Φόρμα αναζήτησης

Όταν ζωντανεύουν τα ερείπια της «Παλιάς Λεμεσού» (pics)

Για 12 χρόνια «οργώνει» με αγάπη και γνώση το ιστορικό υπέδαφος της αρχαίας Αμαθούντας ο υπεύθυνος αρχαιολογικός λειτουργός Γιάννης Βιολάρης. Αυτή την περίοδο της καραντίνας στο σπίτι δεν υπάρχει καταλληλότερο άτομο για να μας ξεναγήσει εκεί νοερά, και μάλιστα να μοιραστεί μαζί μας προσωπικές εμπειρίες από τον χώρο, ο οποίος από τον Μεσαίωνα μέχρι σήμερα ονομάζεται από τους κατοίκους της σύγχρονης Λεμεσού «Παλιά Λεμεσός». Πρόκειται για μία σημαντική πόλη της αρχαίας Κύπρου, αλλά τόσο άγνωστη στο ευρύ κοινό. Κι ας είναι χιλιάδες όσοι καθημερινά περνούν από εκεί. Είτε νότια, με τον παραλιακό δρόμο να προσφέρει θέα στην ελληνιστική – ρωμαϊκή αγορά, είτε βόρεια, με τον αυτοκινητόδρομο να διασχίζει το βόρειο νεκροταφείο. Μέχρι σήμερα, τέτοια εποχή του χρόνου, τα αρχαία μονοπάτια καλούν τον επισκέπτη να τα ακολουθήσει ανάμεσα σε κυκλάμινα, ασφόδελους και ανεμώνες, που ξεφυτρώνουν από τις ξερολιθιές και υποδέχονται τους ήχους των μελισσών -παραπομπή στον συνδεδεμένο με την πόλη Ονήσιλο- και να τον οδηγήσουν τελικά στην κορυφή του «ιερού λόφου».

 

Στην ακρόπολη

«Εδώ βρίσκεται το ιερό της ‘Κύπριδας Θεάς’, η οποία σύμφωνα με επιγραφή, τουλάχιστον από τον 4o αι. π.Χ., ‘εξελληνίζεται’ και ονομάζεται Αφροδίτη. Μία γονιμική θεά την οποία έδωσε στον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο η Κύπρος, αλλά και προστάτιδά τους», αναφέρει στον «Π» ο Γιάννης Βιολάρης. Οι ριζικές μετατροπές που έγιναν κατά τον 5ο αι. μ.Χ., για το κτίσιμο τρίκλιτης βασιλικής, εξάλειψαν σε κάποιον βαθμό τα μνημεία της αρχαίας θρησκείας. Μοναδική εξαίρεση, τονίζει, τα δύο κολοσσιαία λίθινα πιθάρια – τα μεγαλύτερα μονολιθικά πιθάρια του αρχαίου κόσμου – που βρίσκονται στην είσοδο του αρχαίου ιερού και σχετίζονταν με τη λατρεία. Το ένα το εντοπίζουμε εκεί σπασμένο και το άλλο είναι αντίγραφο, διότι το πρωτότυπο μεταφέρθηκε το 1865 στο Λούβρο. Το δεύτερο σώζει τέσσερις ανάγλυφες λαβές που φέρουν παράσταση ταύρου και σύμβολα της λεγόμενης ετεοκυπριακής γλώσσας.

Ο λόφος της ακρόπολης. ©Τμήμα Αρχαιοτήτων

 

Εδώ ο αρχαιολόγος ανοίγει μία παρένθεση για να αναφέρει ότι στην Αμαθούντα έχουν ανακαλυφθεί συλλαβικές επιγραφές (8ος – 4ος αι. π.Χ.), που εκφράζουν μια άγνωστη γλώσσα, που έχει συμβατικά ονομαστεί ετεοκυπριακή και ενδέχεται να σχετίζεται με τη γλώσσα ή τις γλώσσες που ήταν σε χρήση στο νησί κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού. Όπως τονίζει, ο όρος αυτός αποτελεί νεολογισμό και χρησιμοποιείται για να στεγάσει τις συλλαβικές επιγραφές της Αρχαϊκής και Κλασικής Περιόδου που δεν αποδίδουν την ελληνική γλώσσα. Τέτοιες επιγραφές έχουν βρεθεί τόσο στο ιερό όσο και στο ανάκτορο της Αμαθούντας και φαίνεται ότι αποτελούσαν ένα από τα εργαλεία στήριξης και διάδοσης της βασιλικής ιδεολογίας του οίκου της Αμαθούντας.

