POWERED BY

Φόρμα αναζήτησης

Αποφάσεις δικαστών στον κάλαθο των αχρήστων



 

 

Σε μια χώρα που σέβεται το κράτος δικαίου οι αποφάσεις των δικαστηρίων εφόσον τελεσιδικήσουν και είναι πλέον δεσμευτικές, θα πρέπει να εφαρμόζονται αμέσως. Τι γίνεται όμως στις περιπτώσεις που έστω και αργά αποφαίνεται η δικαιοσύνη αλλά δεν αποκαθίστανται το δίκαιο και η νομιμότητα; Με ποιο τρόπο υποχρεώνονται οι κρατικές και ανεξάρτητες υπηρεσίες, ημικρατικοί οργανισμοί, δήμοι και κοινότητες να συμμορφωθούν με τις ακυρωτικές δικαστικές αποφάσεις που δεν είναι αρεστές; Πώς θα πρέπει να νιώθουν οι πολίτες που αναγκάζονται να προσφύγουν στα δικαστήρια για να βρουν το δίκιο τους αλλά το ίδιο το κράτος και υπηρεσίες του υπονομεύοντας και πλήττοντας το κράτος δικαίου δεν συμμορφώνονται;

 

Το φαινόμενο δεν είναι σημερινό: Ξεκάθαρες και αδιαμφισβήτητες δικαστικές αποφάσεις που έρχονται να αποκαταστήσουν το δίκαιο και τη νομιμότητα, που δεν αφήνουν περιθώρια άλλης ερμηνείας και επιλογής παρά συμμόρφωσης καταλήγουν στον κάλαθο των αχρήστων. Μαζί και οι όποιες ελπίδες των πολιτών για απόδοση δικαιοσύνης που παραμένει στα χαρτιά, καταγεγραμμένη σε μια πολυσέλιδη δικαστική απόφαση. Με τους πολίτες, εύλογα, να διερωτώνται σε ποιους να αποταθούν για να βρουν το δίκιο τους, για να εφαρμοστούν οι δικαστικές αποφάσεις! Τα φαινόμενα ανομίας και περιφρόνησης ακυρωτικών αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου που αφορούν, κυρίως, διορισμούς, προαγωγές, μεταθέσεις, αποσπάσεις, διαθεσιμότητες, αποστρατείες κ.ά. εξακολουθούν να παρατηρούνται ένεκα της απουσίας κυρώσεων στην κείμενη νομοθεσία. Παρόλο που η παράγραφος 5 του άρθρου 146 του Συντάγματος υποχρεώνει κάθε όργανο, αρχή και πρόσωπο σε ενεργό συμμόρφωση προς τις ακυρωτικές αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου, εντούτοις, δεν υπάρχει νομοθεσία που να καθορίζει τις κυρώσεις που δύνανται να επιβληθούν από το Ανώτατο Δικαστήριο στις περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με δικαστικές αποφάσεις.

 

