Φόρμα αναζήτησης

Στη Βουλή η αρωγή σε ιερείς – Η ανάγκη, το φιλότιμο και ο οβολός εκατομμυρίων

Η πληθώρα επεισοδίων που παίχτηκαν στο σίριαλ που ακούει στο όνομα κρατική αρωγή εφημεριακού κλήρου δεν θα έπρεπε να επιτρέπει (ασχέτως της σχέσης που υπάρχει μεταξύ Αρχιεπισκοπής και μητροπόλεων με όλα τα κόμματα), στο πλαίσιο της διαφάνειας και χρηστής διοίκησης, την ψήφιση νομοσχεδίου για επικαιροποίηση της σχετικής συμφωνίας που διαβουλεύτηκε το 1971 ο Μακάριος με τον εαυτό του (ως Πρόεδρος και Αρχιεπίσκοπος), χωρίς να προηγηθούν πειστικές απαντήσεις προς τους φορολογούμενους πολίτες, οι οποίοι μέχρι σήμερα έχουν πληρώσει άνω των 145 εκατ. ευρώ ως… οβολό για αυτήν τη συναλλαγή Εκκλησίας- κράτους.

Δεν θα έπρεπε να επιτρέπει την ίδια ώρα τη δια νόμου πλέον (άρα και κλείδωμα) συνέχισης της κρατικής αρωγής ή οποία χρόνο με τον χρόνο, σύμφωνα με το νομοσχέδιο που είναι ενώπιον της κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών, θα αυξάνεται.

Μέχρι να υπάρξει πειστική απάντηση, ή καλύτερα μέχρι να υποβληθεί στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου, ευθέως, το ερώτημα γιατί και πώς, θα αιωρείται ως σκάνδαλο ακόμη και το γεγονός ότι η κυβέρνηση απέσυρε νομοσχέδιο που κατέθεσε στη Βουλή το 2015 με σκοπό να περιορίσει τη δαπάνη για τους επιδοτούμενους ιερείς στα περίπου 6,14 εκατ. ευρώ ετησίως, κλειδώνοντας τον αριθμό τους σε 700 άτομα μέχρι το 2025, για να καταθέσει το υπό εξέταση νέο, το οποίο προβλέπει κλιμακωτή αύξηση των επιδοτούμενων ιερέων και συνακόλουθα της κρατικής επιχορήγησης.

Το «αναθεωρημένο» νομοσχέδιο, αφού πήραν κάποια στοιχεία που ζήτησαν τον περασμένο Ιούνιο οι βουλευτές, ξαναμπήκε στην ατζέντα της Επιτροπής Οικονομικών και θα συζητηθεί αύριο Δευτέρα παρουσία αυτήν τη φορά και του εφόρου Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων. Ίσως, σήμερα, υποβληθούν και συνάμα απαντηθούν αρμοδίως τα ερωτήματα που αιωρούνται και που, όπως πληροφορείται ο «Π», δεν αφορούν κρατική ενίσχυση για να θέσει θέμα ο έφορος Θ. Θεοφάνους.

Γιατί συνεχίζεται;

