Φόρμα αναζήτησης

Ρεπορτάζ «Π»: Ο Πούτιν, οι Πατριάρχες και η Εκκλησία της Κύπρου

Μια ψυχρή μέρα του Φεβρουαρίου, μια μικρή ομάδα Ουκρανών μοναχών πλησίασε σε ένα μοναστήρι στο Άγιον Όρος, έναν από τους πιο ιερούς τόπους της ορθόδοξης χριστιανοσύνης. Όταν οι Ουκρανοί έφτασαν στο ρωσικό μοναστήρι του Άγιου Παντελεήμονος, με τις πολλές εκκλησίες και τους χρυσούς τρούλους, ο ηγούμενος τους έκλεισε τις πύλες κατάμουτρα, λέγοντάς τους ότι δεν ήταν ευπρόσδεκτοι.

Μέχρι τον Οκτώβριο του 2018, όταν με απόφαση του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου το Κίεβο έγινε αυτοκέφαλη Εκκλησία και ανεξαρτητοποιήθηκε από τη Μόσχα, η Εκκλησία της Ουκρανίας ήταν σύμμαχος του ρωσικού – του μεγαλύτερου και ισχυρότερου μπλοκ πιστών στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Η απαγόρευση της εισόδου των μοναχών ήταν μια ενδεικτική και συνάμα οδυνηρή εκδήλωση ενός χωρισμού που είχε ανακοινωθεί τέσσερις μήνες νωρίτερα.

Τον Οκτώβριο του 2018, η ανώτατη αρχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ο 79χρονος Πατριάρχης Βαρθολομαίος της Κωνσταντινούπολης, δήλωσε ότι θα έδινε στην Ουκρανική Εκκλησία έναν τόμο ή ιερό βιβλίο προσφέροντάς της με αυτό τον τρόπο ανεξαρτησία από τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία για πρώτη φορά από το 1686. Σε απάντηση, η Ρωσική Εκκλησία διέκοψε τους δεσμούς της με την Κωνσταντινούπολη δημιουργώντας μία από τις μεγαλύτερες διαμάχες στον χριστιανισμό μετά το Μεγάλο Σχίσμα του 1054, όταν χωρίστηκαν η Δυτική (Καθολική) με την Ανατολική (Ορθόδοξη) Εκκλησία.

Γεωπολιτική

Μακριά από την ύπαρξη άγονων αντιπαραθέσεων γύρω από δογματικά θέματα, η απόφαση του Πατριάρχη Βαρθολομαίου είχε γεωπολιτική σημασία. Το φαινόμενο αυτό έχει επηρεάσει τη ζωή των ιερέων, των πολιτικών, αλλά και των απλών πιστών.

Η Ρωσική Ορθοδοξία έχει αναζωογονηθεί και αναδειχθεί σε καθεστώς στα 20 χρόνια από τότε που ήρθε στην εξουσία ο Πρόεδρος Πούτιν. Οπότε η ανεξαρτησία της Ουκρανίας ήταν ένα πλήγμα για τον Βλαντίμιρ Πούτιν, για τον οποίο η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία αποτέλεσε έναν από τους βραχίονες της διπλωματικής σφαίρας επιρροής της Μόσχας στο εγγύς εξωτερικό της αλλά και στο εξωτερικό γενικότερα.

Το θέμα πήρε διαστάσεις άκρως πολιτικές:

Η Ουκρανία χαρακτήρισε τον τόμο της ανεξαρτησίας της “γεγονός όχι λιγότερο σημαντικό από τους στόχους μας για ένταξη στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ”. Την ίδια στιγμή ο Πούτιν καλούσε το συμβούλιο ασφαλείας του στη μέση της νύχτας για να συζητήσει το όλο θέμα.

Η Ουκρανία για τη Ρωσία είναι και σημαντικός γεωγραφικός συμβολισμός, αφού στη μεσαιωνική Ρωσία στο Κίεβο είναι που ο Βλαδίμηρος ο Μέγας βάφτισε τους υπηκόους του ορθόδοξους μαζικά το 988 μ.Χ.

