Φόρμα αναζήτησης

Πάνω από 145 εκατ. σε ιερείς και πάμε!

Απαντήσεις που δίνουν εικόνα, όχι όμως πολιτική κατεύθυνση, πήραν από τη γενική λογίστρια οι βουλευτές μέλη της Επιτροπής Οικονομικών αναφορικά με τη συμφωνία του 1971 μεταξύ Εκκλησίας και Κράτους, που επιχειρείται τώρα να ρυθμιστεί νομοθετικά. Η συμφωνία που διαβουλεύτηκε, ουσιαστικά με τον εαυτό του, ο τότε Πρόεδρος και Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, προνοούσε όπως το κράτος αναλάβει τη μισθοδοσία των κληρικών της υπαίθρου και η Εκκλησία να παραχωρήσει στο κράτος έκταση γης 15,5 χιλιάδων στρεμμάτων. Μέχρι σήμερα η διαδικασία που ακολουθείται είναι έγκριση μέσω του Νόμου του Κρατικού Προϋπολογισμού ενός ποσού για την καταβολή της Κρατικής Αρωγής του Εφημεριακού Κλήρου στη βάση της συμφωνίας, την οποία θα ψήφιζαν σε ειδικό Νόμο, όμως το θέμα παραμένει ανοιχτό μέχρι σήμερα. Απαντώντας γραπτώς στις ερωτήσεις που υπέβαλαν τα μέλη της Επιτροπής Οικονομικών στις 3 Ιουνίου, όταν εξετάστηκε για πρώτη φορά το νομοσχέδιο που κατατέθηκε προ μηνός – για να αντικαταστήσει άλλο νομοσχέδιο που ετοίμασε η κυβέρνηση το 2015- η Ρέα Γεωργίου εξηγεί πως δεν υπάρχει υποχρέωση στο Σύνταγμα για νομοθετική ρύθμιση της συμφωνίας και ότι αυτή επιβάλλεται για:

  • σκοπούς διαφάνειας
  • για να μεταβιβαστεί η περιουσία της Εκκλησίας στο Κράτος όπως ήταν η συμφωνία και
  • για να καθοριστεί μέγιστος αριθμός επιδοτούμενων ιερέων που δεν υπήρχε μέχρι σήμερα.

Αυτό που δεν απαντά η γενική λογίστρια, ωστόσο, τέθηκε από τους βουλευτές, οι οποίοι την προηγούμενη φορά ήθελαν πολιτικό προϊστάμενο απέναντί τους, είναι ποια ανάγκη οδηγεί στη συνέχιση της συμφωνίας του 1971. Αυτό περαιτέρω που δεν απαντήθηκε είναι γιατί αποσύρθηκε το νομοσχέδιο του 2015 που κλείδωνε τον αριθμό των επιδοτούμενων ιερέων σε 700 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2025 που συνεπαγόταν ελάχιστη ετήσια δαπάνη 6,14 εκατ. ευρώ για να κατατεθεί νέο νομοσχέδιο το οποίο προβλέπει κλιμακωτή αύξηση των επιδοτούμενων ιερέων και άρα και της καθεχρονικής δαπάνης. Με το υπό εξέταση νομοσχέδιο οι επιδοτούμενοι ιερείς το 2025 θα φτάσουν τους 850 (7,53 εκατ. δαπάνη για το έτος). Κυβερνητική πηγή, όπως έγραψε ξανά ο «Π», συσχετίζει την αυξημένη επιχορήγηση προς την Εκκλησία με την υποχρέωσή της στο μεταξύ ως εργοδότης να συνεισφέρει για το ΓεΣΥ ένα σεβαστό ποσό. Περαιτέρω, το νομοσχέδιο προβλέπει πως από το 2026 ο αριθμός των 850 ιερέων που θα είναι δικαιούχοι θα αυξάνεται με ποσοστό 0,5% κάθε έτος, χωρίς να καθορίζεται μέχρι πότε θα είναι σε ισχύ η συμφωνία, και άρα ο νόμος, δεδομένου ότι η δαπάνη που έχει καταβάλει το κράτος για ιερείς έχει ήδη ξεπεράσει την αξία της προς μεταβίβαση εκκλησιαστικής γης που βρίσκεται στις ελεύθερες περιοχές, ενώ πλησιάζει τη συνολική αξία των 15,5 χιλιάδων στρεμμάτων.