Πάντως, οι λόγοι σύναψης συμφωνίας μεταξύ κράτους- Εκκλησίας το 1971 για κρατική αρωγή του εφημεριακού κλήρου με αντάλλαγμα τη μεταβίβαση στο κράτος 15.564 στρέμματα γης σε διάφορα μέρη της Κύπρου (73% στα κατεχόμενα), αποκαλύπτει η πρόταση ημερ. 11/2/1971 προς το Υπουργικό Συμβούλιο, αλλά και τα πρακτικά της συνεδρίας του σώματος την ίδια μέρα, τα οποία κατατέθηκαν στη Βουλή. Η πρόταση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου προς το ΥΣ του, απαντά και στο πρώτο σκέλος του ερωτήματος που υπέβαλε ο βουλευτής του ΑΚΕΛ Σ. Στεφάνου κατά τη συνεδρία της Επ. Οικονομικών για το θέμα (3/6/2019) ως προς την ανάγκη θέσπισης μιας τέτοιας συμφωνίας. «Η Εκκλησία Κύπρου κέκτηται σημαντική περιουσία. Δεν είναι, όμως, αυτή επαρκής για να ανταποκριθεί στις ποικίλες οικονομικές ανάγκες και τα προβλήματά της, και ιδιαίτερα στο πρόβλημα της μισθοδοσίας του εφημεριακού κλήρου», αναφερόταν στην πρόταση. Όπως εξηγούσε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, «παρά τις προσπάθειες για αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας -οι προσπάθειες αυτές από πολλούς παρεξηγούνται και προβάλλονται ως αντίθετες προς την πνευματική ιδιότητα και αποστολή της Εκκλησίας- δεν νομίζουμε ότι, στο εγγύς μέλλον τουλάχιστον, θα μπορέσει η Εκκλησία να λύσει ικανοποιητικώς το πρόβλημα της μισθοδοσίας του εφημεριακού της κλήρου. Για αυτό και εισηγούμαστε την κρατική αρωγή». Από τα πιο πάνω προκύπτει πως παρ’ ότι ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί επιχειρηματικά ή για κέρδος την εκκλησιαστική περιουσία, δεν το έπραττε για να μην πάει ενάντια – τότε- στην αποστολή της Εκκλησίας. Αυτό που μένει να απαντηθεί -αποτελεί και το β΄ μέρος του ερωτήματος του κ. Στεφάνου- είναι ποια η ανάγκη σήμερα συνέχισης της εν λόγω συμφωνίας και μάλιστα νομοθετικής ρύθμισής της;

Δέον να τονιστεί ότι για το θέμα είχε προβεί σε συστάσεις η Ελεγκτική Υπηρεσία στις ετήσιες εκθέσεις της το 2007 και το 2008. Η τότε γενική ελέγκτρια έγραφε (έκθεση 2008, σελ.303-304) πως «επειδή τα δεδομένα που λήφθηκαν υπόψη για την πιο πάνω απόφαση έχουν διαφοροποιηθεί αισθητά από τότε (π.χ. διαφοροποίηση των αγροτικών σε αστικές περιοχές, απώλεια διαθέσιμης γης λόγω εισβολής, αύξηση των εσόδων της Εκκλησίας κ.λπ.), εισηγήθηκα όπως, λαμβάνοντας υπόψη και τα σημερινά οικονομικά δεδομένα της Εκκλησίας, το θέμα επανεξεταστεί και επαναξιολογηθεί. Ο ΥΠΟΙΚ με πληροφόρησε ότι το θέμα αντιμετωπίζεται μέσα στο πλαίσιο των συζητήσεων των οικονομικών σχέσεων κράτους και Εκκλησίας»…

Διαφάνεια, ο λόγος

Απαντώντας γραπτώς σε ερωτήσεις που υπέβαλαν τα μέλη της Επιτροπής Οικονομικών στις 3 Ιουνίου 2019, η γενική λογίστρια εξηγούσε πως δεν υπάρχει υποχρέωση στο Σύνταγμα για νομοθετική ρύθμιση της συμφωνίας και ότι αυτή επιβάλλεται για:

  • σκοπούς διαφάνειας
  • για να μεταβιβαστεί η περιουσία της Εκκλησίας στο κράτος όπως ήταν η συμφωνία (υπάρχει σχετική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για μεταβίβαση από τον Ιανουάριο φέτος) και
  • για να καθοριστεί μέγιστος αριθμός επιδοτούμενων ιερέων που δεν υπήρχε μέχρι σήμερα.