Σήμερα υπάρχουν περίπου 300 εκατομμύρια ορθόδοξοι χριστιανοί σε όλο τον κόσμο. Η Ρωσία, η οποία αντιπροσωπεύει πληθυσμιακά το ένα τρίτο των εν λόγω πιστών, είναι από καιρό η μεγαλύτερη και ισχυρότερη ομάδα. Αυτή η πληθυσμιακή και όχι μόνο υπεροχή ώθησε ορισμένους θεολόγους στην προ-τσαρική Ρωσία να αποκαλούν τη Μόσχα “Τρίτη Ρώμη” κυρίως μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, η οποία εθεωρείτο δεύτερη Ρώμη.

Αυτή τη λογική της Τρίτης Ρώμης πάντα ήθελε να αναδείξει ο Βλαντίμιρ Πούτιν. Από τότε που ήρθε στην εξουσία πριν από 20 χρόνια, η Ρωσική Ορθοδοξία έχει αναδειχθεί σε καθεστώς: έχουν χτιστεί δεκάδες χιλιάδες εκκλησίες, φίλοι του ολιγάρχες έχουν χρηματοδοτήσει εκκλησιαστικές δράσεις φιλανθρωπίας και ο Πούτιν έχει τακτικά -και δημοσίως- επιδιώξει τη συμβουλή των πρεσβυτέρων των εκκλησιών σε θέματα πνευματικά. Έχει χρησιμοποιήσει τη θρησκεία για να υπογραμμίσει τη διαφορετικότητα μεταξύ της Ρωσίας και της δήθεν υπεράνω Δύσης και για να ανυψώσει την ιδέα του “ρωσικού κόσμου”, ενός είδους πνευματικής κυριαρχίας που φέρνει σε επαφή τους Ρώσους και όλους τους χριστιανούς πρώην Σοβιετικούς πολίτες. Με λίγα λόγια, ο Πούτιν μέσω της Εκκλησίας έκανε εσωτερική πολιτική συνοχής και ταυτόχρονα εξωτερική πολιτική. Δεν πρωτοτύπησε αφού αυτό έκαναν στο παρελθόν όλοι οι πολιτικοί ηγέτες, υπό την έννοια ότι οι αμόρφωτες μάζες μπορούσαν να ελεγχθούν πολύ πιο εύκολα από τους εκκλησιαστικούς ηγέτες παρά τους πολιτικούς. (Στη Δύση αυτό βέβαια δεν ισχύει λόγω της ανόδου του μορφωτικού επιπέδου των πληθυσμών, συμβαίνει ωστόσο ακόμα σε πολλές κοινωνικά και πολιτισμικά υπανάπτυκτες χώρες. Σύμφωνα με πρόσφατη πανευρωπαϊκή έρευνα, η θρησκεία παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή των ανθρώπων σε χώρες της πρώην σοβιετικής επιρροής, στην Αρμενία, τη Γεωργία, την Ελλάδα και την Κύπρο).

Κριμαία

Το παιχνίδι της ενότητας μέσω της Ορθοδοξίας ο Πούτιν άρχισε να το χάνει πριν από μερικά χρόνια. Η προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία το 2014 και τα πέντε χρόνια πολέμου στα ανατολικά σύνορα της χώρας σε ουκρανικό έδαφος κατάφεραν να μεταστρέψουν την κοινή γνώμη στην Ουκρανία κατά της Μόσχας.
Η εγγύτητα της Ρωσικής Εκκλησίας με τον Πούτιν στήριζε αρχικά τη δική του φήμη και την ίδια την επιθετική εξωτερική πολιτική του Κρεμλίνου.

