Φόρμα αναζήτησης

Ήρθα στην Κύπρο από την Ελλάδα για να γνωρίσω έναν ήρωα (βίντεο)

Πριν την κάθοδό της στην Κύπρο στις 31 Αυγούστου του 1960, η εξ Αθηνών νεαρή καθηγήτρια Στέλλα Λοϊζίδου είχε ήδη ζήσει την κατοχή, την προσφυγιά, την πείνα, τον εμφύλιο. Ένα παιδί που γεννήθηκε το 1929 από αστική οικογένεια, με πατέρα αξιωματικό του στρατού, που μεγάλωσε με πιάνο και γαλλικά, και που κατάφερε να επιβιώσει μέσα στο σκληρό περιβάλλον που επέβαλαν οι Γερμανοί. Στην πρώιμη εφηβεία της έζησε τον ενθουσιασμό του αλβανικού μετώπου πλέκοντας μαζί με τις αδελφές της κάλτσες για τους Έλληνες στρατιώτες. Τον χειμώνα του ’42 όταν ο πληθωρισμός ήταν στα ύψη και χρειαζόσουν μια σακούλα χρήματα για να πάρεις μια φέτα ψωμί, τα πρόσωπά τους είχαν πια εμφανή τα σημάδια της αβιταμίνωσης. Απ’ τα μάτια του πατέρα της κρέμονταν κάτι σακούλες, θυμάται, και είχαν πρηστεί. Σώθηκε με έναν τενεκέ λάδι που είχε αγοραστεί από μαυραγορίτες. «Ο κόσμος πέθαινε στον δρόμο. Τους μάζευαν τα κάρα του δήμου σαν σκουπίδια και τους έθαβαν σε ομαδικούς τάφους. Ήταν φοβερά πράγματα». Δύσκολα χρόνια… Για να επιβιώσουν πούλησαν τα υπάρχοντά τους για μερικές δεκάρες και οδηγήθηκαν στην εσωτερική προσφυγιά. Ανέβηκαν στη Μακεδονία, σε ένα χωριό του Κιλκίς όπου ήταν λιγότερο βασανιστικά παρά τις τραγικές καταστάσεις λόγω του εμφυλίου. Είχε άμεση επαφή με τις θηριωδίες αφού στον δρόμο για το γυμνάσιο έπρεπε να περάσει μπροστά από την Αστυνομία όπου πολλές φορές στο απέναντι πεζοδρόμιο υπήρχαν κεφάλια εκτελεσμένων προς αναγνώριση, αλλά πέρασε ίσως τα πιο ανέμελα, τα πιο χαρούμενα χρόνια της παιδικής ζωής της.

Η Στέλλα Λοϊζίδου μαζί με την κόρη της Ξένια. Θυμάται πως την περίοδο του ’60 η Πάφος είχε μια εντυπωσιακή πνευματική κίνηση για μια πόλη των 5000 κατοίκων. Θυμάται επίσης τα απέραντα βοσκοτόπια, τις ρεματιές. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν υπάρχουν σήμερα με την ανάπτυξη που πήρε η πόλη

Διαδήλωση για την ΕΟΚΑ

Το 1951 μπήκε στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Την εποχή των φοιτητικών της χρόνων ξεκίνησε και η γνωριμία της με την Κύπρο.

«Όταν εκτέλεσαν τον Καραολή και τον Δημητρίου και ως φοιτήτρια πήρα μέρος σε μια διαδήλωση, αποφάσισα όταν πάρω το πτυχίο μου ότι θα πάω στην Κύπρο για να γνωρίσω αυτούς τους σύγχρονους Έλληνες. Ήρωες. Και πραγματικά ύστερα από μερικούς μήνες πήρα το πτυχίο μου και ζήτησα να έρθω. Πήγα στο γραφείο σχολών αλλοδαπής και μου είπαν πως ‘τώρα οι Άγγλοι έχουν αγριέψει. Διώχνουν και εκείνους τους εξ Ελλάδος που βρίσκονται στην Κύπρο’. Έτσι λοιπόν δούλεψα τέσσερα χρόνια σε γυμνάσια της Ελλάδας μέχρι το 1960».

