Φόρμα αναζήτησης

Ουδείς ένοχος για την ΣΠΕ Αγίας Φύλας

Ενώπιον της δεύτερης αποτυχίας της να κερδίσει δικαστικά υποθέσεις οικονομικών σκανδαλών που ταλάνισαν την επαρχία Λεμεσού, μετά την υπόθεση των πλαστών εγγυητικών επιστολών για ενοικιαζόμενα κτήρια του ΤΕΠΑΚ, βρίσκεται η Νομική Υπηρεσία. Μετά τη χθεσινή απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού να αθωώσει και να απαλλάξει τους τέσσερις κατηγορούμενους για την πρώτη υπόθεση εξασφάλισης δανείων εκατομμυρίων με ψευδείς παραστάσεις από την πρώην ΣΠΕ Αγίας Φύλας από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, στις τάξεις της Νομικής Υπηρεσίας και της Αστυνομίας επικρατεί δυσφορία, με την πρώτη να προσανατολίζεται στο ενδεχόμενο να εφεσιβάλει την απόφαση. Κατηγορούμενοι στην υπόθεση ήταν οι επιχειρηματίες Γιώργος Έλληνας και Γιώργος Λοής, ο πρώην γραμματέας της ΣΠΕ Κώστας Παύλου και ο πρώην διευθυντής χορήγησης δανείων Γιώργος Αριστοτέλους. Σύμφωνα με την απόφαση των 132 σελίδων που ανέγνωσε η πρόεδρος του Κακουργιοδικείου Τερέζα Καρακάννα, «εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι στη συγκεκριμένη ΣΠΕ δεν ακολουθούνταν οι καθιερωμένες τραπεζικές πρακτικές για χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων, η οποία αφηνόταν στην προσωπική ικανότητα και στη γνώση της Επιτροπείας, τα μέλη της οποίας δεν ήταν καταρτισμένα για τον σκοπό αυτό.

Θεσμικά δε όργανα που ήταν επιφορτισμένα με την εποπτεία και τον έλεγχο των διαδικασιών παραχώρησης δανείων, ενώ είχαν εντοπίσει φαινόμενα κακοδιαχείρισης, δεν ενήργησαν έγκαιρα προς λήψη των επιβαλλόμενων μέτρων προκειμένου να παταχθούν. Αυτό είχε ως επακόλουθό διάφορα πρόσωπα να εκμεταλλεύονται τα κενά και τις αδυναμίες του συστήματος και τοιουτοτρόπως να επέλθουν τα δυσμενή αποτελέσματα, όχι μόνο σε σχέση με τα επίδικα δάνεια, αλλά και σε πολλά άλλα δάνεια που παραχωρήθηκαν κάτω από τις ίδιες συνθήκες». Σε αυτές τις γραμμές συνοψίζεται η απόφαση που εξέδωσε το Κακουργιοδικείο, το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων, οι οποίοι αθωώνονται και απαλλάσσονται σε όλες τις κατηγορίες. Όπως επισημαίνει το δικαστήριο στην απόφασή του, «οι παραλείψεις, η πλημμελής ή μη εκτέλεση των καθηκόντων που εντοπίζονται από την κατηγορούσα αρχή, δεν στοιχειοθετούν, χωρίς απόδειξη και των λοιπών συστατικών στοιχείων, ποινικά αδικήματα». «Τυχόν δε αξιώσεις», συνεχίζει, «για αποζημιώσεις, ή άλλες θεραπείες είναι ζητήματα που εκφεύγουν από τη δικαιοδοσία του και θα μπορούσαν να εγερθούν ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου για εκδίκαση και τελική απόφαση».

Όλα τα στοιχεία δείχνουν την Επιτροπεία

Σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου «ήταν εις γνώση της Επιτροπείας ότι τις επίδικες αιτήσεις για χορήγηση δανείων θα τις υπέγραφαν ως πρωτοφειλέτες πρόσωπα που ήταν εντελώς άσχετα με τα επίδικα δάνεια», λήπτες δημοσίου βοηθήματος, άτομα με νοητική υστέρηση ή ψυχολογικά προβλήματα. Το Κακουργιοδικείο επισημαίνει ότι «αναγκαία προϋπόθεση για το αδίκημα της πλαστογραφίας, της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις, είναι η απόδειξη της πρόθεσης καταδολίευσης. Στην υπόθεση αυτή» υποδεικνύει «τα στοιχεία ήταν ήδη εν γνώσει της Επιτροπείας που λάμβανε τις επίδικες αποφάσεις, άρα δεν τίθεται θέμα καταδολίευσής της». Οι ανορθόδοξες αυτές διαδικασίες που ακολουθούνταν δεν ήταν απλώς εις γνώση της Επιτροπείας, αλλά η ίδια διά του προέδρου της προσπαθούσε να μην περιέλθουν στην αντίληψη τρίτων. Σχετική είναι η μαρτυρία της τμηματάρχη Δανείων της Συνεργατικής μέχρι το 2006, η οποία όταν αντιλήφθηκε ότι σε κάποιες περιπτώσεις οι αξίες των ενυπόθηκων ακινήτων ήταν υπερεκτιμημένες και πληροφόρησε σχετικά τον πρόεδρο, αυτός της είπε «είναι δουλειά σου τζαι ανακατώνεσαι;», απειλώντας την ότι θα υποστεί συνέπειες.