Η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία αρνήθηκε να θέσει στη διάθεσή τους ανώτερους ιερείς ώστε να τον στηρίξουν στην προσάρτηση της Κριμαίας. Οι Ρώσοι ορθόδοξοι υποστηρίζουν ότι η εισβολή του Πούτιν στην Ουκρανία προκάλεσε ρήξη μεταξύ του Κρεμλίνου και της Εκκλησίας. Προσθέτουν δε ότι το σχίσμα με την Κωνσταντινούπολη μπορεί να το έκανε ανεπανόρθωτο.

“Γιατί ο Πούτιν συγκάλεσε το συμβούλιο ασφαλείας για να ασχοληθεί με μια εκκλησιαστική διαφορά σε μια γειτονική χώρα; Αυτό στέλνει το μήνυμα στην Ουκρανία ότι η Ρωσία παρεμβαίνει», λέει ο Εβένι Νικιφόροφ, επικεφαλής του ραδιοφωνικού σταθμού Radonezh, ενός κρατικού χρηματοδοτούμενου ορθοδόξου σταθμού στη Μόσχα. Και προσθέτει: «Η Ουκρανία είναι τόσο πολύ μέρος της Ρωσίας, που οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν πώς μπορούν να ζουν χωρίς αυτήν».

Με λίγα λόγια η παρέμβαση Πούτιν στην Ουκρανία οδήγησε σε διάσπαση της Ρωσικής Εκκλησίας, μέρος της οποίας ήταν και η Ουκρανική. Επί Πούτιν, λέει ο Νικιφόροφ, «Θα τολμούσα ακόμη να πω ότι η Εκκλησία και το κράτος έχουν αποκτήσει σχέσεις που για πρώτη φορά εμφανίζονται σε όλη την Ιστορία της Ρωσίας. . . Ακόμη και στις εποχές της ρωσικής αυτοκρατορίας, η Εκκλησία δεν ήταν ισότιμος εταίρος έναντι της κυβέρνησης». Ο Πούτιν εισήγαγε τον όρο ισότιμος εταίρος» για να ελέγξει τη Ρωσική Εκκλησία και να εργαλειοποιήσει την επιρροή της σε θέματα εξωτερικής πολιτικής.

Στα χρόνια μετά τη Ρωσική Επανάσταση του 1917 η κομουνιστική κυβέρνηση κατέστρεψε εκκλησίες, εκτελούσε ιερείς και κατασχέθηκε γη στις προσπάθειές της να σβήσει τη θρησκεία. Μέχρι το 1946, όταν ο σημερινός Πατριάρχης Πασών των Ρωσιών Κύριλλος γεννήθηκε στο Λένινγκραντ, ο Στάλιν είχε υιοθετήσει μια νέα πολιτική που επέτρεπε στην Εκκλησία να διαδραματίσει περιορισμένο ρόλο στη δημόσια ζωή με αντάλλαγμα την πολιτική της υποστήριξη. Ο Κύριλλος ολοκλήρωσε τις σπουδές θεολογίας του το 1970, οπότε η Εκκλησία αποδεικνύεται χρήσιμη για το κράτος με άλλο τρόπο: τα αρχεία της KGB από τότε αποκαλύπτουν τη μεγάλη διείσδυση των μυστικών υπηρεσιών στο Πατριαρχείο της Μόσχας, με κάποιους ιερείς να ενεργούν ως κατάσκοποι. Ο Κύριλλος ανελίχθηκε γρήγορα μέσω του τμήματος εξωτερικών σχέσεων της Εκκλησίας, γεγονός που του επέτρεψε να κάνει συχνά ταξίδια στο εξωτερικό. Όταν η ΕΣΣΔ κατέρρευσε τελικά το 1991, ο καλά ταξιδεμένος Κύριλλος μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις διασυνδέσεις του για να βοηθήσει την ανοικοδόμηση της Εκκλησίας οικονομικά.