Το Πολέμι στον χάρτη

«Το ’60 μάθαμε ότι από το ’59 είχαν υπογραφεί ο συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου. Εγώ μόλις τελείωσα το σχολικό έτος και έληξε η υποχρέωσή μου να βρίσκομαι στο σχολείο, πήγα στο γραφείο σχολών αλλοδαπής ξανά και τους είπα ότι θέλω να πάω στην Κύπρο. Έτυχε να είναι εκεί ο κ. Κλεάνθης Γεωργιάδης, μακαρίτης, αείμνηστος εξαιρετικός άνθρωπος, ήταν ο πρώτος λειτουργός Παιδείας στην Κύπρο, μου λέει και είχε έτσι και μια όμορφη φωνή: ‘Έχω μια θέση στο Πολέμι, θέλετε;’. Του λέω ‘όπου κι αν με στείλετε θα πάω με χαρά’.

Υπέγραψα τη σύμβασή μου και βγήκα στο γραφείο του γραμματέα που είχε έναν μεγάλο χάρτη και κοίταζα να δω πού είναι αυτό το Πολέμι που διορίστηκα. Ο γραμματέας μου λέει, ‘τι ψάχνετε δεσποινίς;’. Του λέω διορίστηκα σε μια πόλη που τη λένε Πολέμι. ‘Μην την ψάχνετε’, μου λέει, ‘δεν την έχει ο χάρτης’».

Η τολμηρή απόφαση

Ήταν μια τολμηρή απόφαση της Στέλλας Βιδάλη αλλά το ήθελε πολύ. «Ήθελα πάρα πολύ να έρθω στην Κύπρο. Θα ερχόμουν για δύο χρόνια. Έτσι είπα στους γονείς μου. Και ήταν πολύ φιλελεύθεροι άνθρωποι και μορφωμένοι και κατάλαβαν. Τα δύο χρόνια έγιναν μια ολόκληρη ζωή. Ήταν πολύ τολμηρό. Να φανταστείτε εκείνη την εποχή, εδώ στην Κύπρο, οι γονείς δεν πάντρευαν τις κόρες τους στη Λευκωσία γιατί δεν ήθελαν να ξενιτευτούν! Αν η Πάφος, όπως τη γνώρισα τότε, θεωρούσε ξενιτιά τη Λευκωσία, οι δικοί μου οι γονείς τι να πουν που έφευγα μόνη μία κοπέλα, η οποία δεν μπορώ να πω πως ήμουν και πάρα πολύ του κόσμου, δεδομένου ότι είχα μορφωθεί μέσα σε χριστιανικό οικοτροφείο».

«Μεν κλαίετε δεσποσύνη»

«Εν πάση περιπτώσει ήθελα πάρα πολύ να έρθω. Ταξίδεψα με το Mediterranean. Λιμάνι για να ελλιμενιστεί ένα τέτοιο πλοίο δεν υπήρχε. Έριξε άγκυρα μακριά και ήρθαν βαρκούλες και μας μετέφεραν με κάτι βρακάδες θυμούμαι, τους είδα κι ενθουσιάστηκα, και καθώς πλησιάζαμε στο λιμάνι της Λεμεσού είδα τις δύο σημαίες στην προκυμαία να κυματίζουν, η κυπριακή και η ελληνική και συγκινήθηκα. Ο βαρκάρης μου λέει: ‘μεν κλαίετε δεσποσύνη, εννά περάσετε καλά’. Τώρα για να είμαι ειλικρινής και με την προφορά εκείνη δεν τα πολυκατάλαβα, αλλά πώς μέσα στη συγκίνησή μου να εξηγήσω πως δεν αμφιβάλλω για αυτό. Φτάσαμε στην προκυμαία, ρώτησα πώς μπορώ να πάω στην Πάφο γιατί ήξερα πια τι δρομολόγιο θα ακολουθήσω. Μου είπαν ‘να πάτε στην ΚΕΜ’. Το λεωφορείο θα έφευγε σε λίγα λεπτά και έτσι η μόνη άδεια θέση που ήταν κενή ήταν στο βάθος. Έτσι μπορούσα να έχω μπροστά μου όλον τον κόσμο τον κυπριακό».

