Φόρμα αναζήτησης

Πώς προσλαμβάνουμε το αρχαίο δράμα;

ΦΩΤΟ: Αρχαίο θέατρο Κουρίου. Πηγή: Διεθνές Φεστιβάλ Αρχαίου Ελληνικού Δράματος.

 

Σε σχέση με το ανέβασμα θεατρικών παραστάσεων στην Κύπρο, τον φιλολογικό λόγο σπάνια τον συναντάμε στη δημόσια σφαίρα. Με αυτό το σκεπτικό αποταθήκαμε στον αναπληρωτή καθηγητή Κλασικής Φιλολογίας στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου Αντώνη Πετρίδη, ο οποίος με την ευκαιρία της κορύφωσης του φετινού καλοκαιριού αρχαίου ελληνικού δράματος θα βοηθήσει να «επαναδιατυπωθεί» στον μέσο θεατή μια φιλοσοφία πρόσληψης του αττικού δράματος, με την ελπίδα ότι το εγχείρημα δεν είναι «άσοφο» για τους ειδήμονες, ούτε «αχρείαστο» για τους φιλοθέατρους και μη.

 

Κύριε Πετρίδη, από την εμπειρία σας ποια είναι η αίσθησή σας για τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνεται μια αρχαία παράσταση από το κοινό μας;

Το θεατρικό κοινό δεν είναι ποτέ μονολιθικό: αποτελείται πάντοτε από ποικίλες κατηγορίες ανθρώπων, καθεμιά από τις οποίες κουβαλεί στο θέατρο τον δικό της «ορίζοντα προσδοκιών» (Erwartungshorizont) – μια ερμηνευτική προδιάθεση, τρόπον τινά, που διαμορφώνεται από την προπαιδεία (θεατρική, ακαδημαϊκή ή άλλη), το ψυχολογικό και κοινωνικό προφίλ του ατόμου, τις ιδεολογικές και άλλες προκαταλήψεις του, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, τη συγκυρία (το hic et nunc της κάθε παράστασης, ακόμη και του ίδιου έργου στην ίδια σειρά παραστάσεων) κ.τ.ό. Συνεπώς, η σφαιρικότητα της θεατρικής ανάγνωσης, η λεπτομέρεια της παρατήρησης, η εμβάθυνση στους προβληματισμούς του έργου, την τέχνη και την τεχνική της σκηνοθεσίας, της σκηνογραφίας, των άλλων καλλιτεχνικών παραμέτρων της παράστασης, ή ακόμη η ανοχή προς τις πειραματικότερες-προκλητικότερες παραστάσεις (αν θεωρήσουμε πως το τελευταίο θα συνιστούσε ένδειξη ωρίμανσης ενός κοινού) ποικίλλουν από πρόσωπο σε πρόσωπο και από κατηγορία σε κατηγορία. Φρονώ όμως ότι, γενικά μιλώντας, ο Κύπριος θεατής είναι επαρκής. Θεατρικώς, δεν είμαστε επαρχία κι ας μας αρέσει καμιά φορά να σχετλιάζουμε!

 

Φοιτητές στο αρχαίο θέατρο Κουρίου δέχονται πριν από την έναρξη της παράστασης in situ εισαγωγή στο αρχαίο κείμενο από τον αναπληρωτή καθηγητή κλασικής Φιλολογίας Αντώνη Πετρίδη, στο πλαίσιο της δράσης του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου που έφερε τον τίτλο «Θεατρικό Καλοκαίρι 2018».

 

Χρειάζεται, κατά τη γνώμη σας, ένας «οδηγός» παρακολούθησης αρχαίου δράματος;

«Οδηγός» σίγουρα όχι, αν με τον όρο αυτό εννοούμε ένα προκατασκευασμένο, καθοδηγητικό φίλτρο ή, ακόμη χειρότερα, ένα μέτρο με το οποίο θα ρυθμίζεται (θα αστυνομεύεται!) η «δόκιμη» ή η «πλημμελής» θέαση. Όποιος επιχειρούσε κάτι τέτοιο θα κατέληγε να τυλίξει τους θεατές με έναν ιδεολογικό ζουρλομανδύα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επιστημονική γνώση περί το αρχαίο θέατρο -θεατρολογική, γραμματολογική, φιλολογική-, όπως και η ενημέρωση για τους συντελεστές της παράστασης και τη θεατρική τους διαδρομή (για τον σκηνοθέτη όλως ιδιαιτέρως, αλλά όχι μόνον γι αυτόν), εμπλουτίζει την εμπειρία. Οι σύγχρονες παραστάσεις, όμως, δεν μπορούν να είναι δέσμιες κανενός, ούτε καν της ορθόδοξης επιστημονικής ερμηνείας των κειμένων. Οι καλλιτέχνες δικαιούνται, αν δεν υποχρεούνται, να είναι εικονοκλάστες και αιρετικοί. Τα πολιτισμικά αρχέτυπα προσφέρονται προς ανάπλαση, όχι προς μηχανική αναπαραγωγή. Οι σύγχρονες παραστάσεις δεν «αναβιώνουν» το αρχαίο δράμα σαν ζόμπι, (θα πρέπει να) αποτελούν αυτόνομα, αυθυπόστατα έργα τέχνης, που (θα πρέπει να) μπορούν να προσπελαστούν από τους θεατές του σήμερα ως έργα του σήμερα, με αναγωγές σε προβληματισμούς, διλήμματα, αγωνίες, συγκρούσεις, αντιφάσεις του καιρού μας – στις καλύτερες περιπτώσεις, ίσως, προσθέτω (και εδώ καταθέτω απλά την υποκειμενική μου προτίμηση), χωρίς «αλλοιώσεις» κενές, εντυπωσιοθηρικές, απρόσεκτες ή απλώς αδαείς, που δεν υπηρετούν ένα σαφές, αποκρυσταλλωμένο και εύληπτο καλλιτεχνικό όραμα. Αυτό που βλέπουμε σήμερα, με άλλα λόγια, (πρέπει να) είναι σύγχρονο θέατρο βασισμένο σε αρχαία κείμενα.