Ομοίωμα ενός από τα δύο κολοσσιαία λίθινα πιθάρια που βρίσκονταν στην είσοδο του αρχαίου ιερού. Το αυθεντικό βρίσκεται στο Λούβρο και το άλλο εκεί σπασμένο. Το 2012 ο αρχαιολόγος Γιάννης Βιολάρης αντίκρισε εκεί μία «ιεροσυλία». ©Τμήμα Αρχαιοτήτων

 

«ana»

Επιστρέφοντας στην επιγραφή του πιθαριού, ο Γιάννης Βιολάρης μάς πληροφορεί ότι, όπως πολλές ετεοκυπριακές επιγραφές, αποδίδει τον τύπο a-na. Όπως έχει προταθεί, η λέξη αυτή ήταν ένας τύπος που εξέφραζε ίσως αφιέρωση προς τη θεότητα, «στη θεά». Τα αρχαία κυπριακά ιερά ήταν υπαίθρια, λέει εξάλλου σε ερώτησή μας, για να τονίσει ότι οι πρώτες ενδείξεις για κτίσματα ενδεχομένως λατρευτικού χαρακτήρα στον χώρο ανάγονται στην Ελληνιστική Περίοδο, οπότε και ανεγείρεται μια στοά δωρικού ρυθμού. Τον 1ο αι. μ.Χ. θα ανεγερθεί ένας μνημειακός πρόστυλος ναός, γεγονός που υποδεικνύει, σύμφωνα με τον αρχαιολόγο, τη σημασία του ιερού κατά τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορική Περίοδο.

«Η ανασκαφή ενός τάφου είναι μία καταστροφή, γι’ αυτό πρέπει προηγουμένως να καταγράψεις προσεκτικά τα πάντα», λέει στον «Π» ο κ. Βιολάρης.

 

Φόνος το 2012

Πολλές είναι οι ιστορίες που έχει να μοιραστεί ο Γιάννης Βιολάρης από την επαφή του με τον αρχαιολογικό χώρο. Αρκετές από αυτές απομακρύνονται από το επιστημονικό πεδίο, ωστόσο τον έχουν σημαδέψει ανεξίτηλα. Όσον αφορά τον χώρο του ιερού, δεν θα ξεχάσει, λέει, ποτέ τη μέρα που έγινε εκεί μία άγρια δολοφονία τουρίστριας από τη Ρωσία. Ήταν το καλοκαίρι του 2012, όταν μεσημεριάτικα η 45χρονη περπάτησε μέχρι την κορυφή, όπου δολοφονήθηκε άγρια από τον θύτη της. Ο Γιάννης Βιολάρης βρέθηκε για μοναδική φορά να μην κατατοπίζει στον χώρο επισκέπτες, αλλά αστυνομικούς που έψαχναν τεκμήρια. Σε μια άλλη διάσταση, για τον ίδιο η φονική πράξη στον ιερό χώρο της θεάς δεν θα μπορούσε παρά να εκληφθεί ως ύβρη. «Δεν γνωρίζω αν από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα χύθηκε ποτέ ανθρώπινο αίμα στο ιερό», διερωτάται, «εκτός βέβαια σε περιόδους πολέμου».