Η Στέλλα μόλις έφτασε στην Πάφο το 1960

Κατσίκα στο λεωφορείο

«Η πρώτη εντύπωση ήταν πως ο κόσμος της Κύπρου ήταν ένας χαρούμενος κόσμος. Χειρονομούσε, μιλούσε δυνατά, γελούσαν, μιλούσε ο ένας στον άλλο στην άλλη άκρη, γινόταν ένας πανζουρλισμός μέσα στο αυτοκίνητο. Πράγμα που μου έκανε εντύπωση γιατί στα λεωφορεία της Αθήνας που μπαίναμε, ο καθένας με το πρόβλημά του σκυθρωποί, αμίλητοι. Αυτός ο κόσμος ήταν χαρούμενος, οι άνδρες φορούσαν βράκες, μερικοί εντυπωσιακές. Εντυπωσιάστηκα με τις μακριές ποδιές που φορούσαν οι γυναίκες, μερικές που θα κατέβαιναν σε χωριά, φορούσαν μακριά μανίκια. Ήταν μια συντηρητική κυπριακή στολή. Εκείνο που με κάνει να θυμάμαι πιο πολύ αυτό το ταξίδι είναι ότι τα αυτοκίνητα της ΚΕΜ το ένα τρίτο στο τέλος, το είχαν χωρίς καθίσματα για τις αποσκευές των ανθρώπων. Και μεταξύ των άλλων υπήρχε και μία κατσίκα η οποία τραβούσε το σκοινί της, το μεγάλωσε τόσο και μ’ έφτασε. Εγώ ήμουν στο τελευταίο κάθισμα και άρχισε να μασουλάει τη ζακέτα μου. Δεν ήξερα πώς να της συμπεριφερθώ, ‘ξου’ της έλεγα, τίποτα. Ώσπου σηκώθηκε ένας βρακάς ήρθε και της κόντυνε το σκοινί. Αυτό με έκανε να θυμάμαι ότι τέλη Αυγούστου ταξίδευα με ζακέτα στην Κύπρο και ήταν απόγευμα. Τώρα σκέφτομαι πως δεν μπορώ να φορέσω αυτή τη ζακέτα στο τέλος Αυγούστου που ακόμα και μια ζεστή μπλουζίτσα μας ενοχλεί. Πόσο έχει αλλάξει το κλίμα. Τότε ζούσαμε την άνοιξη στην Κύπρο και ήταν άνοιξη. Και ένα καλοκαίρι πολύ όμορφο».

Βραστά κουλλούρκα

«Έφτασα στο ξενοδοχείο στην Πάφο. Το πρωί με ξύπνησε ένας πλανόδιος που φώναζε ‘βραστά κουλλούρκααα’. Τα κουλλούρκα, λέω, είναι τα κουλούρια, βραστά πώς γίνεται; Γιατί εμείς στην Ελλάδα βραστά λέμε ό,τι βράζει μέσα σε νερό. Πώς γίνονται τα βραστά κουλούρια; Λέω λοιπόν στον υπάλληλο του ξενοδοχείου, ‘μου φέρνετε δύο βραστά κουλούρια;’. Μου έφερε δύο ξεροψημένα και του λέω, μα εγώ του είπα βραστά και μου λέει πάλι: ‘καλό, καλό καύκουσιν’. Άρχισα τότε να προβληματίζομαι πως θα έχω δυσκολίες στη συνεννόηση».

Στον Μούτταλλο

Τη δεύτερη μέρα που έμεινε στο ξενοδοχείο πριν εγκατασταθεί στο Πολέμι, ήταν απόγευμα, πήγε να δει το ηλιοβασίλεμα από τον Μούτταλλο. «Μπήκα στον Μούτταλλο, ιδέα δεν είχα από Τ/Κ και τέτοια, έβλεπα πως ήταν και η ενδυμασία τους διαφορετική, στα καφενεία ήταν διαφορετικοί άνθρωποι. Ήξερα ότι είναι τουρκική συνοικία, μου το είπαν. Στο τέλος εκεί που κάθισα και θαύμαζα το ηλιοβασίλεμα, ήρθε μια γυναίκα, μια Τουρκάλα που είχε μέσα σε έναν περιφραγμένο χώρο λίγες κότες. Μου λέει, ‘τι κάνεις εδώ εσού;’. Της λέω, ‘ήρθα να δω το ηλιοβασίλεμα’. ‘Εν κάμνεις καλά’, μου είπε. ‘Να φύγεις’. Παραξενεύτηκα. Λέω μπορεί να μην το κατάλαβα καλά, αλλά το ύφος της ήταν σίγουρα εχθρικό. Βγαίνοντας από την τουρκική συνοικία με περίμενε η Αστυνομία. Ποια είστε, τι είστε. Μου εξήγησε η Αστυνομία ότι είναι επικίνδυνο και δεν πρέπει να το επαναλάβω».