Τονίζεται πως οι επιδοτούμενοι ιερείς τον Ιανουάριο του 2019 αριθμούσαν 722 άτομα, ενώ το κόστος της επιδότησης για το 2018 ανήλθε σε 6,3 εκατ., περιλαμβανομένης της 13ης επιδότησης. Πρόκειται για μια δαπάνη που τα τελευταία χρόνια αυξάνεται, αν αναλογιστεί κανείς πως κατά τον Οκτώβριο του 2015 οι επιδοτούμενοι αριθμούσαν 717 άτομα, ενώ το κόστος της επιδότησης για το 2014 ανήλθε σε 6,16 εκατ. ευρώ. Όπως προαναφέρθηκε, το νομοσχέδιο του 2015 καθόριζε τον αριθμό των επιδοτούμενων ιερέων σε 700 μέχρι την 31/12/ 2025, με ελάχιστο μηνιαίο ποσό 674,82 ευρώ, που συνεπαγόταν ελάχιστη ετήσια δαπάνη 6,14 εκατ. ευρώ. «Όποτε παραχωρούνται γενικές αυξήσεις και τιμαριθμικά επιδόματα στους κρατικούς υπαλλήλους, το ποσό της κρατικής αρωγής που αναλογεί σε κάθε ιερέα να αυξάνεται ανάλογα» αναφερόταν τότε.
Με το νέο νομοσχέδιο ο αριθμός των επιδοτούμενων ιερέων για τα επόμενα έτη με μηνιαίο ποσό 681,86 ευρώ (το οποίο θα αυξάνεται αναλογικά όπως πιο πάνω) καθορίζεται ως εξής:

  • 760ιερείς από την ημερομηνία ισχύος του παρόντος νόμου μέχρι 31.12.2020 (εκτιμώμενη δαπάνη 6,74 εκατ. ευρώ ετησίως).
  • 800ιερείς από 1.1.2021 μέχρι 31.12.2023 (7,09 εκατ. ευρώ ετησίως).
  • 850ιερείς από 1.1.2024 μέχρι 31.12.2025 (7,53 εκατ. ευρώ ετησίως).

Περαιτέρω, το νομοσχέδιο προβλέπει πως από το 2026 ο αριθμός των 850 ιερέων που θα είναι δικαιούχοι θα αυξάνεται με ποσοστό 0,5% κάθε έτος, χωρίς να καθορίζεται μέχρι πότε θα είναι σε ισχύ η συμφωνία, και άρα ο νόμος, δεδομένου ότι η δαπάνη που έχει καταβάλει το κράτος για ιερείς έχει ήδη ξεπεράσει την αξία της προς μεταβίβαση εκκλησιαστικής γης που βρίσκεται στις ελεύθερες περιοχές, ενώ πλησιάζει τη συνολική αξία των 15,5 χιλιάδων στρεμμάτων.

Σημειώνεται πως η επιδότηση μέχρι σήμερα παραχωρείται σε κάθε ιερέα ξεχωριστά από το Γενικό Λογιστήριο, πλην ανεξέλεγκτα, αφού οι δικαιούχοι καθορίζονται από την Εκκλησία και δεν ελέγχεται αν εργοδοτούνται στην «ύπαιθρο». Με το νομοσχέδιο, το ποσό της χορηγίας θα καταβάλλεται ως συνολικό ποσό στον φορέα μισθοδοσίας της Ιεράς Συνόδου και η Εκκλησία της Κύπρου θα αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου τη μισθοδοσία των ιερέων, σύμφωνα με τις δικές της εσωτερικές διαδικασίες. Κυβερνητική πηγή, όπως έγραψε ξανά ο «Π», συσχετίζει την αυξημένη επιχορήγηση προς την Εκκλησία (μεταξύ των δύο νομοσχεδίων) με την υποχρέωσή της στο μεταξύ ως εργοδότης να συνεισφέρει για το ΓεΣΥ ένα σεβαστό ποσό. Δεδομένου ότι με την ψήφιση του νομοσχεδίου αλλάζει και η διαδικασία καταβολής της κρατικής αρωγής, ο πιο πάνω συσχετισμός ίσως να μην είναι καθόλου τυχαίος…

Πάνω από 145 εκατ.