Γενικό τοπογραφικό σχέδιο. © Γαλλική Σχολή Αθηνών

 

Ο τάφος της Αριάδνης

Η μελέτη του αρχαιολογικού υλικού δείχνει ότι η λειτουργία του ιερού αρχίζει τον 8ο αι. π.Χ., ενώ γενικότερα η Αμαθούς αρχίζει να εμφανίζει κατάλοιπα της ανθρώπινης δραστηριότητας ήδη από τον 11ο αι. π.Χ. Τα τεκμήρια αυτά αυξάνονται κατά τη Γεωμετρική Περίοδο, όπως φαίνεται και από τους τάφους που βρέθηκαν στις νεκροπόλεις. «Την αρχαιότερη ανθρώπινη δραστηριότητα στον χώρο του ιερού μαρτυρεί ένας λαξευτός σε βράχο τάφος στο βόρειο άκρο του λόφου, τον οποίο η γαλλική αρχαιολογική αποστολή -με αυτήν άρχισαν το 1975 για πρώτη φορά οι συστηματικές ανασκαφές στην περιοχή- ονόμασε συμβατικά «τάφο της Αριάδνης», λέει ο αρχαιολόγος. Στην Αμαθούντα σώζεται η κυπριακή παραλλαγή του μύθου της Αριάδνης: ο Θησέας φεύγοντας από την Κρήτη προσάραξε λόγω τρικυμίας στην Αμαθούντα, όπου άφησε την έγκυο Αριάδνη. Όταν επέστρεψε και έμαθε ότι η πριγκίπισσα της Κρήτης πέθανε χωρίς να γεννήσει, καθιέρωσε ετήσιες θυσίες προς τιμήν της. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο (1ος αι. μ.Χ.), ο οποίος βασίζεται στο έργο του Αμαθούσιου ιστορικού Παίωνα (5ος αι. π.Χ.), οι κάτοικοι της Αμαθούντας ονόμαζαν το ιερό άλσος όπου τάφηκε η Αριάδνη «άλσος της Αριάδνης-Αφροδίτης» και επιδείκνυαν εκεί τον τάφο της.

Ιερό Αφροδίτης, τάφος Αριάδνης. ©Τμήμα Αρχαιοτήτων

 

Ανάκτορο στην πλαγιά

Στη συνέχεια, ο Γιάννης Βιολάρης μάς προτρέπει να κατηφορίσουμε στη νότια πλαγιά της ακρόπολης, ανάμεσα σε μια πανδαισία χρωμάτων της φύσης αυτόν τον καιρό, και να καταλήξουμε στα μέσα περίπου της πλαγιάς, όπου βρίσκονται αρχιτεκτονικά κατάλοιπα ενός μεγάλου κτηριακού συγκροτήματος, το οποίο ταυτίστηκε από τους ανασκαφείς με το διοικητικό κέντρο της πόλης, το ανάκτορο. Η παλαιότερη φάση του ανακτόρου χρονολογείται στον 8ο αι. π.Χ., υπέστη όμως αρκετές αναπροσαρμογές στα χρόνια της λειτουργίας του. Βρέθηκαν μεγάλοι αποθηκευτικοί χώροι και μικρά – οικιακά ιερά, ενώ εντοπίστηκαν εργαστήρια, όπως επεξεργασίας χαλκού και μικρογλυπτικής. Το διοικητικό κέντρο εγκαταλείφθηκε οριστικά στα τέλη του 4ου αι. π.Χ., όταν τα κυπριακά βασίλεια καταλύθηκαν από τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

 

 

 

 

Παλάτι. ©Τμήμα Αρχαιοτήτων

Αργυρό δίδραχμο Επιπάλου. Συλλογή Πολιτιστικού Ιδρύματος. ©Πολιτιστικό Ίδρυμα Τράπεζας Κύπρου

 

Αργυρό νόμισμα Βασιλιά Πύρρου Αμαθούντας 385 π.Χ. ©Πολιτιστικό Ίδρυμα Τράπεζας Κύπρου.

