Φόρμα αναζήτησης

Οθωμανικά μνημεία στην αφάνεια

Στην αφάνεια έχουν περιέλθει τρία οθωμανικά μνημεία της Λεμεσού. Αγκάθι για την ανάδειξή τους είναι το καθεστώς διαχείρισής τους, καθώς μετά το 1974 παραχωρήθηκαν σε πρόσφυγες στο πλαίσιο των ενεργειών για την επαγγελματική τους επαναδραστηριοποίηση ή σε οργανωμένους φορείς και σωματεία. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα κακοδιαχείρισης αποτελούν τα οθωμανικά λουτρά της Λεμεσού. Το θέμα της ανάδειξής τους ανακινήθηκε για τελευταία φορά το 2017, μετά από χρόνια ατέρμονων συζητήσεων για την τύχη του μνημείου, στο οποίο δεν έγινε καμία συντήρηση για δεκαετίες. Στόχος ήταν τότε να περάσει η ευθύνη διαχείρισης των λουτρών στον Δήμο Λεμεσού, προκειμένου να ανοίξει ο δρόμος για την αποκατάστασή τους μέσω της Τεχνικής Επιτροπής για την Πολιτιστική Κληρονομιά. Το πράσινο φως είχε δοθεί τότε από το Υπουργείο Εσωτερικών, Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσίων, και είχαν ξεκινήσει επαφές μεταξύ του δημάρχου Νίκου Νικολαΐδη και των επικεφαλής της επιτροπής Τάκη Χατζηδημητρίου και Αλί Τουντζάι.

Ωστόσο και αυτή η προσπάθεια ναυάγησε καθώς η αποκατάσταση του μνημείου προϋπέθετε τερματισμό του συμβολαίου μίσθωσης από ιδιώτη. Και εδώ ακριβώς έγκειται το πρόβλημα. Τα λουτρά, γνωστά και ως Εσκί Χαμάμ, αφέθηκαν για χρόνια να καταρρέουν, εξαιτίας του καθεστώτος διαχείρισής τους. Ο ιδιώτης που έχει ακόμη τη διαχείριση του χώρου αδυνατεί να επωμιστεί το οικονομικό κόστος για την αποκατάσταση του μνημείου και αρνείται να το εγκαταλείψει, αν δεν του δοθεί ως αντάλλαγμα άλλο επαγγελματικό ακίνητο προκειμένου να βιοπορίζεται. Μιλώντας στον «Π» ο Ελληνοκύπριος επικεφαλής της επιτροπής Τάκης Χατζηδημητρίου υπέδειξε ότι πρέπει να ξεκαθαρίσουν το νομικό πλαίσιο που περιβάλλει τα λουτρά και το καθεστώς διαχείρισης του μνημείου. Η τεχνική επιτροπή, επισήμανε, επέδειξε ενδιαφέρον, αλλά αν δεν εγκαταλείψει τον χώρο ο ιδιώτης δεν μπορεί να γίνει τίποτα. «Δεν μπορεί», ανέφερε χαρακτηριστικά, «η Ευρωπαϊκή Ένωση να χρηματοδοτήσει ένα έργο το οποίο αφού ολοκληρωθεί θα το εκμεταλλεύονται στη συνέχεια ιδιώτες». Η αποκατάσταση των λουτρών είναι εφικτή και μπορεί να γίνει μόλις μετακινηθεί ο διαχειριστής και αφού συνταχθεί η σχετική μελέτη αποκατάστασης, υπέδειξε ο Τάκης Χατζηδημητρίου. Η προκαταρκτική εκτίμηση του κόστους αποκατάστασης φθάνει το ένα εκατομμύριο ευρώ. Η αποκατάστασή των λουτρών θεωρείται μια πράξη πολιτισμού γιατί θα φέρει σε χρήση, με όσο γίνεται καλύτερες συνθήκες, ένα ιστορικό μνημείο της πόλης, στο οποίο τόσο οι μουσουλμάνοι όσο και οι χριστιανοί κάτοικοι της πόλης συναντιόντουσαν επί μακρόν με έναν κοινό σκοπό, τη σωματική και ψυχική υγεία.

Τα λουτρά καταρρέουν

Η οικοδόμηση των λουτρών ανάγεται στον 16ο αιώνα. Εικάζεται ότι αντικατέστησαν προηγούμενα της Βενετικής Περιόδου, τα θεμέλια των οποίων βρίσκονται θαμμένα κάτω από το υφιστάμενο κτήριο. Πρόκειται για ένα ατμοσφαιρικό ιστορικό κτήριο που εξακολουθεί να χρησιμοποιείται, ωστόσο παραμένει άγνωστο στο ευρύ κοινό. Τα λουτρά κινδυνεύουν από τη φθορά του χρόνου και την απουσία κάθε είδους συντήρησης, ενώ ο μισθωτής έχει προβεί σε παράνομες επεμβάσεις με ξένα και ως επί το πλείστον ευτελή υλικά, που αλλοιώνουν τη μορφή του μνημείου. Το συντομότερο πρέπει να ληφθούν διορθωτικά μέτρα σε σχέση με την ύπαρξη νεότερων επιχρισμάτων τα οποία θα πρέπει να αφαιρεθούν, ενώ λόγω της εκτεταμένης υγρασίας θα πρέπει να διερευνηθεί η επάρκεια των ξύλινων στοιχείων της στέγης. Επίσης πρέπει να αποκατασταθεί η στεγανότητα της ξύλινης στέγης και να ελεγχθούν τα ανοίγματα. Σε συγκεκριμένα σημεία υπάρχουν μεγάλου εύρους ρωγμές οι οποίες έχουν επισκευαστεί πρόχειρα. Ιδιαίτερα σοβαρή κρίνεται η εξελισσόμενη αστοχία που φαίνεται να υπάρχει στη βορειοανατολική γωνία του κτηρίου, όπου παρουσιάζεται μετακίνηση της φέρουσας τοιχοποιίας και υποχώρηση της οροφής, η οποία πιθανόν να επηρεάσει και τον βορειοανατολικό θόλο.

