Γερμανία είναι μια χώρα φιλική προς την Ελλάδα, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να μιλάει αξιόπιστα και με την Τουρκία, και ειδικά με τον Τούρκο Πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν. Επομένως η δική της διαμεσολάβηση έχει μεγάλη σημασία. Η Τουρκία θα ήθελε να αποφύγει επιπλέον ενέργειες, που θεωρεί ότι τείνουν στον αποκλεισμό της από το ενεργειακό παιχνίδι της Ανατολικής Μεσογείου. Από τη στιγμή που προφανώς πήρε κάποιες διαβεβαιώσεις από τη γερμανική πλευρά, μπόρεσε να κάνει αυτή την κίνηση, εφόσον και η Ελλάδα περίμενε την απόσυρση του Ορούτς Ρέις και των πολεμικών πλοίων που το συνοδεύουν. Θα μπορούσε κάποιος να θεωρήσει ότι μπαίνει σε ένα διάλογο. Είναι σίγουρο ότι θα έχουμε διεργασίες μπροστά μας. Δεν γνωρίζουμε όμως αν αυτές οι διεργασίες θα λάβουν χώρα πριν ή μετά τη Σύνοδο Κορυφής. Πιθανόν κάποιες να γίνουν πριν, αλλά οι πιο σημαντικές πιστεύω ότι θα λάβουν χώρα μετά.

Πλήγμα για ΝΑΤΟ και Τραμπ

Το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ, η Γερμανία και η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέλαβαν ρόλο διαμεσολαβητή. Προς τι τόσο διεθνές ενδιαφέρον εν μέσω κορωνοϊού;

Όλοι αυτοί οι διεθνείς παράγοντες ανησυχούν πάρα πολύ για την πιθανότητα μιας σύγκρουσης στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Προσωπικά εκτιμώ ότι η Τουρκία δεν επιθυμούσε τη στρατιωτική σύγκρουση. Παρόλα αυτά υπήρχε η πιθανότητα ενός ατυχήματος, ειδικά όταν σε ένα μικρό χώρο υπάρχει συσσώρευση οπλικών συστημάτων, πολεμικών πλοίων, στρατιωτικών αεροσκαφών κ.λπ. Επίσης ανησύχησαν διότι μια διαμάχη στην ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ μεταξύ μελών του, θα είχε επιπτώσεις στην ίδια την υπόσταση του. Τη στιγμή μάλιστα που υπάρχουν χώρες οι οποίες αμφισβητούν τη χρησιμότητα του. Υπενθυμίζω τη δήλωση του προέδρου της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος είπε ότι το ΝΑΤΟ είναι «εγκεφαλικά νεκρό». Επιπλέον, μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο μέλη του ΝΑΤΟ κατά την περίοδο της προεκλογικής εκστρατείας στις ΗΠΑ, σίγουρα θα προκαλούσε ζημιά στην εικόνα του προέδρου Τραμπ. Όλοι οι πιο πάνω παράγοντες οδήγησαν στη διαμεσολάβηση. Βέβαια πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι, όλοι αυτοί που δεν επιθυμούν περαιτέρω κλιμάκωση στο Αιγαίο, δεν επιθυμούν και ενίσχυση του ρόλου της Ρωσίας στην Ανατολική Μεσόγειο και έβλεπαν πιθανότητα μεταστροφής της Τουρκίας προς τη Ρωσία. Επίσης, λόγω του συριακού και του λιβυκού προβλήματος στα οποία υπάρχει ρωσική ανάμιξη, δεν ήθελαν να ενισχυθεί περισσότερο ο ρόλος της Ρωσίας. Επομένως για να μην φτάσουν τα πράγματα ως εκεί, θα έπρεπε να υπάρξει μια λύση στα ελληνοτουρκικά.

