Φόρμα αναζήτησης

Πόνος ’74: «Τα θύματα δεν είναι μόνο στις κασιούες»

Ο Χρίστος Χριστοφίδης, καταξιωμένος πολιτικός στις γραμμές της Αριστεράς, καταγράφει στον «Πολίτη» τα γεγονότα γύρω από τον θάνατο του πατέρα του, πολίτη τεχνικού στη Cyta, ο οποίος σπεύδοντας στο καθήκον στις 20 Ιουλίου του 1974 για την αποκατάσταση των τηλεπικοινωνιών πλήγηκε από σφαιρίδια όλμου κατά τους βομβαρδισμούς της Λευκωσίας από τον τουρκικό στρατό. Παράλληλα, εξομολογείται το βίωμα της προσωπικής απώλειας, μιλώντας για τη διαχείρισή της από την ε/κ κοινότητα.

Μετά το κακό
«Εβαφτίστηκα αρχές του Αυγούστου άρον-άρον τζαι 14 Αυγούστου εφύαμεν που τη Μόρφου τζι επήαμεν Ευρύχου. Εμεινίσκαμεν στον καφενέ, η μάμα μου, ο παππούς, η γιαγιά, οι αρφάες της. Τελικά εφύαμεν που την Ευρύχου τζαι επήαμεν Λεμεσό. Στη Λεμεσό εσυντηρούσεν μας ο Ερυθρός Σταυρός. Εμεινίσκαμεν έξω για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα τζαι μετά ήρτεν ένας κύριος τζι είπεν μας ότι είσιεν το τρίπατο του Καψάλου στον κύριο δρόμο, ότι εμείνισκεν μια κοτζιάκαρη που μόλις έγινε η εισβολή έπιαν τα πράματα της τζι επήεν με το πλοίο στην Αθήνα που ήταν ο γιος της. Τζαι λαλεί μας ’να σας το ανοίξω, να μπείτε μέσα ώσπου να δείτε ίνταμ που ’ννα γίνει’. Ουδέν μονιμότερον του προσωρινού. Η μάνα μου εγύριζεν, επαρακάλαν να της έβρουν μια δουλειά, τελικά μετά που τέσσερα-πέντε χρόνια, το ‘78, είπαν της ότι τιμής ενέκεν στη Cyta να έρτεις καθαρίστρια, λόγω του πατέρα μου που εδούλευκε στη Cyta. Τζαι μετά εδώκαν μας σπίτι στο συνοικισμό τζι ήρταμεν Λευκωσία».

 

Διαβάστε επίσης:

Πόνος ’74: Φως στις συνθήκες θανάτου του πατέρα του Οζερσάι

45 χρόνια τουρκική κατοχή και πόνος για την Κύπρο

 

Στον Στρόβολο ΙΙ
«Ούλλοι είχαν προβλήματα τζαι για να μπορέσουν να επιβιώσουν έπρεπε να ακουμπά ο ένας πά’ στον άλλον. Όπως έν’ τα σπίθκια κολλημένα, τζαι τότε τούτοι οι συνοικισμοί επειδή εχτιστήκαν με (τσιμεντο)μπλοκ, ό,τι επάθαινεν ο γείτονας, ακούαμεν το. Η μάνα μου εσηκώννετουν τζι επήαινεν δουλειά η ώρα πέντε το πρωί, τζι επήαινα στην κυρία Κατίνα να μας κάμει γάλα, τζαι μετά επειδή εσχόλανε πιο γλήορα η μάνα μου το μεσημέρι, έρκουνταν οι κόρες της κυρίας Κατίνας σπίτι μας να φαν όταν εσχολάναν που το σχολείο».

Στο σχολείο
«Ένα που τα πράματα που εν μου αρέσαν καθόλου ήταν όταν ήμαστε τετάρτη δημοτικού τζι εφκάλαν μας μια φορά διάλειμμα, εμένα (τζαι) κάποιους που ήταν παιθκιά πεσόντων τζαι αγνοουμένων, τζαι εκρατήσαν τα άλλα τα μωρά για να τους πουν ότι ’ξέρετε, τούτοι εχάσαν τους γονείς τους τζαι να τους συμπεριφέρεστε διαφορετικά’. Τζι έρκουνταν οι παρέες μας μετά τζαι ελαλούσαν μας ’ρε έτσι τζι έτσι μας είπαν’. Εν τζι εξέραν να χειριστούν καταστάσεις. Ή με τα συσσίτια εκάμναν μας το. Τάχα εβάλλαν μας εμάς σε προτεραιότητα τζι εμείς ενιώθαμε άσχημα. Οπότε για να καταλήξουμε, τα θύματα έν’ πολλαπλάσια».