 

Με τον «ιδιοκτήτη» του ιερού

Όσον αφορά την εγκατάλειψη ολόκληρης της πόλης, αυτό θα γίνει τον 7ο αι. μ. Χ., λόγω των αραβικών επιδρομών. «Σε κάποια χρονική φάση η Αμαθούντα άρχισε να καλλιεργείται», μας πληροφορεί ο Γιάννης Βιολάρης, καλώντας τον επισκέπτη να προσέξει τις ξερολιθιές (δομές) πάνω στις πλαγιές, οι οποίες ορθώθηκαν με υλικό των αρχαίων κτισμάτων, ώστε να δημιουργηθούν αναβαθμίδες για αγροτική καλλιέργεια. «Οι ‘καλές’ πέτρες χρησιμοποιήθηκαν από τα γύρω χωριά ως δομικό υλικό, ενώ οι υπόλοιπες έγιναν ξερολιθιές», συμπληρώνει. Μάλιστα, έχει να πει μια ενδιαφέρουσα ιστορία όταν ξενάγησε στον χώρο τους κατοίκους του Αγίου Τύχωνα και έτυχε να γνωρίσει τον τελευταίο «ιδιοκτήτη» του ιερού: «Ήταν ένας Κύπριος της Αγγλίας, που μου είπε ‘γιε μου, εσπέρναμεν δαπάνω’».

Το κολοσσιαίο λίθινο πιθάριo, που βρίσκεται στο Λούβρο. Χαρακτικό του Luigi Mayer, Λονδίνο 1803.

 

Επισκέπτες στον αρχαιολογικό χώρο. ©Τμήμα Αρχαιοτήτων

 

Τείχη, λιμάνι, αγορά

Εκτός από το ιερό και το διοικητικό κέντρο, μπορούμε να δούμε σε διάφορα σημεία τα αρχαία τείχη της πόλης, που προστάτευαν τόσο την ακρόπολη όσο και τον ευρύτερο αστικό χώρο και έφταναν μέχρι τη θάλασσα. Τα τείχη ενισχύθηκαν κατά την Ελληνιστική Περίοδο, οπότε κατασκευάστηκε το οχυρωμένο λιμάνι, πιθανόν από τον Δημήτριο Πολιορκητή. Τα ερείπιά του σώζονται σήμερα ποντισμένα και διακρίνονται, σύμφωνα με τον Γιάννη Βιολάρη, ανεβαίνοντας στην ακρόπολη, αλλά μπορεί να τα πλησιάσει και κάποιος που κολυμπά. Τα τείχη της πόλης ενισχύθηκαν επίσης κατά την Παλαιοχριστιανική Περίοδο λόγω των αραβικών επιδρομών και σώζονται στις πλαγιές της ακρόπολης, σε αρκετά καλή κατάσταση. Στους ανατολικούς πρόποδες της ακρόπολης και τον περιφραγμένο χώρο, όπου και το εκδοτήριο εισιτηρίων, βρίσκεται η ελληνιστική και ρωμαϊκή αγορά. «Οργανώνεται γύρω από μια λιθόστρωτη πλατεία, που περιβάλλεται από στοές στις τρεις πλευρές», σημειώνει. «Περιλαμβάνει το ελληνιστικό βαλανείο, τα ρωμαϊκά λουτρά της πόλης και δύο δεξαμενές με κρήνη, όπου ενδέχεται να υπήρχε και Νυμφαίο. Στην αγορά μεταφέρεται προφανώς και το διοικητικό και το οικονομικό κέντρο μετά την κατάλυση του βασιλείου και την εγκατάλειψη του ανακτόρου στα τέλη του 4ου αι. π.Χ.».