Την ίδια περίοδο ο Πούτιν άρχισε να ανελίσσεται πολιτικά στη δεκαετία του ’90, με τον περίγυρο όλο και περισσότερο να στελεχώνεται με άτομα που συνεργάζονταν επί Σοβιετικής Ένωσης με την Εκκλησία. Σε κάποια στιγμή αυτή την περίοδο ο Πούτιν βρέθηκε πολύ κοντά στον πατέρα Τικόν Σεβκουνόφ, ο οποίος διηύθυνε ένα μοναστήρι που βρισκόταν στον ίδιο δρόμο που είχε την έδρα της η FSB, η νέα υπηρεσία πληροφοριών της Ρωσίας. Ούτε ο Πούτιν ούτε ο Σεβκούνοφ επιβεβαίωσαν τις επίμονες φήμες ότι ο μοναχός τον προσηλύτισε στην ορθόδοξη πίστη όταν ο Πούτιν τέθηκε επικεφαλής της FSB και έγινε μάλιστα και ο εξομολόγος του. Ο μοναχός αυτός πάντως συνοδεύει τον Πούτιν σε πολλές ξένες επισκέψεις κατά τη διάρκεια της προεδρίας του, ενώ οι υπηρεσίες του Κρεμλίνου χρηματοδοτούν φιλανθρωπικές και εκπαιδευτικές του δραστηριότητες.

Ρωμαίος αυτοκράτορας

Για ορισμένους παρατηρητές ο Πούτιν φαινόταν να επιχειρεί να λειτουργεί ως σύγχρονος Ρωμαίος αυτοκράτορας, του οποίου η πολιτική και πνευματική εξουσία θα μπορούσε να αποτελέσει το αντιστάθμισμα στη χαμένη επιρροή στην περιφέρεια της πρώην ΕΣΣΔ. Την περιοχή αυτή ένωσε αρχικά ο κομουνισμός, σήμερα θα μπορούσε να την ενώσει η Εκκλησία μέσω της ορθόδοξης πίστης.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ο Πατριάρχης Κύριλλος μετέβη στην Ουκρανία.

«Το ταξίδι στο Κίεβο», λέει ο Σεργκέι Χάπιν, πρώην συντάκτης του περιοδικού του Πατριαρχείου Μόσχας, «ήταν μέρος μιας προσπάθειας να αποθαρρυνθεί ο τότε Πρόεδρος της Ουκρανίας Βίκτορ Γιανουκόβιτς να εμβαθύνει τις σχέσεις του με την ΕΕ. Σε μια επίσκεψη στη Μολδαβία αργότερα το ίδιο έτος, ο Κύριλλος κάλεσε το πρώην σοβιετικό έθνος να απορρίψει μια παρόμοια συμφωνία της ΕΕ με το επιχείρημα ότι η “θρησκεία απλώς εξαφανίζεται” στα δυτικά.

Αλλά η Ουκρανία και η Εκκλησία της ήταν ήδη ανήσυχες. Το 1992 ο επίσκοπος της Ρωσικής Εκκλησίας στο Κίεβο, ο Φιλάρετος, είχε εγκαταστήσει τη δική του αποσχισμένη Εκκλησία μετά την απώλεια των εκλογών ώστε να γίνει Πατριάρχης της Μόσχας.

Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος αρνήθηκε να αναγνωρίσει τη νέα Εκκλησία και απείλησε τον Φιλάρετο με καθαίρεση. Παρ’ όλα αυτά ο σπόρος της διάσπασης είχε σπαρθεί από τον Πούτιν και τους πολιτικούς στο Κίεβο.
Όταν ο Πούτιν προσάρτησε την Κριμαία το 2014 προέκυψε ανοικτή διαμάχη μεταξύ Κρεμλίνου και Κυρίλλου για τον έλεγχο του «ρωσικού κόσμου». Ο Κύριλλος έβλεπε να υπονομεύεται ο έλεγχος που το Πατριαρχείο Μόσχας μπορούσε μέσω της Ορθοδοξίας να ασκεί πλέον στην Ουκρανία, επικρίνοντας την κοντόφθαλμη λογική του Πούτιν. Με αυτή την πιο οικουμενική προσέγγιση ο Κύριλλος αρνήθηκε να ενσωματώσει στο Πατριαρχείο Μόσχας το ποίμνιο της Κριμαίας και μποϊκόταρε την τελετή στο Κρεμλίνο για να γιορτάσει την προσάρτησή της στη Ρωσία. Αργότερα εκείνο το έτος, ο Πούτιν επισημοποίησε τη ρήξη με το Πατριαρχείο Μόσχας θυμίζοντας ότι στη Χερσώνα της Κριμαίας βαφτίστηκε, το 988 μ.Χ., ο Βλαδίμηρος ο Μέγας, ο πρώτος δηλαδή χριστιανός άρχοντας του ρωσικού βασιλείου.

Η κίνηση αυτή σύμφωνα με τον Ρόμαν Λούκιν, ανώτερο ερευνητή στη Ρωσική Ακαδημία Επιστημών στη Μόσχα, ήταν μια προσπάθεια να δικαιολογηθεί η προσάρτηση παρουσιάζοντας τον Πούτιν ως προστάτη όλων των ρωσόφωνων ανθρώπων.

Το αυξανόμενο χάσμα μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας παγιώθηκε μετά τον πόλεμο ρωσόφωνων αυτονομιστών στην Ανατολική Ουκρανία προκαλώντας τον θάνατο σε 13.000 άτομα.

Κάπου εκεί ο απομονωμένος επίσκοπος Φιλάρετος βρήκε έδαφος να αποκτήσει επιρροή υποστηρίζοντας την επίθεση της Ουκρανίας εναντίον των Ρώσων αυτονομιστών του Ντονέτσκ.

Ο τόμος

Τον Ιούνιο του 2016, όλοι οι θρησκευτικοί ηγέτες των Ορθόδοξων Εκκλησιών επρόκειτο να λάβουν μέρος σε μια ιστορική σύναξη στην Κρήτη για να στείλουν το μήνυμα της ενότητας της Ορθοδοξίας. Επρόκειτο για μια σύναξη που προγραμματιζόταν ανεπιτυχώς για 55 χρόνια. Παρόμοια τέτοια έγινε το 787 μ.Χ., οπότε γίνεται αντιληπτό ότι αυτή η συνάντηση ήταν ένα έργο κοντά στην καρδιά του Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Πολιτικά ομιλούντες, η σύναξη αυτή θα μπορούσε να αναβαθμίσει το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως επαναφέροντας σε αυτό μέρος της απολεσθείσας αίγλης του μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς το 1453. Την τελευταία στιγμή, ωστόσο, η Ρωσική Εκκλησία ανακοίνωσε ότι ο Πατριάρχης Κύριλλος δεν θα λάμβανε μέρος στη σύναξη. Στην πράξη αυτή η κίνηση ήταν μια πράξη προδοσίας εναντίον των υπόλοιπων Ορθοδόξων, αν και οι λόγοι που επικαλέστηκε ο Κύριλλος παραμένουν αδιευκρίνιστοι. Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος πάντως δεν επρόκειτο να το ξεχάσει ποτέ.