Για την εμπειρία του 2001
«Χάνεις έναν άνθρωπο. Γύρω που τζιείν’ τον άνθρωπο δημιουργείται ένας θρύλος, ίνταλος ήταν, ίντα που έκαμνεν, ειδικά για μας που εν τους εγνωρίσαμε. Τζαι ξαφνικά μια μέρα λαλούν σου ’έλα να τον δεις’ τζαι θωρείς πά’ σε ένα τραπέζι ένα σκελετό. Θυμούμαι που σοκαρίστηκα. Ήρτεν ο ανθρωπολόγος τζι έπιανε το χέρι, το πόδι, την κκελλέ. Ο πατέρας μου επολέμησεν τζαι το ‘64 στην Τηλλυρία, τζι είσιεν τραύμα πά’ στο πόδι, τζι ήβραν το τραύμα. Ήθελε να μας δείξει ότι έν’ τούτος όχι μόνο λόγω DNA, αλλά τζαι μέσω των ανθρωπολογικών εξετάσεων. Μας έδωσαν τζαι μια δεύτερη κασιούα που είσιεν ούλλα τα προσωπικά του αντικείμενα, ό,τι ανευρέθη δηλαδή μες στον τάφο. Τα τσιρότα που του ‘βάλαν που εν ελιώσαν, τα ρούχα του (ό,τι απέμεινε), τα παπούτσια, το ρολόι, τα σφαιρίδια (του όλμου). Εβάλαν μας τζαι μια ελληνική τζαι μια κυπριακή σημαία μετά που τον εθάψαμε, τζαι επαραδώσαν μας τα».

“Γεννήθηκα 20 Ιούνη του ‘74. Εδηλώσαν με ότι ήταν να με βαφτίσουν Σάββα, το όνομα του παππού μου, αλλά επειδή στο μήνα πάνω εσκοτώθην ο παπάς μου, εδώκαν μου το όνομά του. Εβαφτίσαν με τζιαι μένα Χρίστο”

 

Η κρυμμένη παράμετρος
«Το θύμα σ’ τούντες περιπτώσεις εν έν’ ένα. Έν’ πολλά. Δηλαδή ξέρουμε ένας ότι επέθανεν ή ότι έν’ αγνοούμενος. Μετά ξεκινάς: η μάνα ενός αγνοούμενου, ειδικά οι Κυπραίες τζείν’ της εποχής… Θυμούμαι τη γιαγιά μου, πάντα με την κουρούκλα, τζι ελάλεν η μάνα μου, ’η γιαγιά σου η Παναγιωτού εν σηκώνει κκελλέ πάνω’. Ένιωθεν άσχημα να σε δει κατάματα διότι είχεν πένθος. Μετά πάεις στις συζύγους. Οι πλείστες ήταν 20-30, 30-κάτι μάξιμουμ. Εμείναν μόνες τους, ειδικά των αγνοουμένων. Για τζιείν’ την εποχή μια γυναίκα μόνη της εν ήταν εύκολη υπόθεση. Εν έν’ η Κύπρος του 2000. Τότε, το να λες ότι μια κοπέλα έν’ χηράτη υπονοούσες ότι περίπου έν’ διαθέσιμη. Τζι επειδή ήμασταν μια παλιοκοινωνία, τούτες οι γυναίκες έπρεπε να μεν κυκλοφορούν καθόλου».

 