Όλοι αυτοί οι διεθνείς παράγοντες έχουν κοινή αντίληψη για το τι πρέπει να γίνει στα ελληνοτουρκικά;

Βασικά εκείνο που τους ενδιαφέρει είναι η αποφυγή της σύγκρουσης. Παρόλα αυτά δεν ταυτίζονται οι στόχοι τους. Όμως γνωρίζουν ότι υπάρχουν σοβαρές εκκρεμότητες στα ελληνοτουρκικά θέματα και διαφορές από την περίοδο του 1973 – 74. Κατά καιρούς αυτά τα ανοιχτά θέματα γίνονται αιτία κρίσεων. Από την εποχή του «Χόρα» την δεκαετία του ‘70, του «Σισμίκ» την δεκαετία του ’80, μέχρι την περίοδο των Ιμίων το 1996. Γενικώς επιθυμούν την επίλυση αυτών των θεμάτων. Το 1999 είχαμε προχωρήσει στη Συμφωνία του Ελσίνκι, με βάση την οποία θα λυνόταν το Κυπριακό και θα έμπαινε η Κύπρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Τουρκία θα έλυνε τα «συνοριακά και άλλα» ζητήματα με την Ελλάδα, και αν δεν το κατόρθωνε, είχε την υποχρέωση να προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για να τα επιλύσει. Δυστυχώς το Κυπριακό δεν επιλύθηκε, με την απόρριψη του Σχέδιου Ανάν από την ελληνοκυπριακή πλευρά. Παρόλα αυτά η Κύπρος μπήκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ταυτόχρονα η Ελλάδα άλλαξε γνώμη με την αλλαγή κυβέρνησης το 2014, και ήρε το δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα που υπήρχε για την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών. Με αποτέλεσμα να συνεχιστεί ο διάλογος, αλλά να πάρει μια αέναη μορφή. Συνεχίστηκε αλλά χωρίς αποτέλεσμα, διότι δεν υπήρχε το δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα, ως προς την προσφυγή στη Χάγη. Παρόλα αυτά, στην περίοδο των διερευνητικών επαφών συζητήθηκαν πάρα πολλά θέματα. Όχι μόνο δηλαδή η υφαλοκρηπίδα. Συζητήθηκε και το καθεστώς του εναέριου χώρου και των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο, όπως και κάποια άλλα διμερή θέματα. Σε ορισμένα είχαν υπάρξει συγκλίσεις, ενώ σε άλλα όχι. Σε εκείνα που δεν σημειώθηκαν συγκλίσεις, είχε βρεθεί φόρμουλα για το πώς θα πάνε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Το πρόβλημα είναι ότι κάποια στιγμή οι πολιτικές συνθήκες στην Ελλάδα και σε κάποια άλλη φάση οι πολιτικές συνθήκες στην Τουρκία, δεν επέτρεψαν αυτές οι συγκλίσεις να γίνουν πράξη. Έμειναν λοιπόν ανοιχτά τα ζητήματα αυτά. Και φαίνεται ότι τώρα όλοι επιθυμούν να αρχίσουν ξανά οι διεργασίες από εκεί που σταμάτησαν το 2016, αλλά με χρονοδιάγραμμα, και εφόσον δεν βρεθεί λύση να γίνει παραπομπή στη Χάγη. Ορισμένοι από τους διεθνείς παράγοντες θέλουν όλα αυτά να γίνουν σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Ο ρόλος της ΓερμανίαςΤελικά υπάρχει γερμανο-τουρκικός άξονας;