Το 2018, όταν επανήλθε το θέμα του αυτοκέφαλου της Εκκλησίας της Ουκρανίας, ο Βαρθολομαίος -ο οποίος στο μεταξύ είχε αποτύχει παρά τις προσπάθειές του να τα βρει με το Πατριαρχείο Μόσχας- στράφηκε προς τον αποσχιστή Φιλάρετο Ουκρανίας. Σε αυτή την προσέγγιση συνέτεινε και η ανάγκη του Προέδρου της Ουκρανίας Ποροσένκο να επανεκλεγεί αγκαλιάζοντας τη θέση περί αυτοκεφαλίας της Ουκρανικής Εκκλησίας. Έτσι προσχώρησε στην Εκκλησία του Φιλαρέτου, με τους χωρικούς σε δεκάδες χωριά της Ουκρανίας να καταλαμβάνουν τις τοπικές τους εκκλησίες κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και να εγκαθιστούν ιερείς πιστούς στον Φιλάρετο. Τον Αύγουστο του περασμένου έτους, ο Κύριλλος επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη, με την πεποίθηση ότι θα μπορούσε να αποτρέψει μια κρίση και ότι ο Βαρθολομαίος δεν θα δεχόταν ξανά την ουκρανική σχισματική Εκκλησία που και ο ίδιος είχε αποκηρύξει. Στην πραγματικότητα ο Κύριλλος σοκαρίστηκε όταν ο Βαρθολομαίος του ανακοίνωσε ότι είχε ήδη αποφασίσει να δώσει στην Εκκλησία της Ουκρανίας το αυτοκέφαλο. Σύμφωνα με τα διαρρεύσαντα πρακτικά της συνάντησης, ο Βαρθολομαίος υποστήριξε ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι κινήσεις Πούτιν είχαν λόγω και έργω τερματίσει την όποια εκκλησιαστική δικαιοδοσία είχε ο Κύριλλος στην Ουκρανία και κατηγόρησε τη Ρωσική Εκκλησία ότι προσπάθησε να υπονομεύσει την εξουσία της Κωνσταντινούπολης.

Ο Βαρθολομαίος στη συνέχεια υπέγραψε συμφωνία με τον Ποροσένκο, θέτοντας ωστόσο μία προϋπόθεση: Ότι θα πείσει τον Φιλάρετο να παραιτηθεί, να διαλύσει την Εκκλησία του και να δημιουργήσει μια νέα Εκκλησία η οποία θα αναγνωρίζει την πρωτοκαθεδρία του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Ο Φιλάρετος με πολλές δυσκολίες πείστηκε να παραιτηθεί, διατηρώντας τη θέση του επίτιμου Πατριάρχη. Ως συμβιβαστική επιλογή ενότητας της Ουκρανικής Εκκλησίας εξελέγη Πατριάρχης ο Επιφάνιος.

Η ουκρανική κυβέρνηση άρχισε στη συνέχεια να ενθαρρύνει τις ενορίες σε όλη τη χώρα να αγκαλιάσουν τους νέους ηγέτες τους. Ο τότε Πρόεδρος της Ουκρανίας Πέτρο Ποροσένκο επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη τον Ιανουάριο και έλαβε μέρος στην τελετή εγκαθίδρυσης της νέας Εκκλησίας της Ουκρανίας. Τελικά, η στήριξη του τόμου και το αυτοκέφαλο της Ουκρανίας δεν βοήθησαν τον Ποροσένκο. Στις εκλογές του περασμένου Απριλίου έχασε κατά κράτος από έναν κωμικό, τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι.