Σε πολλές περιπτώσεις στο παρελθόν δεν υπήρξε συμμόρφωση με τις δικαστικές αποφάσεις με αποτέλεσμα να επιδικαστούν έξοδα εναντίον της Δημοκρατίας, να αμφισβητηθεί ευθέως η αξιοκρατία και να καταβληθούν υπέρογκα ποσά σε αποζημιώσεις στα πρόσωπα που προσέφυγαν ενώπιον της δικαιοσύνης και δικαιώθηκαν αλλά το δίκαιο δεν αποκαταστάθηκε από τη διοίκηση ή αποκαταστάθηκε ύστερα από μεγάλη αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των 59 αξιωματικών της Εθνικής Φρουράς που υποχρεώθηκαν στο παρελθόν σε πρόωρη αφυπηρέτηση ορισμένοι από την ηλικία των 47 χρόνων χωρίς μετρήσιμα κριτήρια για έναν και μοναδικό λόγο: Να τύχουν προαγωγής οι υφιστάμενοί τους. Αυτοί, λοιπόν, οι αξιωματικοί, με την εκπαραθύρωσή τους από το στράτευμα προσέφυγαν στο Ανώτατο Δικαστήριο προσβάλλοντας την απόφαση της υποχρεωτικής αποστράτευσής τους από το Ανώτατο Συμβούλιο Κρίσεων, το οποίο, προεδρεύετε από τον εκάστοτε υπουργό Άμυνας και συμμετέχουν ως μέλη ο αρχηγός της ΕΦ και δύο υπουργοί που ορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο. Το Ανώτατο Δικαστήριο δικαίωσε τους αξιωματικούς, επιβεβαιώνοντας το παράνομο της διαδικασίας που ακολουθήθηκε. Επέστρεψαν στην ενεργό υπηρεσία για να αποστρατευτούν ευθύς αμέσως από το Ανώτατο Συμβούλιο Κρίσεων. Προσέφυγαν ξανά στο Ανώτατο Δικαστήριο για να δικαιωθούν και πάλι για τους ίδιους λόγους. Επέστρεψαν στην ΕΦ για να αποστρατευτούν για τρίτη συνεχή φορά, διότι, στο μεταξύ τις θέσεις τους στην ηγετική πυραμίδα της ΕΦ κατέλαβαν υφιστάμενοί τους. Έτσι είναι που αποδίδεται η δικαιοσύνη; Τα «σπασμένα» από αυτές τις αυθαιρεσίες που συνοδεύονταν από διάτρητες νομικά αποφάσεις τα πλήρωσαν, τελικά, οι φορολογούμενοι πολίτες και όχι οι υπουργοί που παρανομούσαν. Συγκεκριμένα, το κράτος υποχρεώθηκε σε εξώδικο συμβιβασμό καταβάλλοντας στους εν λόγω αξιωματικούς το 2019 αποζημιώσεις και μισθούς συνολικού ύψους 4 εκατ. ευρώ.

 

Μια άλλη χαρακτηριστική περίπτωση ήταν οι προαγωγές αστυνομικών. Το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε συνολικά 10 ακυρωτικές αποφάσεις με την τότε ηγεσία της Αστυνομίας να επιμένει να προαγάγει τα ίδια πρόσωπα. Το αποτέλεσμα ήταν το κράτος να καταβάλει αναδρομικά μισθούς ύψους 300.000 ευρώ περίπου στους αστυνομικούς που δικαιούνταν την προαγωγή αλλά ετσιθελικά αρνείτο η τότε ηγεσία της Αστυνομίας να συμμορφωθεί. Γεγονός που προκάλεσε τότε την παρέμβαση του πρώην υπουργού Δικαιοσύνης Ιωνά Νικολάου υποχρεώνοντας τον αρχηγό της Αστυνομίας σε συμμόρφωση με τις δικαστικές αποφάσεις. Τέτοια απαράδεκτα φαινόμενα ανομίας συμβαίνουν και σε δήμους και σε κοινότητες. Η περίπτωση του κοινοτικού συμβουλίου Παλαιομετόχου αποτελεί παράδειγμα προς αποφυγήν. Ειδικότερα, τα μέλη του κοινοτικού συμβουλίου απέλυσαν το 2008 τον γραμματέα αφού τον έκριναν ένοχο σε πειθαρχικά αδικήματα. Το 2010 ο γραμματέας δικαιώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο, ακύρωσε την απόλυσή του κρίνοντας ως υπερβολική την ποινή που του επιβλήθηκε. Όμως αντί συμμόρφωσης εκδικάστηκε ξανά η υπόθεσή του από το κοινοτικό συμβούλιο και αποφάσισε εκ νέου την απόλυση του γραμματέα για να δικαιωθεί για δεύτερη φορά από το Ανώτατο Δικαστήριο το 2015. Αποτέλεσμα, ο γραμματέας να επιστρέψει στα καθήκοντά του και να λάβει αναδρομικά μισθούς σχεδόν οκτώ χρόνων χωρίς, μάλιστα, να εργαστεί. Και σ’ αυτή την περίπτωση τον λογαριασμό πλήρωσαν οι κάτοικοι της κοινότητας και όχι αυτοί που περιφρόνησαν τις δικαστικές αποφάσεις.