Μελαχρινοί γαλανομάτηδες

«Την άλλη μέρα ανέβηκα στο Πολέμι. Εκεί άλλη συγκίνηση. Δεν είχαν έρθει ακόμη οι συνάδελφοι, το σχολείο ήταν κλειστό. Ήταν όμως κάτι παιδιά, ορισμένα από την Παναγιά, από τη Φύτη, κι από άλλα χωριά εκεί γύρω, από τη Χούλου, που έρχονταν νωρίτερα. Έπιασα κουβέντα μαζί τους και κάθισα εκείνη την ώρα και έγραφα στους δικούς μου, πόσο αξίζει ‘να έρθετε στην Κύπρο για να δείτε αυτά τα παιδιά, σκούρο χρώμα επιδερμίδας και γαλάζια μάτια’. Ήταν κάτι πάρα πολύ συγκινητικό. Με εντυπωσίασε».

Όπως μας αφηγείται η Στέλλα τα σχολεία ήταν περιφερειακά εκείνη την εποχή. Όλη η γύρω περιοχή της επαρχίας Πάφου μόνο ένα γυμνάσιο είχε, αυτό στο Πολέμι όπου είχε διοριστεί. Εκεί φοιτούσαν γύρω στα 150 παιδιά.

Δρόμοι για… θεία κοινωνία

Πίσω σε εκείνο το πρώτο πρωινό στο σχολείο. «Σε λίγο έφθασε και η Σχολική Εφορία. Κάτι βρακάδες λεβεντάνθρωποι. Μου είπαν ‘εσείς δεν θα φύγετε. Δεν θα πάτε στην Πάφο. Θα μείνετε εδώ. Θα είστε υπεύθυνη του οικοτροφείου’. Το οικοτροφείο ήταν ένα σπιτάκι με δύο δωμάτια και θα φιλοξενούσε τρία κοριτσάκια. Ένα από τη Φύτη, τη Μαρίνα και δύο από τη Χούλου, την Αρετή και την Ελενίτσα. Οι άλλοι συνάδελφοι εξ Ελλάδος και Κύπριοι πηγαινοέρχονταν στην Πάφο. Ήταν και ο δρόμος χάλια, έπρεπε να κοινωνήσεις για να αποφασίσεις εκείνο το ταξίδι. Τους είπα εγώ θέλω να μείνω για να γνωρίσω την Κύπρο και τους ήρωες της Κύπρου. Δεν έχω καμία αντίρρηση. Και έμεινα στο οικοτροφείο. Δεν είχαμε νερό. Παίρναμε νερό από κοινοτικές βρύσες. Δεν είχαμε φως. Ανάβαμε λάμπες πετρελαίου. Πολλές δυσκολίες. Αλλά ο ενθουσιασμός μου ήταν τέτοιος που ζήτησα αμέσως ύστερα από λίγες μέρες να οργανώσω τη βιβλιοθήκη και έμενα από το πρωί που πήγαινα μέχρι το βράδυ. Βοηθούσα τα παιδιά στα μαθήματά τους και οργάνωνα τη βιβλιοθήκη. Όταν γύριζα ήταν ώρα πια να ανάψω τη λάμπα και να αρχίσω δουλειά με τις εκθέσεις, τα γραπτά, τα διαγωνίσματα. Στις κενές μου ώρες έκανα περιπάτους. Τις Κυριακές το απόγευμα πηγαίναμε περίπατο με τις κοπέλες που ήταν στο οικοτροφείο μέχρι κάτω στο Λεμονάρι, μια περιοχή, και τραγουδούσαμε. Δεν είχα πολλή επαφή με τον κόσμο γιατί δεν είχα χρόνο, αλλά ήταν φιλόξενος. Τα παιδιά με αγάπησαν και όταν με έβλεπαν αργότερα στην Πάφο μου έλεγαν ‘επισκάσαμεν σας κυρία’ (σ.σ. σας πεθυμήσαμε)».

