Φόρμα αναζήτησης

Περισσότερα όπλα ανά 100 κατοίκους από το… Ιράκ και τη Συρία

Το συμβάν με τον 62χρονο ένοπλο που ταμπουρώθηκε σε διαμέρισμα στη Λευκωσία αποτελεί υπενθύμιση για το πόσο διαδεδομένη είναι η οπλοκατοχή στην Κύπρο. Η διάδοση της οπλοκατοχής όμως είναι ένα κεφάλαιο που πρέπει να διαχωρισθεί πλήρως από την αυστηρότητα του νομοθέτη σε σχέση με τις προϋποθέσεις για την κατοχή όπλου – σε μια χώρα όπου το κυνήγι και η σκοποβολή αποτελούν πολύ διαδεδομένα αθλήματα, που φέρνουν διεθνείς διακρίσεις, και σε μια χώρα που τελεί υπό de facto κατοχή και οι ένοπλες δυνάμεις της στηρίζονται στον ένοπλο, έφεδρο πολίτη, ο οποίος χρεώνεται τον ατομικό του οπλισμό (τυφέκιο, τυφέκιο εφόδου, οπλοπολυβόλο). Το πρόσφατο συμβάν με τον 62χρονο στην Ακρόπολη, όπως και το συμβάν με τη δολοφονία γυναίκας και του ανήλικου τέκνου της το 2014 στον Στρόβολο δεν θα ήταν τα ίδια αν δεν υπήρχε κάτι κοινό: Η σαφής ένδειξη ψυχικής διαταραχής. Στην πρώτη περίπτωση ο 62χρονος ουσιαστικά αντιστάθηκε έχοντας στην κατοχή του 12 κυνηγετικά όπλα, ενώ αντιμετώπιζε διάταγμα αναγκαστικής νοσηλείας στο νοσοκομείο της Αθαλάσσας μετά από προβληματική συμπεριφορά που οδήγησε μάλιστα και στην προσαγωγή του. Στη δεύτερη περίπτωση, ο 35χρονος δολοφόνησε την 31χρονη σύζυγό του με τη χρήση ενός πολεμικού τυφεκίου G3 που του είχε παραχωρήσει η ΕΦ ενώ υπήρξε, πριν από αυτό, τρόφιμος ψυχιατρικού νοσοκομείου. Και στις δύο περιπτώσεις το κενό ελέγχου είναι προφανές: Άνθρωποι που έφεραν νόμιμα όπλα (κυνηγετικά και πολεμικά) και που είχαν άδειες κυνηγού δεν είχαν επανεξεταστεί, προφανώς για χρόνια, από αρμόδια κρατική αρχή ως προς μια βασική παράμετρο για να φέρει κάποιος, νόμιμα, ένα όπλο: Την κατάσταση της ψυχικής του υγείας.

Όπλα, όπλα κι όπλα

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του World Population Review, η Κύπρος βρίσκεται, διαχρονικά, στην πρώτη δεκάδα παγκοσμίως ως προς τη διασπορά οπλισμού ανά εκατό κατοίκους. Το ίδιο ισχύει και στους σχετικούς καταλόγους του Small Arms Survey. Η Κύπρος κινείται μεταξύ της 5ης και της 9ης θέσης με μέσο όρο όπλων 36,4 ανά 100 κατοίκους ξεπερνώντας χώρες όπως το Ιράκ, τη Συρία και τον Λίβανο – όπου τα τελευταία χρόνια μαίνονται κατακερματισμένες πολεμικές συγκρούσεις ενώ υπάρχουν και υψηλά ποσοστά σεκταριστικής ένοπλης βίας. Σε μια νησιωτική χώρα με πληθυσμό που ξεπερνά μόλις το ένα εκατομμύριο, υπάρχουν περίπου 285.000 όπλα, εκ των οποίων τα 155 χιλ. περίπου είναι εγγεγραμμένα. Με βάση την κείμενη νομοθεσία τα όπλα αυτά προορίζονται για πολιτική χρήση (λειόκαννα δίκαννα όλων των τύπων για κυνήγι ή σκοπευτικά) και για πολεμική χρήση, από τους έφεδρους που τα φέρουν σπίτι τους για σκοπούς άμυνας (πολεμικά τυφέκια G3, «τσέχικα» Vz58, τυφέκια εφόδου Καλάσνικοφ διαφόρων τύπων και οπλοπολυβόλα HK11 αναλόγως σώματος και ειδικότητας). Κοινώς, στην Κύπρο υπάρχει μια πανσπερμία όπλων που αν αναλογιστεί κανείς την έκταση, την κουλτούρα, τη διάδοση του κυνηγιού, τη δημογραφία και τις συχνές κλήσεις έφεδρων (τουλάχιστον τρεις φορές ετησίως) καταδεικνύει πως ο μέσος Κύπριος άνδρας –πολύ πιθανόν– να φέρει νόμιμα σε μια αναλογία του «ένας στους τρεις» ένα κυνηγετικό ή πολεμικό όπλο. Σε ένα δυναμικό ηλικιών 25-70.