 

Πρόστιμο και διώξεις

Οι προσπάθειες για νομοθετική ρύθμιση του θέματος άρχισαν από το 2003 και συνεχίζονται μέχρι και σήμερα. Η τελευταία εξέλιξη που είχαμε ήταν στις 3/1/2018 όταν το Υπουργείο Δικαιοσύνης κατέθεσε για ψήφιση στη Βουλή το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται ως «ο περί Συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις Δικαστικές Αποφάσεις που Εκδίδονται Δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος Νόμος του 2017». Το εν λόγω νομοσχέδιο συγκαταλέγεται στα θεσμικά νομοσχέδια που περιλήφθηκαν στο πρόγραμμα διακυβέρνησης του Προέδρου Αναστασιάδη και σύμφωνα με τον πρώην υπουργό Δικαιοσύνης Ιωνά Νικολάου που συνέταξε το επίμαχο νομοσχέδιο «η συμμόρφωση με τις αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου αποτέλεσε μια από τις βασικές προτεραιότητες και κύριες δεσμεύσεις του προγράμματος διακυβέρνησης του Προέδρου της Δημοκρατίας στο πλαίσιο αποκατάστασης της αξιοκρατίας και ενίσχυσης της λογοδοσίας». Το εν λόγω νομοσχέδιο παραπέμφθηκε στην Επιτροπή Νομικών της Βουλής για συζήτηση όπου και εκκρεμεί. Όπως δήλωσε στον «Π» ο πρόεδρος της Επιτροπής Νομικών και βουλευτής του ΔΗΣΥ Γιώργος Γεωργίου είναι ένα από τα θέματα τα οποία θα περιληφθούν, προσεχώς, στην ατζέντα της επιτροπής για συζήτηση.

Ειδικότερα, το νομοσχέδιο προβλέπει τη διαδικασία συμμόρφωσης με τις δικαστικές αποφάσεις και ταυτόχρονα προνοεί τη δυνατότητα επιβολής κύρωσης σε περίπτωση που οποιοδήποτε όργανο, αρχή ή πρόσωπο παραβιάζει την υποχρέωση της ενεργούς συμμόρφωσης προς ακυρωτική απόφαση που εκδίδεται από το δικαστήριο. Μεταξύ άλλων το νομοσχέδιο προβλέπει τα ακόλουθα:

 

  • Την παραχώρηση αρμοδιότητας στα δικαστήρια να δίνουν οδηγίες ως προς τον ενδεικνυόμενο τρόπο συμμόρφωσης με τις αποφάσεις τους καθώς και τη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με ακυρωτική απόφαση.
  • Την επιβολή χρηματικής κύρωσης στο αρμόδιο προς συμμόρφωση όργανο, αρχή ή πρόσωπο ύψους μέχρι πέντε χιλιάδες ευρώ (5.000 ευρώ) και επιπρόσθετης χρηματικής κύρωσης ύψους μέχρι διακοσίων ευρώ (200 ευρώ) για κάθε μέρα συνέχισης της άρνησης συμμόρφωσης.
  • Η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων ή η προτροπή σε μη εκπλήρωση συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα για κάθε αρμόδιο υπάλληλο και σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι η παράλειψη συμμόρφωσης έγινε με δόλο ή βαριά αμέλεια ή με σκοπό να προσπορίσει ο υπάλληλος στον εαυτό του ή σε άλλον υπάλληλο παράνομο όφελος, τιμωρείται με την πειθαρχική ποινή της αναγκαστικής αφυπηρέτησης ή της απόλυσης.
  • Η επιβολή κυρώσεων δεν απαλλάσσει το όργανο, αρχή ή πρόσωπο από την υποχρέωση προς συμμόρφωση με την ακυρωτική δικαστική απόφαση.

 

Πιο αυστηρή η πρόταση νόμου

 

Στην προσπάθειά τους να καλύψουν το νομοθετικό κενό που υπάρχει, οι βουλευτές Γιώργος Περδίκης και Γιώργος Λιλλήκας κατέθεσαν στις 21/10/2016 σχετική πρόταση νόμου. Προτείνοντας κυρώσεις στο αρμόδιο προς συμμόρφωση όργανο, αρχή ή πρόσωπο από χρηματικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις 5.000 ευρώ μέχρι και φυλάκιση 12 μηνών. Πρόσθετα, εισηγούνται όπως το Ανώτατο Δικαστήριο επιβάλλει πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα 500 ευρώ την ημέρα για κάθε μέρα που συνεχίζει η περιφρόνηση του δικαστηρίου. Όπως αναφέρουν οι κ.κ. Περδίκης και Λιλλήκας στην αιτιολογική έκθεσή τους «με την ψήφιση της πρότασης νόμου προστατεύεται και νομοθετικά το κύρος της δικαστικής εξουσίας προς ικανοποίηση και του κοινού περί δικαίου αισθήματος που δεν δέχεται να διαφεύγει της τιμωρίας η διοίκηση, μη συμμορφουμένη σε δικαστικές αποφάσεις». Η επίμαχη πρόταση νόμου εκκρεμεί προς συζήτηση ενώπιον της Επιτροπής Νομικών της Βουλής και αναμένεται να συζητηθεί μαζί με το νομοσχέδιο.