Το τ/κ κινηματοθέατρο της Λεμεσού

Το ίδιο πρόβλημα συντήρησής του ως μνημείου εντοπίζεται και στην περίπτωση του τουρκοκυπριακού κινηματοθεάτρου της Λεμεσού Ταξίμ του 1958-1959, που μετά την εισβολή λειτούργησε με την επωνυμία «Απόλλων». Ένας υπερήλικας αρνείται να εγκαταλείψει τον χώρο, τον οποίο διαχειρίζεται με συμβόλαιο μίσθωσης, στη βάση του οποίου το χρησιμοποιεί ως αποθήκη, εμποδίζοντας τα σχέδια του δήμου για μετατροπή του σε πολιτιστικό χώρο με κονδύλια που εξασφαλίστηκαν από την ΕΕ.


Αντιθέτως καμία πρόνοια δεν υπάρχει για το τουρκοκυπριακό αρρεναγωγείο της Λεμεσού, μεγάλο τμήμα του οποίου μετατράπηκε σε αποθήκες ξυλουργείου, καθώς ο Δήμος Λεμεσού δεν έχει θέσει θέμα συμπερίληψής του στον κατάλογο έργων της Τεχνικής Επιτροπής για την Πολιτιστική Κληρονομιά.

Ένα σχολείο ρημάζει πίσω από λαμαρίνες

Κρυμμένο πίσω από λαμαρίνες και ένα κατάστημα πώλησης επίπλων βρίσκεται ένα όμορφο παλιό κτήριο, φορτισμένο με μνήμες της πολυτάραχης νεότερης κυπριακής Ιστορίας. Πρόκειται για το κτήριο του πρώην τουρκικού αρρεναγωγείου της Λεμεσού, το οποίο σήμερα φιλοξενεί χρήσεις εντελώς ασύμβατες με την αρχική. Μετά το 1974 και τη φυγή των Τουρκοκυπρίων το σχολείο έκλεισε και ένα μέρος του μετατράπηκε σε ξυλουργείο, ενώ ένα άλλο παραχωρήθηκε από την Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών του Υπουργείου Εσωτερικών σε δύο προσφυγικά σωματεία. Σύμφωνα πάντως με τις πινακίδες που είναι αναρτημένες στην πρόσοψη του κτηρίου, εδώ στεγάζεται ο Αθλητικός Μορφωτικός Σύλλογος Μακάριος Γ΄ και σύνδεσμος φιλάθλων του ΠΑΟΚ. Σήμερα το κυρίως μέρος του σχολείου καταλαμβάνεται από το ξυλουργείο της παρακείμενης εταιρείας επίπλων, ενώ το υπόλοιπο κτήριο δεν χρησιμοποιείται παρά ελάχιστες φορές τον χρόνο. Και όλα αυτά την ώρα που πολιτιστικοί και άλλοι κοινωφελείς οργανισμοί της Λεμεσού αναζητούν εναγωνίως χώρους για να στεγάσουν τις δραστηριότητές τους. Το κτήριο παραμένει ξεχασμένο από την πολιτεία και την τοπική αρχή, καθώς μετά την παραχώρησή του σε πρόσφυγες για την επαγγελματική τους αποκατάσταση και σε προσφυγικούς συλλόγους κανείς δεν ασχολήθηκε ξανά με αυτό. Ενδεικτική είναι η άγνοια των αρμόδιων φορέων στο ερώτημα του «Π» ποια είναι η σημερινή χρήση του κτηρίου. Στο παρελθόν καταβλήθηκε μια προσπάθεια για μετακίνηση του ξυλουργείου σε βιοτεχνικό υποστατικό στη Μουτταγιάκα. Ωστόσο στη συνέχεια κάθε προσπάθεια εγκαταλείφθηκε και το κτήριο παρέμεινε έρμαιο στη φθορά του χρόνου και σε βανδαλισμούς. Για την ιστορία, το τουρκικό αρρεναγωγείο της Λεμεσού ανεγέρθηκε το 1922 από την αποικιοκρατική κυβέρνηση σε σχέδια του Μαλτέζου αρχιτέκτονα Ιωσήφ Γκαφιέρο, στην αφετηρία της οδού Πάφου, τη σημερινή Μισιαούλη και Καβάζογλου.