Δεν το πιστεύω αυτό. Η Γερμανία έχει επιλέξει να είναι μια βασική ευρωπαϊκή δύναμη και γνωρίζει ότι το μέλλον της είναι σε ευρωπαϊκό πλαίσιο, λόγω και του απώτερου παρελθόντος της. Γνωρίζει επίσης ότι εκτός Ευρώπης δεν μπορεί να έχει πολιτική δυναμική, αφού δεν έχει σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις και ιδιαίτερη γεωπολιτική ισχύ. Από την άλλη όμως η Γερμανία, όπως και πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης, επιθυμούν να έχουν ένα σοβαρό και καλό πλαίσιο σχέσεων με την Τουρκία. Δεν επιθυμούν την αποξένωση της Τουρκίας από την Ευρώπη και να τη στείλουν στην αγκαλιά του Ιράν ή της Ρωσίας. Γι’  αυτό και βλέπουμε ότι υπάρχει απροθυμία από πολλές χώρες για τις κυρώσεις που ζητούν η Ελλάδα και η Κύπρος. Εξάλλου δεν κάνουν λόγο για κυρώσεις, αλλά για  περιοριστικά μέτρα. Εμείς τα λέμε κυρώσεις. Αυτές οι χώρες που επιθυμούν μια καλή εταιρική σχέση με την Τουρκία, δεν θέλουν να υπάρχει αυτή η ένταση ανάμεσα στην Τουρκία και την Ελλάδα ή την Κύπρο. Και κυρίως ανάμεσα στην Ευρώπη και την Τουρκία. Έχουν στόχο να διαμορφώσουν μια νέα σχέση με την Τουρκία, μέσω της οποίας θα μπορέσουν να τη δεσμεύσουν σε ορισμένους κανόνες, ούτως ώστε να μπορούν να την ελέγχουν. Αυτό μπορεί να είναι μια ενισχυμένη προνομιακή ειδική σχέση Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας, που δεν θα αποκλείει στο μέλλον την ένταξη της Άγκυρας, όταν και εφόσον πληρωθούν οι όροι. Αυτή πιθανό να περιλαμβάνει νέα συμφωνία στο προσφυγικό, την τελωνειακή Ένωση, ακόμα και πτυχές μιας συνεργασίας στον αμυντικό τομέα. Φαίνεται ότι μέσα εκεί, θέλουν να εντάξουν τα ελληνοτουρκικά και τα κυπρο-τουρκικά. Είναι ο στόχος κυρίως της Γερμανίας και κάποιων άλλων κρατών μελών.

Η συμμαχία με τη Γαλλία

Ξαφνικά η Γαλλία ανέλαβε συμμαχικό ρόλο και υποστηρίζει τις ελληνικές και τις κυπριακές θέσεις. Αυτό θεωρείται θετική ή αρνητική εξέλιξη;

Γενικά οι συμμαχίες με άλλες χώρες είναι θετική εξέλιξη. Όμως πρέπει να γίνονται με πολύ μεγάλη προσοχή. Πρώτο, διότι η Γαλλία θεωρεί ότι η Ανατολική Μεσόγειος είναι μια ζώνη δικής της επιρροής και εντάσσει την τακτική της αυτή μέσα στον ανταγωνισμό της με τη Ρωσία και την Τουρκία. Η Γαλλία, ως μεγάλη δύναμη της περιοχής, δεν θέλει περαιτέρω εμπλοκή της Ρωσίας στις διάφορες εξελίξεις. Έχει δυσαρεστηθεί από την ανάμιξη της Ρωσίας και της Τουρκίας στη Συρία, η οποία μπορεί να επηρεάσει και τον Λίβανο, που τον θεωρεί ως μια χώρα δικού της στενού ενδιαφέροντος. Επίσης, το βασικό θέμα που έχει η Γαλλία με τη Ρωσία και την Τουρκία, είναι η Λιβύη. Η Γαλλία ήταν τότε η δύναμη που είχε κινητοποιήσει τους δυτικούς ώστε να γίνει παρέμβαση για να εκδιωχθεί ο Καντάφι, και θεωρεί ότι έχει ρόλο και λόγο στο θέμα της Λιβύης. Μετά δε και το περιστατικό στα ανοιχτά της Λιβύης, ανάμεσα σε ένα τουρκικό και σε ένα γαλλικό πλοίο που έκανε έλεγχο για το εμπάργκο όπλων στην Λιβύη, όπου το τουρκικό «λόκαρε», δηλαδή κλείδωσε ως στόχο βολής το γαλλικό,  οι Γάλλοι ενοχλήθηκαν. Αυτό που πρέπει να προσέξουν πάρα πολύ η Ελλάδα και η Κύπρος, είναι να μη δημιουργηθούν αυταπάτες, ότι είναι δυνατό η συμμαχία με τη Γαλλία να επιλύσει τα προβλήματα με την Τουρκία. Τα προβλήματα θα παραμείνουν και χρειάζεται πολιτική βούληση για την επίλυση τους. Καμία συμμαχία δεν μπορεί να υποκαταστήσει την επίλυση των προβλημάτων με την Τουρκία. Η Τουρκία είναι γείτονας μας. Εμείς δεν μπορούμε να μετακομίσουμε κάπου αλλού και άρα θα πρέπει να διαπραγματευτούμε και να συμφωνήσουμε με αυτήν. Μόνο μια συμφωνία με την Άγκυρα μπορεί να μας επιλύσει τα θέματα αυτά. Όσο παραμένουν ανοιχτά τα ζητήματα, θα υπάρχει ο κίνδυνος μιας σύγκρουσης, που δεν θα είναι προς όφελος της Ελλάδας ή της Κύπρου. Όλα αυτά  που γίνονται, συμμαχίες, συνεργασίες, κόντρες, ελιγμοί και κινήσεις τακτικής, πρέπει να στοχεύουν σε ένα πράγμα. Στη διαπραγμάτευση με την Τουρκία για την επίλυση των προβλημάτων.