Μερικοί Έλληνες

Μερικοί θεολόγοι και αναλυτές στο Κρεμλίνο πιστεύουν ότι η ρωγμή στις σχέσεις Μόσχας – Κωνσταντινούπολης θα μπορούσε να «τραβήξει για δεκαετίες» και να αφήσει την Ορθόδοξη Εκκλησία βαθύτατα πληγωμένη. Βεβαίως, από την άλλη, η εργαλειοποίηση της θρησκείας από τον Πούτιν και τον Ποροσένκο επίσης δεν τους βγήκε σε καλό. Τον Μάιο του τρέχοντος έτους, χιλιάδες Ρώσοι πολίτες συγκρούστηκαν με την Αστυνομία στο Ekaterinburg, την τέταρτη μεγαλύτερη πόλη της Ρωσίας, διαφωνώντας με τους σχεδιασμούς δύο ολιγαρχών να χτίσουν μια νέα εκκλησία στη θέση ενός δημοφιλούς πάρκου. Ο Πατριάρχης Κύριλλος πίεσε προσωπικά τον Πούτιν να υποστηρίξει την κατασκευή της εκκλησίας. Η ρητορική της Εκκλησίας, ωστόσο, σε σχέση με τις “παραδοσιακές αξίες” φάνηκε να έχει χάσει τη χρήση της στον Πούτιν, ο οποίος σε όλες τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις φαίνεται να αντιμετωπίζει το σοβαρότερο πρόβλημα δημοτικότητας των τελευταίων δεκαετιών. Η οικονομική κρίση, βλέπετε, και το χαμηλό βιοτικό επίπεδο των Ρώσων έχουν παραμερίσει την αρχική ευφορία των πολιτών από την προσάρτηση της Κριμαίας. Υπό αυτές τις συνθήκες και σε μια σπάνια παραχώρηση προς διαδηλώνοντες Ρώσους, ο Πούτιν διέταξε να σταματήσουν τα σχέδια. Η Εκκλησία έπρεπε να εγκαταλείψει το όλο έργο. “Το κράτος αρχίζει να χειρίζεται την Εκκλησία διαφορετικά, διότι εάν η Ρωσική Εκκλησία καταρρέει, αν κάποιοι Έλληνες και ο τοπικός Πρόεδρος της Ουκρανίας μπορούσαν να διασπάσουν τη Ρωσική Εκκλησία, τότε ποιο είναι το καλό της Εκκλησίας;” λέει ένας Ρώσος διπλωμάτης. “Το Κρεμλίνο έχει δει πόσο αδύναμος είναι ο Πατριάρχης Κύριλλος”.

Η Εκκλησία της Κύπρου

Η Εκκλησία της Κύπρου επιχείρησε να τηρήσει ουδετερότητα στην κρίση μεταξύ του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως με το Πατριαρχείο Μόσχας. Επίσημη δικαιολογία είναι ότι θέλει να λειτουργήσει ως καλός μεσολαβητής για την επαναφορά των καλών σχέσεων μεταξύ Βαρθολομαίου – Κυρίλλου.

Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια ουδετερότητα που ευνοεί τη Μόσχα και σίγουρα ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος δεν είναι καθόλου ικανοποιημένος από τη στάση της Κυπριακής Εκκλησίας.

Η Κυπριακή Εκκλησία, η οποία δεν φημίζεται τόσο για την πνευματικότητα όσο για την επιχειρηματικότητά της, τα τελευταία χρόνια έχει συνάψει πολλές σχέσεις με Ρώσους ολιγάρχες. Κτίζονται στην Κύπρο ναοί, ακόμα και ρωσικού ρυθμού και γίνονται τεράστιες δωρεές. Με λίγα λόγια η Κυπριακή Εκκλησία με ελάχιστες εξαιρέσεις έδειξε να υποτάσσεται στην εκκλησιαστική διπλωματία του Βλαντίμιρ Πούτιν μέσω της εργαλειοποίησης της θρησκείας.

Τη δυσαρέσκεια αυτή μετέφερε πρόσφατα στη Λευκωσία ο επίσκοπος Γαλλίας, ο οποίος προκάλεσε σοκ στους Κύπριους ιεράρχες όταν περίπου τους κάλεσε να μην θεωρούν δεδομένο ακόμα και το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Κύπρου, στέλνοντας το μήνυμα που έλαβε κάποια στιγμή και ο ίδιος ο Πατριάρχης Μόσχας από τον Βαρθολομαίο, ότι «δεν ξεχνά».
Στην Κύπρο βεβαίως οι εξελίξεις πάντα αργούν να φτάσουν. Όταν η Εκκλησία της Κύπρου αντιληφθεί ότι ο Πούτιν σταμάτησε πλέον να παίζει τα εκκλησιαστικά του παιχνίδια και όταν σταδιακά τα ειδικά κονδύλια στερέψουν, τότε ίσως να είναι αργά. Με την Εκκλησία να έχει χάσει και μια σχέση αιώνων με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.