Παλαιοχριστιανικά τείχη. ©Τμήμα Αρχαιοτήτων

 

Η ελληνιστική και ρωμαϊκή αγορά. ©Τμήμα Αρχαιοτήτων

 

Παράλιο τείχος. ©Τμήμα Αρχαιοτήτων

 

Νεκροπόλεις

«Εκτός των τειχών, ανατολικά, βόρεια και δυτικά της ακρόπολης, αναπτύσσονται εκτεταμένα νεκροταφεία. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των τάφων της Αμαθούντας είναι η διαχρονικότητα, εφόσον το μεγαλύτερο ποσοστό τους παρουσιάζει μακρά και συνεχή διάρκεια χρήσεως συχνά από την αρχή της Αρχαϊκής μέχρι και τη Ρωμαϊκή Περίοδο. Στην Αμαθούντα έχουν βρεθεί επίσης οι αρχαιότεροι κτιστοί ή λαξευτοί με κτιστά στοιχεία τάφοι της Εποχής του Σιδήρου, οι οποίοι χρονολογούνται στις αρχές της Γεωμετρικής Περιόδου. Μέχρι σήμερα έχουν ανασκαφεί και στις τρεις νεκροπόλεις περίπου 1.000 τάφοι. Δυστυχώς, οι περισσότεροι βρέθηκαν συλημένοι. Ήδη από τον 16ο αιώνα έχουμε αναφορές για αρχαιοθηρικές δραστηριότητες στην Αμαθούντα».

 

Η Αμαθούντα προς τα ανατολικά. ©Τμήμα Αρχαιοτήτων

Για το έργο του αρχαιολόγου

Το 2009 ο Γιάννης Βιολάρης είχε την τύχη και τη χαρά να ανακαλύψει σε ανασκαφές του Τμήματος Αρχαιοτήτων πολύ σημαντικούς κτιστούς τάφους, στην περιοχή της ανατολικής νεκρόπολης. Συγκεκριμένα, χρονολογούνται στις αρχές της Γεωμετρικής Περιόδου, δηλαδή είναι από τους παλαιότερους που γνωρίζουμε για την αρχαία πόλη. Κάνει λόγο για μικρές κάψουλες χρόνου, γιατί ήταν τάφοι ασύλητοι και σχετικά αδιατάραχτοι, με όλες τις πληροφορίες τους που μπορούν να μας δώσουν. Συνεχίζοντας να μας μιλά για τη δουλειά ενός αρχαιολόγου, σημειώνει πώς στη συνέχεια ένας τέτοιος τάφος πρέπει να αντιμετωπιστεί ψυχρά και επιστημονικά, χωρίς μεγάλους ενθουσιασμούς και συγκινήσεις, για να τεκμηριώσεις όλα τα στοιχεία και να μην χάσεις τίποτα από αυτά. «Γιατί η ανασκαφή δεν είναι τίποτα άλλο παρά μία καταστροφή», εξηγεί. «Καταστρέφεις μία σκηνή, η οποία έμεινε εκεί 3.000 χρόνια και δεν μπορείς να τα βάλεις πάλι πίσω. Αν δεν είσαι συστηματικός, να τα φωτογραφίσεις όλα, να περιγράψεις, να τεκμηριώσεις, να μετρήσεις, να σχεδιάσεις, να κάνεις επιτόπου παρατηρήσεις, δεν έκανες τίποτα, δεν διαφέρεις καθόλου από τους αρχαιοκάπηλους. Και φυσικά, στη συνέχεια πρέπει να μελετήσεις όλα τα ευρήματα και να τα δημοσιεύσεις. Αναμφίβολα όλη η ‘παλικαριά’ στην αρχαιολογική δραστηριότητα είναι η δημοσίευση και η ερμηνεία και όχι η ανακάλυψη».

 

Κατά τη διάρκεια ξενάγησης. ©Α. Χριστοφόρου

 