Κυρώσεις κατά Τουρκίας

Η οδός των ευρωπαϊκών κυρώσεων προς την Τουρκία θα φέρει θετικά αποτελέσματα;

Θεωρώ την πολιτική των κυρώσεων αναποτελεσματική. Επαναλαμβάνω ότι οι Ευρωπαίοι τα ονομάζουν περιοριστικά μέτρα. Εμείς τα αποκαλούμε κυρώσεις για ικανοποίηση του εσωτερικού ακροατηρίου. Για να είμαστε ειλικρινείς, πρέπει να παραδεχτούμε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θέλει αυτές τις κυρώσεις. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλει να βάλει την Τουρκία σε ένα νέο πλαίσιο ευρωτουρκικών σχέσεων και μέσω αυτού να ελέγχεται η Τουρκία σε ό,τι αφορά τις εξωτερικές σχέσεις της και τα εσωτερικά ζητήματα, όπως ο εκδημοκρατισμός και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ο Ταγίπ Ερντογάν όταν σχεδίαζε την πολιτική του, είχε ήδη συνυπολογίσει την πιθανότητα των κυρώσεων. Μπορεί να μην του αρέσουν οι κυρώσεις, εξάλλου δεν κάνουν καλό ούτε στην εικόνα του, αλλά το έχει συνυπολογίσει ως ένα τίμημα της πολιτικής του. Γι’ αυτό δεν πρέπει να έχουμε την αντίληψη, ότι με κάποιες κυρώσεις θα σταματήσουμε την Τουρκία. Αντιθέτως, μπορεί να εξαγριώσουν την Τουρκία ή να αποτελέσουν το πρόσχημα της για μια πιο έντονη, παρεμβατική και επιθετική πολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο. Δηλαδή να έχουμε κλιμάκωση αντί αποκλιμάκωση. Για εμάς το θέμα δεν είναι η διαιώνιση της έντασης, αλλά η διευθέτηση των ζητημάτων. Αν ο στόχος μας λοιπόν, είναι η επίλυση των προβλημάτων, τότε η πολιτική των κυρώσεων δεν είναι αποτελεσματική. Αποξενώνουν την Τουρκία από την Ευρώπη και χαλάνε το κλίμα. Βέβαια μετά την απόσυρση του ερευνητικού πλοίου Ορούτς Ρέις, δεν είναι πολύ πιθανό να υπάρξουν κυρώσεις κατά της Τουρκίας. Και αν ακόμα επιβληθούν κυρώσεις, θα είναι μικρής σημασίας λόγω των χωρών που δεν τις επιθυμούν. Επομένως η μόνη οδός είναι αυτή της διαπραγμάτευσης όλων των ελληνοτουρκικών ζητημάτων και της παραπομπής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης εκείνων των θεμάτων για τα οποία δεν θα υπάρξει συμφωνία. Παράλληλα, διαπραγμάτευση του Κυπριακού υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, με βάση το Πλαίσιο Γκουτέρες, για να διανύσουμε το τελευταίο μίλι για την επίλυση του προβλήματος.