Η αφήγηση της μητέρας

«20 Ιούλη εξύπνησεν η μάνα μου η ώρα πέντε. Το πρώτο αεροπλάνο, είπεν μου, είδεν το μόλις εσηκώστηκεν. Επετούσαν τόσο χαμηλά που εφαίνουνταν οι Τούρτζοι που μέσα. Επήεν εξύπνησεν τον πατέρα μου. Τζείνος στην αρκή εν επίστεψεν, εφκήκεν πά’ στη βεράντα τζι εδιαπίστωσε βέβαια ότι επηαίναν τζι έρκουνταν τα αεροπλάνα που πάνω που τη Μόρφου. Εβάλαν το ράδιο, έπαιζαν τα εμβατήρια, συντρομαχτήκαν. Εγίνετουν ειδική αναφορά για τους τεχνικούς των τηλεπικοινωνιών, διότι είχαν κοπεί οι τηλεπικοινωνίες. Έβαλεν την μες στο αυτοκίνητο την μάνα μου τζι επήρεν την στη μάνα της, άφηκεν την με το μωρό (εγώ ήμουν ενός μηνού) τζι είπεν ’έν’ να πάω δαμαί στη Μόρφου να δω ίνταμ που θέλουν’. Όταν επήεν στον σταθμό, προφανώς είπαν του ότι οι ανάγκες έν’ στη Λευκωσία, τζι έφυεν τζι ήρτεν δαμαί στο κτήριο στη Μάρκου Δράκου. Επικοινώνησαν το μεσημέρι, είδαν ότι ήταν καλά. Ήταν η τελευταία επικοινωνία. Το παλιό κτήριο της Cyta ήταν κοντά στα σύνορα με τον τ/κ τομέα. Xτυπούσαν για αντιπερισπασμό με όλμους για τον λόγο ότι η διακοπή των τηλεπικοινωνιών ήταν μεγάλο ατού για τον επιτιθέμενο. Είχε την ατυχία να χτυπηθεί με σφαιρίδια του όλμου. Εμείς μάθαμε ότι ο πατέρας μου σκοτώθηκε δυο-τρεις μέρες μετά. Ήρτεν ένας τζαι εφώναξε τον παππού μου: ’Θκειε Γιαγκό’, λαλεί του, ’θέλουν σε’. Η μάνα μου, η οποία έν’ πολλά ψυλλιασμένος άνθρωπος, επήεν μαζί του έξω, τζι είδεν ότι ήταν το περιπολικό της Αστυνομίας. Ο παππούς μου εφύρτηκεν μόλις του είπαν ότι ”επέθανεν ο γαμπρός σου”, τζι έππεσεν χαμαί τζι η μάνα μου, διότι εκατάλαβεν. Επήεν ο τατάς μου μετά, ο αρφός του παπά μου, στη Λευκωσία, αλλά εν τον ήβραν. Ο λόγος που εξέραμε ότι ήταν νεκρός ήταν επειδή όταν τους επήραν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας είχαμε την τύχη να τους παραλάβει νοσοκόμα, η πρώτη του εξαδέλφη, τζι είδεν τον τζι έπιασεν τζαι την ταυτότητα τζαι την βέραν του».

Ποιοι τον έθαψαν;
«Οι πραξικοπηματίες που ήταν τότε στο νοσοκομείο. Σε μια προσπάθεια να δείξουν ότι δεν συμβαίνει τίποτε, εν εθέλαν να υπάρχουν νεκροί στα νοσοκομεία τζι επιάσαν τους όπως ήταν τζι επήραν τζι εσύραν τους μες στον τάφο τζι εβάλαν τζαι μια πέτρα που πάνω».

 

«Εμείς είμαστεν που τους τυχερούς…»

«Επειδή ξέρουν την υπόθεση μου, έκαμα πάρα πολλούς επικήδειους (μπορεί 30-40). Έν’ μια εκτόνωση για την οικογένεια. Ειδικά για τούτους που έχουν αγνοούμενους. Εμείς είμαστε που τους τυχερούς που εξέραμεν ότι έν’ νεκρός. Παίρνεις το απόφαση. Οι άλλοι που έχουν αγνοούμενους, έν’ πάρα πολλά δύσκολο. Οι οικογένειες αυτές για χρόνια πάρα πολλά επιστεύκαν 100% ότι έν’ σε κάποιες φυλακές οι αγνοούμενοι, τζαι επιστεύκαν ότι θα επιστρέψουν από μέρα σε μέρα. Τούτοι οι ανθρώποι ήταν τζαι θύματα άγριας εκμετάλλευσης. Δηλαδή, έρκετουν ένα λαμόγιο τζι ελάλεν τους ’ήβρα έναν Τούρκο που ποτζεί που μου είπεν ότι ξέρει που έν’ ο άντρας σου, αλλά να μου δώκεις χίλιες λίρες να του δώκουμεν διότι θέλει τες για να μας πει’. Τι να κάμει η οικογένεια, επήαινεν εδανείζετουν τζι εδίενεν τα. Το άλλο εγκληματικό της περιόδου είναι ότι εξέραν για πάρα πολλούς ότι είναι νεκροί. Με απόφαση τότε πολιτική του Σπύρου (Κυπριανού) εν το ελέαν στις οικογένειες, για να λαλούμεν τον μαγικό αριθμό 1.619, σαν να τζι αν ελέαμεν 1.300 εν θα ήταν πάλε ένα ζήτημα».