Μετά από λίγο μάλιστα, εκφόβισε υπαλλήλους της ΣΠΕ ότι «αν διέρρεε οτιδήποτε στον έφορο Συνεργατισμού θα πήγαιναν σπίτι τους». Προκύπτει επίσης ότι ήταν εν γνώσει της Επιτροπείας ότι τα χρήματα που θα εκταμιεύονταν από τη χορήγηση των 11 δανείων θα χρησιμοποιούνταν για την κάλυψη οικονομικών υποχρεώσεων του Γιώργου Έλληνα και δεν θα διατίθεντο για σκοπούς επένδυσης ή αγοράς ακινήτων. «Εκείνο που επηρέασε τις αποφάσεις των μελών της Επιτροπείας για χορήγηση δανείων» σύμφωνα με το δικαστήριο «ήταν η λήψη δώρων όπως αεροπορικά εισιτήρια και δωροκουπόνια και χρημάτων (200 με 300 ευρώ κάθε φορά) από τον δεύτερο κατηγορούμενο, κάτι ωστόσο που» όπως επισημαίνει «δεν συνδέεται με τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων». Τα πρόσωπα αυτά, όπως αναφέρεται στην απόφαση του δικαστηρίου, που ήταν επιφορτισμένα να λάβουν τις επίδικες αποφάσεις, δεν διάβαζαν καν το περιεχόμενο των αιτήσεων χορήγησης δανείων, ενώ η έγκρισή τους σε πολλές περιπτώσεις γινόταν στα σπίτια, τον χώρο εργασίας τους ακόμη και σε καφενεία.

Πού πήγαν τα δάνεια;

Τα έντεκα επίδικα δάνεια χορηγήθηκαν από την πρώην ΣΠΕ Αγίας Φύλας μεταξύ 2006-2009. Μεγάλο μέρος του ποσού που εκταμιεύτηκε απ’ αυτά, ύψους 9 εκατομμυρίων 153 χιλιάδων ευρώ κατέληξε στους λογαριασμούς του πρώτου κατηγορουμένου, της συμβίας του και σε δέκα εταιρείες με τις οποίες συνδεόταν. Ένα εκατομμύριο 373 χιλιάδες ευρώ χρησιμοποιήθηκαν για εξόφληση δανείων σε άλλα ΣΠΙ, ένα ποσό ύψους 705 χιλιάδων ευρώ κατέληξαν στον δεύτερο κατηγορούμενο, ενώ ποσό ύψους 685 χιλιάδων ευρώ έγινε ανάληψη σε μετρητά. 32 συνολικά άτομα εμφανίζονται ως πρωτοφειλέτες σε αιτήσεις για χορήγηση δανείου, οι πλείστοι εκ των οποίων ισχυρίστηκαν ότι δεν γνώριζαν ότι υπέγραφαν με αυτή την ιδιότητα, αλλά ως εγγυητές. Ακόμη ισχυρίστηκαν ότι δεν γνώριζαν το ποσό του αιτούμενου δανείου, ούτε τα πρόσωπα που τους είχαν εμπλέξει στην υπόθεση. Σύμφωνα με μαρτυρία που ακούστηκε στο δικαστήριο, κάθε εγγυητής λάμβανε από τον πρώτο κατηγορούμενο ως «δώρο» ένα ποσό που κυμαινόταν από 200 έως 500 ευρώ ή λίρες. Ο τότε πρόεδρος της Επιτροπείας της ΣΠΕ αρχικά αρνήθηκε να καταθέσει οτιδήποτε ενώπιον του δικαστηρίου, όταν ωστόσο του επεξηγήθηκαν οι υποχρεώσεις του συγκατατέθηκε να δώσει κάποιες απαντήσεις. Ενώπιον του δικαστηρίου κατάθεσαν συνολικά 76 μάρτυρες.