Αμαθούντα και εμπόριο

Όπως εξηγεί, το βασίλειο της Αμαθούντας, που ιδρύθηκε μετά τον 11 αιώνα π. Χ. στο κέντρο της νοτίου ακτογραμμής και ανάμεσα στις αρχαίες πολιτείες του Κιτίου και του Κουρίου, βρίσκεται σε κομβικό σημείο, πάνω σε σημαντικούς εμπορικούς δρόμους μεταξύ Ανατολής και Δύσης, δεχόμενο αναπόφευκτα πολιτιστικές επιδράσεις τόσο από το Αιγαίο, όσο και από την Ανατολή και την Αίγυπτο. Η περιφέρεια του βασιλείου απλωνόταν σε μια μεγάλη περιοχή, που περιελάμβανε καλλιεργήσιμη, δασώδη και χαλκοφόρο γη: στα δυτικά άρχιζε κάπου μεταξύ Αγίας Φύλαξης και Πολεμιδιών, μέχρι περίπου το χωριό Μαρώνι στα ανατολικά, ενώ περιελάμβανε το νοτιοανατολικό τμήμα της οροσειράς του Τροόδους, όπου βρίσκονταν τα σπουδαία αρχαία μεταλλεία της Καλαβασού. Η πρόσβαση σε πηγές χαλκού, οι οποίες εντοπίζονται στις υπώρειες της οροσειράς του Τροόδους, και η εμπορική τους εκμετάλλευση μέσω ενός λιμανιού έπαιξαν καίριο ρόλο στην ίδρυση, την εδραίωση και τη διάρκεια ζωής τόσο της Αμαθούντας όσο και των υπόλοιπων κυπριακών βασιλείων.

Οι ποντισμένοι μώλοι του ελληνιστικού λιμανιού, που πιθανόν κατασκευάστηκε από τον Δημήτριο Πολιορκητή. ©Ιάκωβος Χαραλάμπους

 

Τα ερείπιά του λιμανιού διακρίνονται, σύμφωνα με τον Γιάννη Βιολάρη, ανεβαίνοντας στην ακρόπολη. ©Τμήμα Αρχαιοτήτων

 

Έκθεση στο Μουσείο

Αξίζει να σημειωθεί ότι σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Λεμεσού ο επισκέπτης μπορεί να αντλήσει σημαντικές πληροφορίες για την Αμαθούντα και χρήσιμες για μια περιδιάβασή του στον αρχαιολογικό χώρο, μέσα από τη μόνιμη έκθεση «Αμαθούς, πόλις Κύπρου αρχαιοτάτη». Επιμελητής και συντονιστής της ομάδας που την ετοίμασε ήταν ο Γιάννης Βιολάρης. Η έκθεση εγκαινιάστηκε το 2016, με την ευκαιρία της επετείου των 40 χρόνων από την έναρξη των ανασκαφών της γαλλικής αποστολής στην Αμαθούντα. Η έκθεση καλύπτει μια μεγάλη χρονική περίοδο, από την προϊστορία μέχρι τα πρώτα χριστιανικά χρόνια. Διαρθρώνεται σε τέσσερις θεματικές ενότητες, όπου τα εκθέματα στηριζόμενα από το πληροφοριακό υλικό, διηγούνται την ιστορία της περιφέρειας και της πόλης της Αμαθούντας, δίνοντάς μας πληροφορίες για τον δημόσιο και ιδιωτικό βίο, τις λατρευτικές συνήθειες, τις ταφικές πρακτικές, καθώς και τις εμπορικές και πολιτισμικές επαφές. Η έκθεση κλείνει με σύντομη αναφορά στο γεγονός ότι οι κάτοικοι της Λεμεσού, τουλάχιστον από τον Μεσαίωνα μέχρι σήμερα, ονομάζουν την Αμαθούντα «Παλιά Λεμεσό», διατηρώντας έτσι ζωντανή τη μνήμη αυτής της σημαντικής πόλης της αρχαίας Κύπρου, η οποία ήταν πράγματι η προκάτοχος πόλη της σύγχρονης Λεμεσού».

 

Από τη μόνιμη έκθεση «Αμαθούς, πόλις Κύπρου αρχαιοτάτη» στο Αρχαιολογικό Μουσείο Λεμεσού. ©Τμήμα Αρχαιοτήτων

 

©Τμήμα Αρχαιοτήτων

 

Κεφάλι Αφροδίτης. © Ερατώ Καντούνα

 

 

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.