Ο Βρασίδας και οι τσούρες

Στο Πολέμι πέρασε εννέα μήνες με πολλή δουλειά, με πολλή χαρά με πάρα πολλή αγάπη. Ο ενθουσιασμός της ήταν τόσος ώστε να την κάνει να σκεφτεί τρόπους που θα έκαναν ευχάριστο το μάθημα στους μαθητές… Η νεαρή καθηγήτρια δίδασκε στα παιδιά, που τα περισσότερα ξυπνούσαν το πρωί και έβοσκαν τις κατσίκες, και κουρασμένα πια πήγαιναν στο σχολείο, την Ιστορία δραματοποιημένα. Τους έκανε θέατρο για να μπορούν να κατανοήσουν κείμενα όπως η Ιλιάδα και η Οδύσσεια ή παραστάσεις από την Ιστορία.

«Είχα έναν μαθητή, τον Βρασίδα, πολύ αδύναμο στα μαθήματα. Όταν θα κάναμε μια αναπαράσταση της αρχαίας θυσίας, για να καταλάβουν τα παιδιά πώς ήταν ο βωμός είχα ζητήσει να φέρει κάποιος ένα περιστέρι και να υποδυθεί τον ιερέα. Ο Βρασίδας σήκωσε το χέρι του και είπε ‘θα φέρω εγώ το περιστέρι και θα είμαι εγώ ο ιερέας’. Τον ντύσαμε εκεί, είχαμε φέρει ένα σεντόνι, του έβαλα μία πόρπη, και του είπα: ‘Βρασίδα, δεν θα το σφάξουμε το περιστεράκι, θα κάνουμε τη θυσία εικονικά’. Μέχρι να το πω εγώ, ο Βρασίδας το αποκεφάλισε. Μια άλλη φορά τους είπα να μάθουν απ’ έξω το προοίμιο της Οδύσσειας σε μετάφραση. Είχαμε αρχίσει τότε να διδάσκουμε την αρχαιογνωσία από μεταφράσεις. Την επόμενη φορά που είχαμε μάθημα ο Βρασίδας πρώτος το χέρι του. Αμφέβαλλα και άρχισε και μου το είπε όλο φαρσί. ‘Μπράβο Βρασίδα, πώς τα κατάφερες;’, του είπα; Μου λέει ‘κυρία εγώ μόλις πάω στο σπίτι ο πατέρας μου μού δίνει τις τσούρες να πάω να τις βοσκήσω. Το ’γραψα σε ένα χαρτούδι και το ’βαλα μέσα στο σάκκο μου και όταν ησύχαζαν οι τσούρες εγώ το είπα πολλές φορές και το έμαθα. Είχαν τέτοιο ενθουσιασμό οι μαθητές μου. Η αγάπη και ο ενθουσιασμός εμπνέουν. Ό,τι αγαπάτε το κάνετε ωραία…»

Ένας πραγματικός αγωνιστής

Οικογενειακή φωτογραφία από τον γάμο της αδελφής της Στέλλας, της Ειρήνης. Τη νύφη πλαισιώνουν οι γονείς της Στέλλας. Όρθιοι από αριστερά ο Γιάννης και η Στέλλα