 

Η απόσυρση του Ορούτς Ρέις

Πώς ερμηνεύετε την απόφαση της Τουρκίας να αποσύρει το Ορούτς Ρέις;

Η Τουρκία γνωρίζει τα όρια της. Ο Τ. Ερντογάν είναι ένας πολιτικός που πάντα φτάνει τα πράγματα μέχρι τα άκρα, αλλά στην «κόκκινη» στιγμή χαλαρώνει την πίεση. Αυτό κάνει σε όλα τα θέματα, όχι μόνο με την Ελλάδα και την Κύπρο. Αν δεν υπάρξουν ενέργειες που να τον αποκλείουν από το ενεργειακό παιχνίδι της Ανατολικής Μεσογείου, δεν είχε κανένα λόγο να συνεχίσει να βγάζει στη θάλασσα το Ορούτς Ρέις. Πολλοί αναλυτές στην Κύπρο και στην Ελλάδα έλεγαν ότι η Τουρκία θα ανανεώσει την NAVTEX. Οι Τούρκοι δεν ήταν υποχρεωμένοι να την ανανεώσουν. Την είχαν ανανεώσει 4-5 φορές. Κάποια στιγμή έληξε η NAVTEX. Φαίνεται ότι δεν υπήρχε λόγος να συνεχίσει. Το γεγονός ότι το Ορούτς Ρέις ήταν για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα έξω στη θάλασσα, είναι φυσικό να έχει κουράσει το τεχνικό και επιστημονικό προσωπικό του πλοίου. Υπάρχει κόπωση, υπάρχουν άνθρωποι εκεί. Όπως συμβαίνει και με όλα τα άλλα πλοία. Χρειάζεται συντήρηση μηχανημάτων κ.λπ. Εάν λοιπόν ο Ερντογάν θεωρεί ότι μπορούμε να μπούμε σε ένα διάλογο, γιατί να μην αποσύρει το Ορούτς Ρέις; Το θέμα είναι κατά πόσον αυτό θα αποτελέσει απλώς ένα διάλειμμα στην ένταση ή αν θα το αξιοποιήσουμε ώστε να βρούμε τρόπους να επιλύσουμε τις διαφορές μας. Αυτό είναι το μεγάλο ζήτημα. Δηλαδή να μην το θεωρήσουμε ως ένα διάλειμμα και πούμε, ότι αφού πέρασε η κρίση ας μπούμε ξανά σε μια πολιτική αναμονής. Κάτι που μας χαρακτηρίζει εδώ στην Ελλάδα και εκεί στην Κύπρο. Είναι η λεγόμενη «Σχολή της ακινησίας», που λέει «δεν πειράζει, ας αφήνουμε τα ζητήματα ανοιχτά». Η σημερινή κατάσταση έδειξε ότι δεν μπορούν να παραμένουν ανεπίλυτα τα προβλήματα.

 

Το εξοπλιστικό πρόγραμμα

Γιατί ο Έλληνας Πρωθυπουργός εξήγγειλε τώρα ένα νέο εξοπλιστικό πρόγραμμα; Σε τι θα βοηθήσει αυτή η απόφαση;