 

Χάλκινο αναθηματικό τραγικό προσωπείο. 4ος αι. π.Χ. Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιά.

 

Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι ακόμη και οι απόψεις των ειδικών μελετητών -όσο και αν είναι, προφανώς, καλύτερα ζυγισμένες και λιγότερο επισφαλείς από τις κρίσεις του εφήμερου θεατή- είναι εν πολλοίς προϊόν της εποχής τους, με την έννοια ότι αντανακλούν ιδεολογικά προτάγματα, αναδεικνύουν, επιλεκτικά και μεγεθυντικά, ειδικές πτυχές του κειμένου ανάλογα με τις εκάστοτε μεθοδολογικές επιδιώξεις ή προκρίνουν γενικότερα ερμηνείες, που, αν και σαφώς δεν είναι ανεδαφικές, ούτε αποτελούν την τελευταία λέξη στην ερμηνεία του κειμένου ούτε οι παλαιότερες ερμηνείες που εκτοπίζουν υπήρξαν υποχρεωτικά άστοχες. Υπάρχουν περιπτώσεις αρχαίων τραγωδιών, όπως π.χ. οι «Πέρσες», η «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» ή η «Μήδεια», στις οποίες, ακριβώς εξαιτίας των κυλιόμενων προταγμάτων που ανέφερα, οι κυρίαρχες ερμηνευτικές τάσεις ανάμεσα στους θεωρητικούς του αρχαίου θεάτρου σήμερα απέχουν παρασάγγες από εκείνες των περασμένων γενεών – χωρίς, επαναλαμβάνω, οι μεν από τις δε να είναι λιγότερο ή περισσότερο επιστημονικές, ακριβείς και κειμενικώς βάσιμες. Τα αρχαία κείμενα φτάνουν στα χέρια μας με ενσωματωμένη την ιστορία της πρόσληψής τους και στην τέχνη και στην επιστήμη της φιλολογίας.

 

 

Εισαγωγή στο κείμενο και στο Σκαλί Αγλαντζιάς.

 

Όταν γράφτηκαν τον 5ο αιώνα, αυτά τα έργα εντάχθηκαν σε ένα θρησκευτικό – λατρευτικό πλαίσιο που ήταν τα Μεγάλα Διονύσια και τα Λήναια. Σήμερα έχει τη σημασία του αυτό το δεδομένο;

Η σημασία αυτού του δεδομένου για μας σήμερα είναι αμιγώς ιστορική. Αν ο σύγχρονος σκηνοθέτης δεν επιθυμεί να επανενεργοποιήσει με τον δικό του τρόπο αυτό το πλαίσιο (συμβαίνει αυτό στην περίπτωση ορισμένων σκηνοθετών), τότε η γνώση ή η άγνοιά μας για το ζήτημα δεν επηρεάζει τη θέαση. Αξίζει να σημειωθεί ότι και τον ίδιο τον 5ο αιώνα π.Χ. οι παραστάσεις εντάσσονταν μεν στο πλαίσιο που αναφέρετε, εντούτοις δεν αποτελούσαν οι ίδιες λατρευτικές πράξεις με τη στενή έννοια του όρου. Η σχέση της τραγωδίας και της κωμωδίας με τη θρησκεία και την τελετουργία είναι βαθιά και πυκνή, το θέατρο όμως, τότε όπως και τώρα, ήταν πρωτίστως καλλιτεχνικό γεγονός.

 

Αρχαίο ωδείο Πάφου (περίπου 300 π.Χ.)

 

Τώρα, όσον αφορά το οπτικοακουστικό κομμάτι μιας παράστασης, πόσο κοντά στη θέση του αρχαίου θεατή βρισκόμαστε; Είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν σημερινοί θεατές που εισέρχονται στο αρχαίο θέατρο με αυτή την προσδοκία.