«Να σας πω πώς γνώρισα τον άνδρα μου. Στη σχολική γιορτή ήρθαν δυο καθηγητές, αδέλφια δίδυμοι, τους οποίους εγώ λίγο είχα γνωρίσει στη διάρκεια του σχολικού έτους μέσω της φίλης μου Μαίρης Γιαννοπούλου. Εργάζονταν μαζί στο λύκειο. Ήρθαν λοιπόν από την Πάφο να δουν τη γιορτή μας. Όταν τελείωσε μας πρότειναν με τη Μαίρη να πάμε μια εκδρομή στη Χρυσορογιάττισα. Εκεί στα περίχωρα σε κάτι νερά από τα οποία πήρε τα τελευταία χρόνια ύδρευση ο Κάθηκας, το χωριό από το οποίο κατάγονταν, είχα την ευκαιρία να γνωρίσω καλύτερο τον Γιάννη Λοΐζίδη. Ήταν τόσο πολύ ίδιοι με τον Χάρη, τόσο που δεν τους ξεχώριζα. Ο Γιάννης μου διηγήθηκε ότι ήταν αγωνιστής της ΕΟΚΑ. Απέρριψε την υποτροφία του για να σπουδάσει Φιλοσοφία στο Μόναχο, γιατί εκείνες τις μέρες που πήρε την υποτροφία κηρύχθηκε η έναρξη του αγώνα της ΕΟΚΑ. Και προτίμησε να φύγει κρυφά και να έρθει στην Κύπρο για αγωνιστεί. Εγώ τρελάθηκα. Για αυτό ήρθα στην Κύπρο. Για να γνωρίσω αυτούς τους ήρωες. Τέτοια θυσία! Το να πετύχεις τέτοια υποτροφία στο Μόναχο εκείνη την εποχή ήταν μεγάλη υπόθεση. Αλλά αυτόν τον συνεπήρε ο αγώνας της ΕΟΚΑ. Ήρθε λοιπόν στην Κύπρο και τότε ήταν πάρα πολύ λίγοι οι καθηγητές, διορίστηκε γυμνασιαρχεύων στην Πόλη Χρυσοχούς. Εκεί ήταν γυμνασιάρχης ο Παύλος Παυλίδης, ένας εξαιρετικός φιλόλογος τον οποίο όμως έδιωξαν οι Άγγλοι. Εκεί ο Γιάννης οργάνωσε την ΕΟΚΑ. Μαθητές του πήραν μέρος στον αγώνα, τους όρκιζε ο Γιάννης, πολύ γρήγορα συνδέθηκε με τον πατέρα Σταύρο Παπασταύρου που ήταν σχεδόν ο πνευματικός της οργάνωσης και του έδωσε την άδεια να ορκίζει αγωνιστές. Όρκισε λοιπόν αγωνιστές, και μαθητές του σχολείου. Τους φιλοξενούσε στο σπίτι του, τους τάιζε, έκρυβε όπλα… Όλα αυτά μαθεύτηκαν στους Άγγλους, το 1957 πρέπει να ήταν, και τον συνέλαβαν. Τον πήγαν στο στρατόπεδο της Πύλας, και απ’ εκεί στην Ομορφίτα. 29 μέρες απίστευτα βασανιστήρια…»

Βασανιστήρια και Αλτσχάιμερ

Ο Γιάννης, με τον οποίο κατά μία περίεργη σύμπτωση είχαν γεννηθεί τον ίδιο χρόνο, την ίδια μέρα, την ίδια νύχτα, φρόντισε τον επόμενο χρόνο να μετατεθεί στην Πάφο η Στέλλα.

«Εκεί γνωριστήκαμε καλύτερα, συνδεθήκαμε, και το 1963 παντρευτήκαμε. Έτσι από τότε έμεινα πια στην Πάφο και άφησα τη θέση μου στην Αθήνα. Ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος, όχι μόνο αγωνιστής αλλά και άνθρωπος. Δεν θέλησε ποτέ μα ποτέ να αξιοποιήσει τη θυσία του. Έμεινε ταπεινός και ήσυχος. Του έκαναν πρόταση να γίνει επιθεωρητής κατ’ επανάληψη γιατί ήταν πολύ δυνατός φιλόλογος, δεν δέχτηκε, έμεινε στην Πάφο και εκεί δυστυχώς επαλήθευσε αυτά που του είχαν πει στα βασανιστήρια. ‘Μας κάνετε τον ήρωα, αλλά θα μας θυμηθείτε στα 60 σας’, του είχαν πει. Στα 59 άρχισε να έχει πονοκεφάλους, κοιμόταν πολλή ώρα και γενικά κλείστηκε στον εαυτό του. Η διάγνωση ήταν Αλτσχάιμερ». Σύμφωνα με τις ιατρικές γνώμες τα βασανιστήρια μπορεί να οδηγήσουν σε Αλτσχάιμερ.

Η αλλαγή των Κυπρίων με τα χρόνια

Εκδρομή στη Σαλαμίνα το 1966. Η Στέλλα ήταν έγκυος στο δεύτερο παιδί της

Όταν ήταν αρραβωνιασμένοι, μας αφηγείται η Στέλλα, ο Γιάννης την πήρε στο Πολέμι σε μια γιορτή που ήταν καλεσμένος και ο τότε συνομιλητής, Γλαύκος Κληρίδης. «Ήμουν η μόνη γυναίκα στο τραπέζι και ο Κληρίδης μου απηύθυνε τον λόγο και με ρώτησε τι με έκανε να μείνω στην Κύπρο. Και του είπα η απλότης και η ταπεινοφροσύνη των ανθρώπων. Δεν έχουν εκείνο τον κομπασμό που σε απωθεί. Γλυκύτατοι άνθρωποι. Και πιο πολύ φυσικά η γλυκύτητα του Γιάννη. Εμένα ο πόθος μου ήταν να γνωρίσω έναν ήρωα και τον είχα πια στο σπίτι μου. Αυτό με έκανε να μείνω στην Κύπρο».