Κατά τη γνώμη μου βοηθάει μόνο στο εσωτερικό ακροατήριο. Η Ελλάδα είναι μια χώρα που παρολίγο να χρεωκοπήσει το 2010 και έχει περάσει μια πάρα πολύ δύσκολη δεκαετία από οικονομικής απόψεως. Τώρα έχουμε μια νέα κρίση λόγω κορωνοϊού και είναι πάρα πολύ μεγάλα τα ποσά που θα διατεθούν για την αγορά αυτών των εξοπλισμών. Πρέπει να καταλάβουμε ότι αυτοί οι εξοπλισμοί δεν θα έρθουν τώρα. Διότι πολλοί στην Ελλάδα νομίζουν ότι σε λίγες ημέρες θα έρθουν Rafale, φρεγάτες κ.λπ. Αυτά απαιτούν ένα χρονικό διάστημα και μέχρι να έρθει εκείνη η στιγμή, αλίμονο αν συνεχίσουμε να έχουμε τα ίδια θέματα. Γι΄ αυτό θα πρέπει να βρούμε ευκαιρία να μπούμε στην πολιτική διαπραγμάτευση και να επιλύσουμε τα θέματα μας. Καταλαβαίνω ως ένα βαθμό την ανάγκη εξοπλισμού των Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά αυτό το εξοπλιστικό πρόγραμμα δεν πρόκειται να βοηθήσει στα προβλήματα που παρουσιάστηκαν αυτή την περίοδο. Θα έχει ως αποτέλεσμα μια οικονομική επιβάρυνση, αλλά θα ικανοποιήσει την κοινή γνώμη στο εσωτερικό. Θέλω να υπογραμμίσω το γεγονός ότι τα υπέρογκα εξοπλιστικά προγράμματα είναι ένας από τους παράγοντες που οδήγησαν την Ελλάδα στα πρόθυρα της χρεοκοπίας το 2010. Και το ζήτημα δεν είναι να μπλέξουμε ξανά σε αυτή την ιστορία. Δεν μπορούμε και ούτε χρειάζεται εμείς να στρατικοποιούμε την κρίση. Δεν είναι πεδίο στο οποίο η Ελλάδα και η Κύπρος – πολύ περισσότερο – έχει κάποιο όφελος. Αυτό δεν είναι το δυνατό μας πεδίο. Η Τουρκία είναι μια διαφορετική κοινωνία και πιο εύκολα μπορεί να δεχτεί τη στρατικοποίηση της κρίσης και εξοπλισμούς. Ακόμα και νεκρούς. Το θέμα είναι εμείς ποιο μοντέλο θέλουμε να ακολουθήσουμε και σε ποιο πεδίο επιθυμούμε να τραβήξουμε τη Τουρκία. Με αυτό τον βιαστικό τρόπο που γίνονται οι εξοπλιστικές προμήθειες μέσα στον πανικό των εξελίξεων, είναι πολύ πιθανό να μην υπάρχει διαφάνεια ούτε τρόπος εξεύρεσης των καλύτερων προσφορών. Για αυτό λέω ότι, αυτός δεν είναι αποτελεσματικός και επωφελής τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος. 

Η επιμονή του κύριου Μητσοτάκη στην ρύθμιση μονάχα του ζητήματος της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας επιλύει το πρόβλημα;