 

Το 2005 αποσύρθηκε άρον-άρον

 

Οι προσπάθειες για νομοθετική ρύθμιση μας πάνε σχεδόν 18 χρόνια πίσω και συγκεκριμένα στις 3/4/2003 όταν με πρόταση νόμου το ΔΗΚΟ εισηγήθηκε τη διαδικασία και τις κυρώσεις που θα επιβάλλονται για όσους δεν συμμορφώνονται με τις αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου. Η πρόταση νόμου συζητήθηκε σε αρκετές συνεδρίες της κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών που πραγματοποιήθηκαν στο χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2003 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2004. Ωστόσο, η Επιτροπή Νομικών αποφάσισε να μην προωθήσει για ψήφιση την εν λόγω πρόταση νόμου εν αναμονή κατάθεσης σχετικού νομοσχεδίου σύμφωνα και με την πρόθεση που στο μεταξύ είχε εκφραστεί από την εκτελεστική εξουσία. Το νομοσχέδιο κατατέθηκε στη Βουλή από το Υπουργείο Δικαιοσύνης τον Νοέμβριο του 2004. Κατά τη σύνταξη του νομοσχεδίου λήφθηκαν υπόψη οι απόψεις και οι προβληματισμοί που είχαν τεθεί ενώπιον της Επιτροπής Νομικών στο στάδιο της μελέτης της πρότασης νόμου. Η συζήτηση του νομοσχεδίου άρχισε ενώπιον της Επιτροπής Νομικών στις 18/11/2004 και ολοκληρώθηκε στις 10/11/2005. Οι βουλευτές της Επιτροπής Νομικών θεωρώντας ότι η προτεινόμενη ρύθμιση θα συμβάλει σημαντικά στην εφαρμογή της αρχής της χρηστής διοίκησης, στην περιφρούρηση της αρχής του κράτους δικαίου και στη διασφάλιση του κύρους της δικαστικής εξουσίας, εισηγήθηκαν με σχετική έκθεση που κυκλοφόρησαν στις 22/11/2005 στην ολομέλεια της Βουλής την ψήφιση του υπό αναφορά νομοσχεδίου σε νόμο. Στα μερικά 24ωρα που μεσολάβησαν μέχρι την πραγματοποίηση της συνεδρίας της ολομέλειας του Σώματος, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και η Νομική Υπηρεσία απέσυραν άρον-άρον το νομοσχέδιο χωρίς να δίνονται εξηγήσεις. Λέχθηκε απλώς από μέρους τους ότι θα δημιουργηθούν μεγάλα προβλήματα με την ψήφιση του νομοσχεδίου που οι ίδιοι συνέταξαν και κατέθεσαν στη Βουλή για ψήφιση.

 

Ζήτησε νόμο από το 2001 το Ανώτατο

Για την ανάγκη θέσπισης νομοθεσίας που να προβλέπει ποινές στις περιπτώσεις περιφρόνηση δικαστικών αποφάσεων υποδεικνύεται και σε σχετική επιστολή του Ανώτατου Δικαστηρίου προς τη Βουλή ημερομηνίας 15/10/2001. Συγκεκριμένα, στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται ότι το Ανώτατο Δικαστήριο εισηγείται τη θέσπιση νομοθεσίας ως επακόλουθο σχετικής νομολογίας του Ανώτατου Δικαστηρίου που θα αποσκοπεί στην τιμωρία αυτών που περιφρονούν τις αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου που εκδίδονται με βάση το άρθρο 146 του Συντάγματος.

 

Σωφρόνης Κληρίδης/Χρυσά διαβατήρια: «Από το this is Cyprus και το εγώ εν τζιαι… στο τικ τικ τζιαι επέρναν» (ηχητικό)

 

Άνοιξε ο δρόμος εκκαθάρισης της πρώην Λαϊκής Τράπεζας

 

Βρήκε τον μπελά του ο Αρχιεπίσκοπος με τον απατεώνα Λόου

 

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.