Μέχρι σήμερα η διαδικασία που ακολουθείται είναι έγκριση μέσω του Νόμου του Κρατικού Προϋπολογισμού ενός ποσού για την καταβολή της Κρατικής Αρωγής του Εφημεριακού Κλήρου στη βάση της συμφωνίας, την οποία θα ψήφιζαν σε ειδικό νόμο, όμως, το θέμα παραμένει ανοιχτό μέχρι σήμερα. Το κράτος, από το 1983 που υπάρχουν στοιχεία μέχρι και το τέλος του 2018, σύμφωνα με την επιστολή ημερ. 21 Ιουνίου της κ. Γεωργίου, δαπάνησε συνολικά 136.692.755 ευρώ, με το ποσό να αυξάνεται συνεχώς χρόνο με τον χρόνο. Αν αναλογιστεί κανείς ότι το 1983 η κρατική αρωγή ανήλθε σε 1,35 εκατ. ευρώ, συνάγεται πως το συνολικό ποσό από το 1971 ξεπερνά τα 145 εκατ. ευρώ. Σημειώνεται πως η αξία της εκκλησιαστικής γης στις ελεύθερες περιοχές, σε τιμές του 2010, ανέρχεται σε 81.268.000 ευρώ. Η αξία της εκκλησιαστικής γης που βρίσκεται στις κατεχόμενες περιοχές, σε τιμές του 2009, στη βάση της αγοραίας αξίας για σκοπούς του Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών, εκτιμήθηκε σε 125.163.000 ευρώ (σύνολο 206 εκατ.).

Κατά την παρουσία του στη συνεδρία της 3ης Ιουνίου, ο διευθυντής του Κεντρικού Εκκλησιαστικού Ταμείου Γιάννης Χαριλάου επιχειρώντας να δώσει εξηγήσεις από πλευράς Εκκλησίας στο όλο θέμα και αφού αναφέρθηκε σε πρόνοιες της συμφωνίας που το κράτος αθέτησε (ύψος επιδότησης) τόνισε πως μπορεί η μεταβίβαση να μην έχει ακόμη ολοκληρωθεί (εξήγησε ότι σε κάποια στιγμή το 2010, όταν ΥΠΕΣ ήταν ο Ν. Συλικιώτης, επιχειρήθηκε η μεταβίβαση αλλά εθνικοί λόγοι δεν το επέτρεψαν), ωστόσο ανήκουν στο κράτος, ενώ ήδη κάποια τεμάχια τα έχει αξιοποιήσει με την υπογραφή της Αρχιεπισκοπής. Πρόσθεσε πως «στα κκοτσάνια των τεμαχίων γράφει πως δόθηκαν στο κράτος για επιχορήγηση κλήρου». Καταληκτικά, υπενθυμίζεται πως παρ’ ότι με απόφασή του το ΥΣ, αρχές Ιανουαρίου φέτος, ενέκρινε τη μεταβίβαση της γης η οποία βρίσκεται στις ελεύθερες περιοχές, μέχρι σήμερα δεν κατέστη εφικτό να γίνει λόγω διαφόρων προβλημάτων που προκύπτουν και καλείται να ξεδιαλύνει το Τμήμα Κτηματολογίου.