Όχι, δεν θα το επιλύσει. Είναι μια λάθος πολιτική. Είναι μια πολιτική που καθιερώθηκε στην Ελλάδα κάποια στιγμή, μετά τη δεκαετία του 1980. Δεν υπήρχε πάντα. Δεν είναι μια πάγια εξωτερική πολιτική. Παλαιότερα υπήρχαν πολιτικοί οι οποίοι συζητούσαν όλα τα θέματα. Όποιος διαβάσει «Τα Άπαντα» του Κωνσταντίνου Καραμανλή, θα δει ότι έλεγε στον Ετζεβίτ «ελάτε να συζητήσουμε όλα τα θέματα και αν δεν τα βρούμε να πάμε στη Χάγη». Εναέριο χώρο, χωρικά ύδατα, υφαλοκρηπίδα κ.λπ. Δεν υπάρχει μόνο μία διαφορά ανάμεσα στην Τουρκία και την Ελλάδα. Υπάρχουν πολλές διαφορές. Το θέμα των διαφορών με την Τουρκία, στην Ελλάδα έχει παρεξηγηθεί. Θεωρούμε ότι αν δεχτούμε την ύπαρξη άλλων διαφορών, συζητούμε στη βάση των θέσεων της άλλης πλευράς. Αυτό δεν είναι απαραίτητο. Μπορεί να γίνει, μπορεί και όχι. Όταν δύο χώρες συζητούν και η μία πλευρά εγείρει ένα ζήτημα με το οποίο διαφωνεί η άλλη πλευρά, τότε δημιουργείται μια διαφορά. Σε ένα διάλογο λοιπόν δεν μπορεί να καθορίσει η μια πλευρά τα θέματα της συζήτησης. Σε ένα διάλογο η κάθε πλευρά μπορεί να θέσει όποιο θέμα επιθυμεί. Το να αρνείσαι να συζητήσεις τα θέματα που θίγει η μια πλευρά, ισοδυναμεί με άρνηση του ίδιου του διαλόγου. Και στις διερευνητικές επαφές που έγιναν τα προηγούμενα χρόνια, έχουν συζητηθεί περισσότερα θέματα από την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ. Αυτό όλοι το γνωρίζουν. Και η Ελλάδα έχει επισήμως αποδεχτεί και αυτό είναι καταγεγραμμένο διεθνώς, ότι το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ είναι συνδεδεμένα με τουλάχιστον ακόμη δύο θέματα. Το ένα είναι το θέμα των χωρικών υδάτων. Διότι αν πας να λύσεις το θέμα της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ θα πρέπει να έχεις ορίσει το θέμα των χωρικών υδάτων σου. Πόσα θα είναι τα χωρικά ύδατα σου στο Αιγαίο; Αυτό πρέπει να ρυθμιστεί από πριν, διότι θα σε ρωτήσει το Διεθνές Δικαστήριο ποια είναι τα χωρικά ύδατα σου. Και από τη στιγμή που θα λύσεις τα χωρικά ύδατα σου οριστικά, εισέρχεσαι στο δεύτερο συνδεδεμένο θέμα, που είναι ο εναέριος χώρος. Η Ελλάδα έχει την παγκόσμια πρωτοτυπία να έχει χωρικά ύδατα στα έξι μίλια και εναέριο χώρο στα 10 μίλια, κάτι που δεν αποδέχονται πολλές χώρες. Δεν είναι μόνο η Τουρκία που δεν το δέχεται. Αυτή η αναντιστοιχία ανάμεσα στα ναυτικά μίλια και τον εναέριο χώρο, ούτε διεθνή στήριξη έχει αλλά είναι και ο βασικός λόγος της έντασης στον εναέριο χώρο του Αιγαίου. Είναι αυτή που προκαλεί τις αερομαχίες, οι οποίες είναι επικίνδυνες και κοστοβόρες.

Κόντρα ΗΠΑ και Ρωσίας

Πρόσφατα επισκέφθηκαν την Κύπρο ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών και ο Αμερικανός ομόλογός του. Τι συμβαίνει;

