Φόρμα αναζήτησης

Θωρακισμένη η ΕΠΑ – Κοινοτική οδηγία παρέχει προστασία από πολιτικές παρεμβάσεις

Ο τρόπος με τον οποίο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και κόμματα -και μέσω των αρχηγών τους- επέκριναν την απόφαση της Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού να προχωρήσει σε έρευνα εις βάρος του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου για πιθανή παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού, φλερτάρει με παραβίαση της κοινοτικής νομοθεσίας.

Ειδικότερα, μια νέα οδηγία της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η 2019/1, η λεγόμενη ECN+, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις αρχές του 2019 και πρέπει να ενσωματωθεί στις εθνικές νομοθεσίες μέχρι τον Φεβρουάριο του 2021 παρέχει στις εθνικές αρχές ανταγωνισμού βασικά εχέγγυα ανεξαρτησίας για την προστασία τους από παρεμβάσεις σε συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζουν τα άρθρα 101 και 102 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η οδηγία δεν έχει ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο, αλλά παράγει νομικά αποτελέσματα.

Το άρθρο 101 αφορά την ευρεία απαγόρευση των συμφωνιών που περιορίζουν τον ανταγωνισμό και το άρθρο 102 την καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης στην αγορά.

Τα δύο αυτά άρθρα είναι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και θα πρέπει να εφαρμόζονται αποτελεσματικά σε ολόκληρη την Ένωση για να διασφαλίζεται ότι δεν υπάρχει στρέβλωση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά.

Ο Ευρωπαίος νομοθέτης με τη νέα οδηγία ενισχύει τον ρόλο των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών ώστε να επιβάλλουν αποτελεσματικότερα τους κανόνες και για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς. Μαζί με τις αρμοδιότητες παρέχει και προστασία, η οποία αφορά και προστασία από πολιτικές παρεμβάσεις. Το πρόσφατο μπαράζ πολιτικών δηλώσεων αποτελεί μια μορφή και πολιτικής και εξωτερικής παρέμβασης.

Η ανεξαρτησία

Το άρθρο 4 της οδηγίας ορίζει ότι τα κράτη μέλη κατ’ ελάχιστον διασφαλίζουν ότι το προσωπικό και άτομα που λαμβάνουν αποφάσεις κατά την άσκηση των εξουσιών:

  • είναι σε θέση να εκτελούν τα καθήκοντα και να ασκούν τις εξουσίες τους για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ ανεξάρτητα από πολιτικές και άλλες εξωτερικές παρεμβάσεις,
  • δεν ζητούν ούτε λαμβάνουν εντολές από κρατικό ή οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων και την άσκηση των εξουσιών τους για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, με την επιφύλαξη του δικαιώματος κυβέρνησης κράτους μέλους, κατά περίπτωση, να εγκρίνει γενικούς κανόνες πολιτικής που δεν συνδέονται με τομεακές έρευνες ή συγκεκριμένες διαδικασίες εκτέλεσης, και
  • απέχουν από κάθε πράξη ασυμβίβαστη με την εκτέλεση των καθηκόντων και/ή με την άσκηση των εξουσιών τους για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ και υπόκεινται στις διαδικασίες που διασφαλίζουν ότι, για εύλογο χρονικό διάστημα μετά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία, δεν ασχολούνται με διαδικασίες εκτέλεσης που θα μπορούσαν να προκαλέσουν συγκρούσεις συμφερόντων.

Ο ρόλος των ενώσεων επιχειρήσεων

Το σκεπτικό της οδηγίας περιγράφει τις ενώσεις επιχειρήσεων -με τον ΠΙΣ βάσει των ορισμών της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού να έχει χαρακτηριστικά ένωσης επιχειρήσεων- ως φορέων πολλές ύποπτων για παραβάσεις της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού.

«Η πείρα έχει δείξει ότι οι ενώσεις επιχειρήσεων διαδραματίζουν συχνά ρόλο σε παραβάσεις που σχετίζονται με τον ανταγωνισμό και οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει να μπορούν να τους επιβάλλουν αποτελεσματικά πρόστιμα», αναφέρει η οδηγία και ορίζει ότι «κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας της παράβασης προκειμένου να καθοριστεί το ύψος του προστίμου σε διαδικασίες κατά ενώσεων επιχειρήσεων όταν η παράβαση σχετίζεται με τις δραστηριότητες των μελών τους, θα πρέπει να μπορεί να λαμβάνεται υπόψη το άθροισμα των πωλήσεων, από τις επιχειρήσεις μέλη της ένωσης, των αγαθών και υπηρεσιών που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με την παράβαση».

Σύμφωνα με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιβάλλονται πρόστιμα στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού ή, ανάλογα με την περίπτωση, σε μη ποινικές δικαστικές διαδικασίες, εφόσον μια παράβαση έχει διαπραχθεί εκ προθέσεως ή εξ αμελείας. Οι έννοιες της πρόθεσης και της αμέλειας θα πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με τη νομολογία του δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι σύμφωνα με τις έννοιες της πρόθεσης και της αμέλειας στις διαδικασίες που διεξάγονται από ποινικές αρχές σχετικά με ποινικές υποθέσεις.