Πήγε στράφι η εξοικονόμηση

Η πρώτη κυβέρνηση, λόγω ίσως και απόστασης από την Εκκλησία, που τόλμησε «να στήσει πόδι» στο θέμα ήταν η κυβέρνηση Δ. Χριστόφια. Τον Νοέμβριο του 2012, το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε στο πλαίσιο των εξοικονομήσεων η εν λόγω αρωγή να μειωθεί κατά 15%, από 1η Ιανουαρίου 2013. Εξ ου και στον προϋπολογισμό του 2013 είχαν προβλεφθεί 5,4 εκατ. ευρώ (από 6,1 εκατ. το 2012). Ταυτόχρονα, την 1/1/2013 θα διακοπτόταν η αρωγή σε νέους ιερείς και θα αναθεωρείτο η έννοια της υπαίθρου για να μειωθεί ο αριθμός των δικαιούχων ιερέων. Ωστόσο, όπως είχε αποκαλύψει τον Ιούλιο του 2013 ο «Π», το Γενικό Λογιστήριο, εκ παραδρομής ή άλλως πως, δεν είχε ενημερωθεί για την απόφαση του 2012. Ακολούθως το Υπουργικό Συμβούλιο Νίκου Αναστασιάδη, αφού εξέτασε το θέμα στις 26/7/2013, αποφάσισε:

  • να επαναβεβαιώσει την απόφαση για αποκοπή του 15% από την 1/8/2013 και από την ημερομηνία αυτή το Γενικό Λογιστήριο να μην δέχεται νέες αιτήσεις,
  • να εξουσιοδοτήσει τον ΥΠΟΙΚ να αρχίσει διάλογο με την Εκκλησία για πιθανή αναθεώρηση του ορισμού της υπαίθρου και
  • να καθορίσει ότι η αποκοπή του 15% θα τεθεί σε ισχύ και για τους ιερείςτων άλλων θρησκευτικών ομάδων (25 σε αριθμό) στις οποίες καταβάλλεται κρατική αρωγή.

Δεν πέρασε ένας μήνας, ωστόσο, και στις 20/8/2013 το Υπουργικό Συμβούλιο, επικαλούμενο οικονομικές δυσκολίες της Εκκλησίας, αποφάσισε να αναστείλει την εφαρμογή της απόφασης του Ιουλίου. Γεγονός που οδηγεί στο σήμερα και στο νομοσχέδιο, το οποίο, σαφώς, και δεν περιλαμβάνει μειώσεις…

Έφταιξε τη Χρυστάλλα o Αρχιεπίσκοπος

Σε μια ιστορική παρουσία του Χρυσοστόμου Β΄ στη Βουλή (11/05/2010), αφού για πρώτη φορά Αρχιεπίσκοπος συμμετείχε σε συνεδρία Επιτροπής (Ελέγχου), ηγέρθη και η ανάγκη επανεξέτασης της συμφωνία του 1971. Αφορμή τα όσα καταγράφονταν στην έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας το 2008. Στη Βουλή, ο Αρχιεπίσκοπος ανέφερε ότι αν το κράτος θέλει να καταργήσει τη συμφωνία, ας το κάνει. Αργότερα, ωστόσο, από την Αρχιεπισκοπή δήλωσε ότι για το επιμίσθιο που δίνει η κυβέρνηση στους κληρικούς της υπαίθρου, «υπάρχει μια συμφωνία εδώ και 40 ολόκληρα χρόνια. Τώρα, πού το βρήκε η γενική ελέγκτρια του κράτους και το παρουσίασε, απορώ και εξίσταμαι». Διερωτήθηκε δε «γιατί δεν τα έφερνε επί άλλης κυβερνήσεως και τα φέρνει τώρα. Μας βάζουν σε κάποιες υποψίες. Γιατί τόσα χρόνια δεν έθιγε αυτήν τη συμφωνία και τη θίγει τώρα;», πρόσθεσε. Βεβαίως, αν ανατρέξει κανείς στην ετήσια έκθεση της κ. Γιωρκάτζη για το 2007 (σελ. 287), θα διαπιστώσει ότι το ίδιο θέμα έθιγε και τότε, όταν Πρόεδρος ήταν ο Τ. Παπαδόπουλος αντί του Δ. Χριστόφια. Δέον, περαιτέρω, να σημειωθεί πως η αναφορά στη συμφωνία του 1971 δεν συνεχίστηκε στις εκθέσεις της Ελεγκτικής Υπηρεσίας έκτοτε.