Θεωρώ ότι αυτές οι δύο επισκέψεις έγιναν στο πλαίσιο της ανησυχίας των δύο αυτών κρατών αλλά για διαφορετικούς λόγους. Ο ανομολόγητος στόχος της Ρωσίας είναι να μένουν ανοιχτά τα προβλήματα, ώστε να συντηρείται η ένταση ανάμεσα σε δύο χώρες μέλη του ΝΑΤΟ. Οι δε Ηνωμένες Πολιτείες ακριβώς λειαίνουν τις αντιθέσεις για να μπορέσει να υπάρξει συνεννόηση στα ελληνοτουρκικά. Βέβαια δεν επιθυμούν να παρέμβουν επί της ουσίας. Είναι φανερό ότι Ηνωμένες Πολιτείες αφήνουν το προβάδισμα στη Γερμανία, όμως ρίχνουν το βάρος τους ώστε να μην οξυνθεί περαιτέρω το κλίμα. Οι ΗΠΑ δεν θέλουν να συνεχιστεί η επιρροή της Ρωσίας στην Ανατολική Μεσόγειο μετά και την είσοδο της στη Λιβύη με αξιώσεις. Ούτε επιθυμούν να δουν την Κύπρο να τίθεται υπό τη ρωσική επιρροή. Από την άλλη έχουμε την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων ανάμεσα στο Ισραήλ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Στην ουσία πολλές αραβικές χώρες θεωρούν ότι η Τουρκία εισχωρεί στις δικές τους περιοχές και προσπαθεί να πάρει την ηγεσία του μουσουλμανικού σουνιτικού κόσμου. Υπάρχει δηλαδή μια αντίθεση, πάνω στην οποία επένδυσε ο πρόεδρος Τραμπ και η αμερικανική εξωτερική πολιτική, ώστε να υπάρξει συμμαχία ανάμεσα σε ορισμένες μετριοπαθείς αραβικές χώρες και το Ισραήλ. Αντίθεση υπάρχει και ανάμεσα στο Ισραήλ και την Τουρκία, γεγονός που διευκόλυνε την πιο πάνω συμμαχία. Αυτό το αξιοποιεί ο πρόεδρος Τραμπ ενόψει των προεδρικών εκλογών στις ΗΠΑ. Επομένως, η παρουσία του Πομπέο στην Κύπρο, ο οποίος δεν επιδίωξε συνάντηση με την τουρκοκυπριακή πλευρά, στέλνει το μήνυμα ότι οι Αμερικανοί βρίσκονται εκεί που θεωρούν πάρα πολύ σημαντικό και θέλουν να διατηρηθούν ως παρουσία. Αυτός είναι ο λόγος που οι ΗΠΑ προστέθηκαν στο σχήμα Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ, Αίγυπτος, Ιορδανία κ.λπ. για τα ενεργειακά στην Ανατολική Μεσόγειο. Το θέμα είναι ότι δεν πρέπει να παρερμηνεύσουμε αυτή την παρέμβαση. Και να θεωρήσουμε ότι μέσα από τη συμμαχία με την Αίγυπτο και το Ισραήλ, μπορούμε να διαφεντεύσουμε την Ανατολική Μεσόγειο ή να πάμε σε απραγματοποίητα σχέδια, όπως ο μελετώμενος αγωγός EAST MED. Οι συμμαχίες είναι καλές και χρήσιμες, αλλά δεν μπορούν να αποκλείουν την Τουρκία από το ενεργειακό παιχνίδι της Ανατολικής Μεσογείου. Άρα θα πρέπει κάποια στιγμή να εμπλακεί και η Τουρκία μέσα στα ενεργειακά. Και να το αξιοποιήσουμε αυτό για την επίλυση του Κυπριακού και των ελληνοτουρκικών. 

Θα υπάρξει κάποιας μορφής διασύνδεση των ελληνοτουρκικών με το Κυπριακό;

Γνωρίζω ότι αυτό το ζήτημα απασχολεί το δημόσιο διάλογο στην Κύπρο. Στην Ελλάδα κακώς δεν έχει τεθεί αυτό το ζήτημα. Πάντοτε οι ελληνοτουρκικές σχέσεις και το Κυπριακό είχαν μια αλληλεπίδραση. Δεν πιστεύω ότι μπορεί να υπάρξει επίλυση του Κυπριακού, όταν υπάρχει ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Παλαιότερα το Κυπριακό ήταν αυτό που όξυνε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Σήμερα συμβαίνει το αντίστροφο. Δεν μπορεί να λυθεί το Κυπριακό, την ώρα που κυνηγιούνται τα αεροπλάνα και οι φρεγάτες στο Αιγαίο. Επομένως, η βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων μπορεί να συμβάλει στην διαμόρφωση συνθηκών για την επίλυση του Κυπριακού. Βέβαια μπορεί να συμβεί και το αντίστροφο. Δεν έχει σημασία ποιο θα συμβεί πρώτο. Αλλά αυτή τη στιγμή πρέπει να υπάρξει μια εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, για να υπάρξει και μια ώθηση στο Κυπριακό.

Φώτο: Θεόδωρος Τσίκας.

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.