 

Μίσος και επανάληψη
«Για τούτους τους ανθρώπους, που εχάσαν τους δικούς τους, υπάρχουν δύο κατηγορίες. Μια πολλά μεγάλη κατηγορία έν’ οι ανθρώποι που λαλούν επάθαμεν τζι εμάθαμεν. Αφήστε τουντες πελλάρες περί ηρώων κ.λπ. Οι ανθρώποι μας επήαν θύματα. Ο Τάκης (Χριστοδούλου) στην Αλάμπρα είπεν το στον επικήδειο, ότι ’εμείς εθέλαμεν τον αρφό μας, μακάρι να έζιεν ο αρφός μας, με ηρωηλλίκκια εθέλαμεν με τίποτε’. Δηλαδή έν’ τόσο συντριπτική η απώλεια για κάποιους που σου λαλεί εν αξίζει τον κόπο. Ειδικά έτσι όπως επήαν οι παραπάνω αγνοούμενοι, που εστάλησαν ως πρόβατα στην σφαγή. Υπάρχει τζι ένας θυμός τεράστιος για το τι έγινε τότε, εστείλαν τους στο μέτωπο, εφύαν οι διοικητές, εμείναν μόνοι τους, εν είχαν πολεμοφόδια. Τζαι υπάρχει μια άλλη ομάδα, που έν’ αντικειμενικό, να μεν πω ότι έν’ φυσιολογικό, αναπτύξαν μίσος έναντι των Τούρκων. Τούτη η θεωρία (όμως) ότι έφυεν ο όλμος που κάποιον που μιλά τούρκικα, ότι όπου υπάρχει στον κόσμο κάποιος που μιλά τούρκικα έν’ υπεύθυνος για τον θάνατο τούτον, έν’ μια θεωρία που ανέπτυξε ο Χίτλερ τότε με τους Εβραίους τζαι είδαμε πού οδήγησε. Όπως τζαι στην Κύπρο, έν’ τούτη η θεωρία που οδηγούσε στην εξολόθρευση χωρκών Τ/Κ ή στο να εκτελούνται οι Ε/Κ αιχμάλωτοι επειδή μιλούσαν ελληνικά».

 

Το ελάχιστο καθήκον
«Όταν ήταν να θάψω τον παπά μου έκαμα έναν επικήδειο τζαι λέω ότι εντάξει, εμείς καταλαβαίνουμε ότι προφανώς δεν ήταν ούτε ο Λεωνίδας των Θερμοπυλών ούτε ο Τάσος Μάρκου. Ήταν ένας άνθρωπος, ο οποίος το μικρό καθήκον που τον εκαλέσαν να κάμει επήεν να το κάμει. Εμπορούσεν να παίξει πελλόν. Να μείνει στη Μόρφου. Ο,τι του είπαν έκαμεν. Αλλά τελικά τι έν’ σημαντικό σε αυτή τη ζωή; Το καθήκον που σου τάζει η μοίρα μικρό ή μεγάλο να το εκπληρώνεις. Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι υπερήρωες (οι πλείστοι αντίθετα είμαστε άνθρωποι με πολλές αδυναμίες). Η ουσία για αυτούς τους ανθρώπους είναι ότι τζείνο που τους αναλογούσε επήαν να το κάμουν, όποιον τζι αν ήταν».

 

Τ/Κ συγγενείς αγνοουμένων
«Έν’ πολλά καλός μου φίλος ο Ερμπάν ο Ακανσόι. Ο παπάς του, ο Γιουσούφ Ακανσόι, έν’ τούτος που έχασε 30 συγγενείς στον Σανταλάρη τζαι στην Αλόα. Εφάαν ούλλη την οικογένεια, έμεινεν τούτος 12 χρονών τζι ο Γιουσούφ. Έχω την εντύπωση ότι υπόκωφα λειτουργεί τούντο πράμα σε κάποιους Τ/Κ πολιτικούς που έχουν συγγενείς. Δηλαδή ο Κουτλάι (Ερκ) έρκετουν στις συναντήσεις του Λήδρα Πάλας τζι ήταν χειρότερος που το κόμμα του Έρογλου ώρες-ώρες. Δηλαδή φκαίνει τους πολλά, την ώρα που έν’ νά θυμώσει ο άλλος, που εν θα ’ν’ ψύχραιμος. Μια μέρα είπεν μας το: ’Έρκεστε δαμαί τζαι παίζετε τα θύματα, εμένα ερωτήσετε με που επιάν τον τζύρη μου πως ήταν να τον πάρουν στον γιατρό, που ήταν άρρωστος, τζι έν’ να τον έβρουμεν ακόμα;’».