Αθήνα 1965 με το νεογέννητο παιδί τους, Ξένια

Ο Γιάννης, η Στέλλα, φιλικό τους πρόσωπο και τα δυο παιδιά τους, Ξένια και Μιχάλης, στο σπίτι τους στην Πάφο

Η μεγάλη στροφή

Η Στέλλα περιγράφει τους Κύπριους εκείνης της εποχής ως απλούς ανθρώπους, φιλόξενους και ομιλητικούς, απλά υπέροχους ανθρώπους που το «κοπιάστε», το ‘χαν στην άκρη των χειλιών τους. «Σήμερα άλλαξε πάρα πολύ η Κύπρος. Κυρίως οι άνθρωποι. Ήταν απλοί, ταπεινοί, ευπροσήγοροι και χαρούμενοι άνθρωποι και τίμιοι πάνω απ’ όλα. Σήμερα δεν βρίσκεις τέτοιους Κύπριους. Όταν ήρθα οι Κύπριοι ήταν υπερήφανοι και για τη δουλειά τους και για την οποιαδήποτε εξυπηρέτηση ζητούσες. Και δυστυχώς λυπάμαι που το λέω αλλά το ψάρι βρομάει από το κεφάλι. Και όλα αυτά τα παραδείγματα των πολιτικών μας και των άλλων διευθυντών τραπεζών κ.λπ. που έβγαζαν τα χρήματα με τις βαλίτσες έξω έφεραν κάποια διλήμματα στους ανθρώπους. Διερωτάσαι, δεν είναι αλήθεια ότι αυτό που μαθαίνουμε στο σχολείο ότι η τιμιότητα είναι μεγάλη αρετή, είναι βλακεία. Γιατί κοιτάξτε και τον τάδε… Βάζουν κάθε τόσο έναν στη φυλακή προς εξιλέωση όλων των άλλων που ανενόχλητοι συνεχίζουν να τρώνε».

Τα αρχαία, τα κυπριακά και η πεθερά

Αυτό που εντυπωσίαζε τη Στέλλα ήταν η κυπριακή διάλεκτος και η επιβίωση καθαρά αρχαίων λέξεων. «Το ‘μεν το κάμνεις’, είναι καθαρώς αρχαία ελληνική προφορά. Ήταν πολύ εντυπωσιακό. Τόσο που έβαζα τους μαθητές μου και παραλλήλιζαν αρχαίες ελληνικές λέξεις με κυπριακές. Επίσης όταν αρραβωνιάστηκα ανεβήκαμε πάνω στον Κάθηκα και μας έκαναν τραπέζι εκεί και σύμφωνα με την κυπριακή συνήθεια, η πεθερά μου στάθηκε στον νεροχύτη και έπλενε τα πιάτα. Εμείς δεν το έχουμε αυτό. Όταν έχουμε επισκέψεις αφήνουμε τον νεροχύτη για ύστερα και καθόμαστε για να συζητήσουμε. Πήγα λοιπόν μέσα στην κουζίνα και της είπα, ‘ελάτε κι εσείς μαζί μας’ εκεί που καθόμασταν. Και μου λέει ‘μια στιγμή κόρη μου να θκιακλύσω τα πιάτα’. Όταν το άκουσα έμεινα άλαλη! Αυτή τη λέξη ακριβώς την έχουμε στα αρχαία ελληνικά, στην Ιφιγένεια εν Ταύροις, η θάλασσα διακλύζει τους βράχους. Ξεπλένει. Με την ίδια σημασία μου το έλεγε και η πεθερά μου. Μα τι να σας πω! Ο ενθουσιασμός μου δεν λέγεται. Μια λέξη χιλιάδων χρόνων που επέζησε στο στόμα της πεθεράς μου».

Το 2016 το Λύκειο Πολεμίου, στο πλαίσιο της τελετής αποφοίτησής του, τίμησε πολύ σεμνά, ταπεινά και αληθινά, τη Στέλλα Βιδάλη Λοϊζίδου

Ο Γιάννης Λοϊζίδης, φιλόλογος, γυμνασιάρχης