Κουλτούρα ασφάλειας

Παρά τα χαμηλά ποσοστά εγκληματικότητας στην Κύπρο, τα τελευταία χρόνια κλεμμένα πολεμικά τυφέκια ή κυνηγετικά χρησιμοποιήθηκαν σε έκνομες πράξεις όπως ένοπλες ληστείες ή ανθρωποκτονίες. Και αυτό διότι μεγάλο ποσοστό έφεδρων δεν φυλάει το όπλο του όπως προβλέπεται (ασφαλισμένο μέρος, χωρίς κλείστρο ώστε να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί). Επιπλέον και παρά τις προσπάθειες για αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου της οπλοκατοχής ως προς την αυστηρότητα, το κράτος αποτυγχάνει να ελέγξει τους κατόχους όπλων ως προς την ψυχική τους υγεία. Το ότι εξετάστηκε κάποιος στο ΚΕΝ Λάρνακας στα 18 του δεν σημαίνει πως 15 χρόνια μετά δεν έχει υποστεί εκείνες τις προσωπικές αλλαγές που θα μπορούσαν να τον καταστήσουν έναν ψυχικά διαταραγμένο άνθρωπο ή ένα εξαιρετικά βίαιο άτομο (σύζυγο, πατέρα, κ.ο.κ. αν αναλογιστούμε και τις υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια). Το ίδιο ισχύει και για τους κυνηγούς. Πέραν τούτου, όμως, απουσιάζει και η κουλτούρα ασφάλειας σε σχέση με τα ίδια τα όπλα. Ας δει κανείς απλώς το ποσοστό τραυματισμών ετησίως τις πρώτες ημέρες της κυνηγετικής εξόρμησης. Επιπλέον, υπάρχει μια τάση «υποτίμησης» των λειόκαννων όπλων ως προς τη φονικότητα. Ένα κυνηγετικό δίκαννο, ο «σσιπέττος» κοινώς, αποτελεί σε κοντινές αποστάσεις μέχρι 100 μ. ένα πολύ φονικό όπλο – δύο βολές, π.χ. με Νο4 σκάγια εξαπολύουν ένα «σύννεφο σφαιριδίων» σε μέσο όρο πάνω από 400, με ταχύτητα 230 μ. ανά δευτερόλεπτο σε μια απόσταση 30 μέτρων. Κοινώς, αν ένας βίαιος σύζυγος θέλει να σκοτώσει τη γυναίκα του θα μπορούσε να το κάνει πολύ εύκολα. Ή αν ο ταμπουρωμένος 62χρονος άνοιγε πυρ προχθές η κατάσταση θα μπορούσε να εξελιχθεί τελείως διαφορετικά. Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το λειόκαννο όπλο πρωταγωνίστησε στις βίαιες εθνοτικές συγκρούσεις της περιόδου 1963-64.

Η δημιουργία ενός αυστηρού πλαισίου

Δεδομένου ότι στην Κύπρο υπάρχει και η συζήτηση για δημιουργία σκοπευτικού τουρισμού και σκοπευτηρίων και αναφορικά με τις αλλαγές που επιτελούνται ως προς την εφεδρεία, ο αυστηρός και επιμελής έλεγχος της ψυχικής υγείας όσων οπλοφορούν αποτελεί μονόδρομο. Σε ετήσια, ακόμη, τακτική βάση. Η δημιουργία ενός αυστηρού πλαισίου για την έκδοση αδειών οπλοκατοχής, ξεκάθαρου operandi αφαίρεσης των εν λόγω αδειών καθώς και η αποτελεσματική εκπαίδευση, κατοχή και φύλαξη / συντήρηση του πολεμικού οπλισμού των έφεδρων αποτελούν πεδία στα οποία δεν χωρεί μη αποτελεσματική εφαρμογή της νομοθεσίας από το κράτος. Όπως και η δημιουργία ενός ξεκάθαρου, ηλεκτρονικού, μητρώου όπλων μιας και τα όπλα εξ ορισμού αποτελούν αποδείξεις. Η κοινωνική δυναμική στην Κύπρο παραμένει μια –υπό εξέλιξη– διαδικασία στην οποία κανένας κοινωνικός επιστήμονας δεν μπορεί να προβλέψει. Και μια χώρα με τόση μεγάλη διασπορά σε όπλα δεν μπορεί να μην αποφύγει, τουλάχιστον θεωρητικά, τη χρήση τους σε κακόβουλες ενέργειες που στην προκείμενη περίπτωση θα μπορούσαν να σηματοδοτήσουν βίαιες ενέργειες και κόστος σε ανθρώπινες ζωές. Τέλος, για όσους θεωρούν πως μια λύση καθολικής απαγόρευσης του κυνηγιού ή αποστρατιωτικοποίησης θα μπορούσε να αποτελέσει τρόπο αντιμετώπισης της απουσίας αποτελεσματικής κρατικής πολιτικής ας ξεκινήσουν τη συζήτηση – αλλά με σημείο εστίασης το αν όντως χρειαζόμαστε ή όχι καλούς κυνηγούς ή λαθροθήρες ή αν θέλουμε συνειδητοποιημένους έφεδρους πολίτες ή –ας μου επιτραπεί η έκφραση– «μουρλούς εν δυνάμει παραστρατιωτικούς». Ακόμη κι αν στην Κύπρο καταργούσαμε όλα τα πυροβόλα όπλα και πέφταμε στους σχετικούς καταλόγους από την 5η ή 9η θέση στην 219η (όπου βρίσκεται η Ιαπωνία) ως προς την οπλοκατοχή, κάποιος πάλι θα μπορούσε να αγοράσει ένα ρόπαλο του μπέιζμπολ, ένα σπαθί ή ένα μαχαίρι, shuriken (σ.σ. ναι, τα «αστεράκια του νίντζα») ή ένα ζευγάρι Nunchaku (σ.σ. ναι, εκείνα που κρατούσε ο Bruce Lee στις ταινίες) από ένα «κατάστημα δώρων» παγκύπρια. Αγχέμαχα όπλα που παραπέμπουν και σε δυνητικές εγκληματικές ενέργειες αλλά και που βρίσκονταν στην κατοχή των δραστών ενός άλλου φονικού, στον Στρόβολο, που συγκλόνισε πρόσφατα την κυπριακή κοινή γνώμη.