Σε ποσά

Σημειώνεται πως το κράτος, από το 1983 που υπάρχουν στοιχεία μέχρι και τον το τέλος του 2018, σύμφωνα με την επιστολή ημερ. 21 Ιουνίου της κ. Γεωργίου, δαπάνησε συνολικά 136.692.755 ευρώ, με το ποσό να αυξάνεται συνεχώς χρόνο με τον χρόνο. Αν αναλογιστεί κανείς ότι το 1983 η κρατική αρωγή ανήλθε σε 1,35 εκατ. ευρώ, συνάγεται πως το συνολικό ποσό από το 1971 ξεπερνά τα 145 εκατ. ευρώ. Σημειώνεται πως η αξία της εκκλησιαστικής γης στις ελεύθερες περιοχές, σε τιμές του 2010, ανέρχεται σε 81.268.000 ευρώ. Η αξία της εκκλησιαστικής γης που βρίσκεται στις κατεχόμενες περιοχές, σε τιμές του 2009, στη βάση της αγοραίας αξίας για σκοπούς του Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών, εκτιμήθηκε σε 125.163.000 ευρώ (σύνολο 206 εκατ.).

Πλείστα χωράφια, έξι οικόπεδα

Με το νομοσχέδιο η Αρχιεπισκοπή Κύπρου δεσμεύεται να μεταβιβάσει στην Κυπριακή Δημοκρατία τη γη που περιλήφθηκε σε κατάλογο κατά τη σύναψη της αρχικής συμφωνίας του 1971, όποτε το απαιτήσει η Δημοκρατία με απόφαση Υπουργικού Συμβουλίου. Οι βουλευτές διερωτήθηκαν γιατί η μεταβίβαση να μην γίνει αυτόματα με την έναρξη ισχύος του νόμου, με τη γενική λογίστρια να υπενθυμίζει πως ήδη το ΥΣ στις 2/1/2019 ενέκρινε τη μεταβίβαση η οποία βρίσκεται στις ελεύθερες περιοχές, και επίκειται η μεταβίβαση μόλις ολοκληρωθούν οι διαδικασίες στο Κτηματολόγιο. «Αναφορικά με την περιουσία των κατεχομένων, αυτό αφορά πολιτικό θέμα που δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες του Γενικού Λογιστηρίου», εξηγεί η κ. Γεωργίου, αφήνοντας να εννοηθούν οι ευνόητοι λόγοι μη μεταβίβασης στο κράτος εκκλησιαστικής γης στα κατεχόμενα με άλυτο το Κυπριακό. Στο μεταξύ ο βουλευτής του ΑΚΕΛ Αρ. Δαμιανού είχε ζητήσει στην προηγούμενη συνεδρία της Επ. Οικονομικών για το θέμα πίνακα των ακινήτων που θα μεταβιβάσει η Αρχιεπισκοπή στο κράτος, αλλά και σε τι ζώνη βρίσκονται σήμερα (βιομηχανική, γεωργική, τουριστική κ.λπ). Το Γεν. Λογιστήριο μεταβίβασε δύο καταλόγους, ένα για τα κτήματα στις ελεύθερες περιοχές και ένα για αυτά που βρίσκονται στα κατεχόμενα. Όπως προκύπτει στις ελεύθερες περιοχές, τα ακίνητα της Ιεράς Αρχιεπισκοπής ή άλλων εκκλησιών και μονών υπαγόμενων σε αυτή που μεταβιβάζονται στο κράτος στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι χωράφια (κάποια αμπέλια, ενώ σε αρκετά καταγράφεται και αριθμός ελιών ή και άλλων δέντρων). Τα περισσότερα, ήτοι 176 βρίσκονται στην επαρχία Λάρνακας (Μοσφιλωτή, Ορμίδεια, Τρούλλοι, πολλά στο Αβδελλερό), 78 στη Λευκωσία (Τσέρι, Αναλυόντας, Αγ. Ιωάννης Μαλούντας, Καμπιά, Καπέδες, Πέρα, Μαλούντα κ.λπ.) και 28 στην ελεύθερη Αμμόχωστο (Παραλίμνι, Σωτήρα κ.λπ.). Έξι οικόπεδα καταγράφονται στο Πολιτικό. Όσον αφορά τις κατεχόμενες περιοχές 180 χωράφια βρίσκονται σε χωριά της Αμμοχώστου (Αλόα, Σαλαμίνα, Σανταλάρης, Αχερίτου, Δαύλος) 39 στην Λευκωσία (Κυθρέα, Λουρουτζίνα), 10 στη Λάρνακα (Τρεμετουσιά) και 29 στην Κερύνεια (Κοντεμένος, Λάρνακα Λαπήθου, Ασώματος).