Απέχουμε, φευ, πολύ. Το ίδιο το οικοδόμημα του αρχαίου θεάτρου, για να ξεκινήσουμε από τα χονδρικά, είναι πια επενδυμένο με μια αλλιώτικη αύρα: είναι «αρχαίο μνημείο» στο οποίο παριστάνονται «κλασικά κείμενα», είναι δηλαδή φορέας μιας ολόκληρης πολιτισμολογικής ιδεολογίας, που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο διαπερνά όλους τους κώδικες της παράστασης. Σε τεχνικότερο επίπεδο, ας σημειώσουμε τα βασικά: οι σύγχρονες παραστάσεις δεν διδάσκονται πια στο φως της μέρας, όπως στην αρχαιότητα, αλλά κατά κανόνα το βράδυ, υπό τεχνητό φως, συμφύροντας έτσι τρόπον τινά την αισθητική του θεάτρου του ανοικτού και του κλειστού χώρου. Δεύτερον, η πρωτότυπη μουσική είναι χαμένη για μας. Μουσικολογικά, γνωρίζουμε κάποια πράγματα, αλλά δεν έχουν φτάσει στα χέρια μας οι παρτιτούρες των παραστάσεων του 5ου αιώνα π.Χ., ούτε καν κατοπινότερων (με κάποιες μικρές, πλην αξιοσημείωτες, εξαιρέσεις). Τρίτον, η όψις του ηθοποιού (κοστούμι, προσωπείο) είναι σήμερα πολύ διαφορετική από ό,τι στην αρχαιότητα. Συχνά τα κοστούμια σήμερα είναι εμφατικώς μοντέρνα (αλλά ακόμη κι αν είναι, σπανιότερα πια, «αρχαιοπρεπή», δεν επιδιώκεται πλέον αρχαιολογική ακρίβεια). Προσωπεία σποραδικά μόνο χρησιμοποιούνται και όχι πάντοτε για τους ίδιους σημειολογικούς και αισθητικούς σκοπούς (πρέπει εξάλλου να θυμόμαστε ότι τα αρχαία προσωπεία ήταν κατασκευασμένα από φθαρτό υλικό, έτσι δεν έφτασαν ώς εμάς παρά μόνο καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις τους). Και από υποκριτικής άποψης τα πράγματα είναι πολύ αλλιώτικα: ο σημερινός ηθοποιός ενοφθαλμίζει κατά περίπτωση στο παίξιμό του πρακτικές ερανισμένες από αλλότροπες παραδόσεις και ετερογενείς σε σχέση με την αρχαία παράδοση μεθόδους (στανισλάβσκειες και αντιστανισλάβκειες, ρεαλιστικές και αντιρεαλιστικές, «δυτικές» και «ανατολικές» κ.λπ.). Στο αρχαίο θέατρο, π.χ., το ρετσιτατίβο ήταν σύνηθες, σήμερα σπανίζει, στην τραγωδία, σε αντίθεση με τη σημερινή κινησιολογική ελευθερία, ο ηθοποιός ήλεγχε κατά τα φαινόμενα μια μετρημένη, αγαλματώδη κίνηση, έπαιζε σχεδόν πάντα μετωπικά προς το κοινό και προϊόντος του χρόνου κατέβαινε όλο και σπανιότερα από το λογείον (την ελαφρώς υπερυψωμένη πλατφόρμα των ηθοποιών) στην ορχήστραν, όπου συγχρωτιζόταν με τον χορό.

 

Αρχαίο θέατρο Κουρίου (κτίστηκε αρχικά το 2ο αι. π.Χ., ενώ κατά το 2ο αι. μ.Χ. επεκτάθηκε και πήρε τη σημερινή του μορφή).

 

Ενδεχομένως να εκληφθεί ως ερώτημα άνευ νοήματος, αλλά θα ήταν καλό να απαντηθεί για ακόμη μία φορά. Γιατί να παρακολουθούμε κατ’ επανάληψη τα ίδια δράματα; Γιατί να βλέπουμε επανειλημμένως την Αντιγόνη να αντιστέκεται στον βασιλιά Κρέοντα, τον Οιδίποδα να αυτοτυφλώνεται και τη Λυσιστράτη να ξεσηκώνει τις γυναίκες να απέχουν από τη συζυγική κλίνη;

Στην πραγματικότητα, ποτέ δεν είμαστε στο ίδιο έργο θεατές, είτε μιλάμε για το αρχαίο είτε για το σύγχρονο κλασικό ρεπερτόριο. Τα κορυφαία έργα έχουν ως θεμελιώδες χαρακτηριστικό το εύπλαστον: στα χέρια μαστόρων γίνονται πρώτη ύλη για καινούργιες κατακτήσεις της τέχνης κάθε φορά.

 

Μαρμάρινο θεατρικό προσωπείο στον τύπο του πρώτου δούλου (ηγεμών θεράπων) της Νέας Κωμωδίας. 2ος αι. π.Χ. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (Αθήνα).