Φόρμα αναζήτησης

Μπιργκίτ Ζιαρτίδου: Η γυναίκα που έζησε την πτώση του Τείχους

«Μην ξεχάσεις να γράψεις πως ήταν η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου. Έτσι τη θυμάμαι.» Η Μπιργκίτ Ζιαρτίδου ήταν 27 χρόνων όταν έπεσε το Τείχος του Βερολίνου. Όταν γεννήθηκε, είχε ήδη υψωθεί το τείχος που χώρισε τη γερμανική πόλη στα δύο από το 1961 και για τα επόμενα 28 χρόνια. «Το κέντρο του Βερολίνου για μας ήταν το άκρο της πόλης», θυμάται σήμερα η κ. Ζιαρτίδου, που από το 1990 ζει στην Κύπρο και δη στη Λευκωσία, «την τελευταία μοιρασμένη πρωτεύουσα της Ευρώπης».

Το δικαίωμα στη διακίνηση

«Λίγο πριν την πτώση του τείχους είχαν γίνει διαδηλώσεις στους δρόμους γιατί ο κόσμος ζητούσε μεταρρυθμίσεις και σειρά ελευθεριών, με κυριότερη την ελεύθερη διακίνηση. Δεν μπορούσαμε να ταξιδέψουμε αλλού παρά μόνο στην Τσεχία χωρίς βίζα και σε Ουγγαρία και Βουλγαρία με βίζα. Οι διαδηλώσεις ήταν μαζικές. Εκείνη της 4ης Νοεμβρίου συγκέντρωσε ένα εκατομμύριο ανθρώπους. Προηγήθηκαν άλλες διαδηλώσεις τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο, αλλά ήταν παράνομες και υπήρχε ο φόβος φυλάκισης, όπως είχε ήδη συμβεί. Κάποιοι φίλοι μου μπήκαν φυλακή για μερικές μέρες απλώς και μόνο επειδή συμμετείχαν σε μια ειρηνική διαδήλωση σε εκκλησία. Γίνονταν στις εκκλησίες οι διαδηλώσεις γιατί εκεί δεν είχε έλεγχο το κράτος, και εκεί μπορούσε να εκφράσει κανείς ελεύθερα τη γνώμη του. Βγαίνοντας από μια εκκλησία με κεριά στα χέρια, τους χτύπησε η Αστυνομία και τους συνέλαβε.

Μετά από αίτημα μιας ομάδας ηθοποιών, στις 4 του Νιόβρη έγινε για πρώτη φορά μια επίσημη διαδήλωση. Ύστερα από 40 χρόνια! Ο κόσμος ήταν πολύς, όλα έγιναν ειρηνικά. Ένα από τα ζητήματα μεταξύ πολλών άλλων ήταν η ελευθερία διακίνησης.»

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Ο Πρέσβης της Γερμανίας μιλάει στον «Π»: Η ελευθερία γκρεμίζει τείχη

Η ιστορική μέρα

 

 Υπό το βάρος της πίεσης που δεχόταν η κυβέρνηση, λήφθηκε η απόφαση να αρθεί η απαγόρευση διακίνησης. Ο εκπρόσωπος του υπό κατάρρευση καθεστώτος, Γκίντερ Σιαμπόβσκι, βρέθηκε στο τηλεοπτικό στούντιο το ίδιο βράδυ για τη σχετική ανακοίνωση. Η ώρα ήταν 18:53 της 9ης Νοεμβρίου 1989. Ένας από τους δημοσιογράφους που βρίσκονταν στην αίθουσα της συνέντευξης Τύπου τον ρώτησε: «Πότε τίθενται σε ισχύ οι κανονισμοί;». Ο Σιαμπόβσκι έψαχνε τα χαρτιά του. Δεν έγραφαν τίποτα σχετικό. «Αμέσως!», είπε. Αργότερα το ίδιο βράδυ, η κυβέρνηση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας προσπάθησε να ανακαλέσει την ανακοίνωση, καλώντας τους πολίτες να σχηματίσουν μια ομαλή σειρά αναμονής στο γραφείο μετανάστευσης, το επόμενο πρωί. Ήταν όμως ήδη αργά. Χιλιάδες Βερολινέζοι ερμήνευσαν κατά λέξη τις δηλώσεις του και βρέθηκαν στα σημεία διέλευσης του τείχους. «Σε ένα από τα checkpoints βρέθηκε τόσος πολύς κόσμος και λίγο πριν τα μεσάνυχτα, επειδή οι φύλακες δεν ήξεραν τι να κάνουν, δεν είχαν διαταγή εκ των άνω, άνοιξαν τα σύνορα. Μερικά λεπτά αργότερα, ήταν ανοιχτά σχεδόν όλα τα σημεία διέλευσης.

Εμείς δεν το ξέραμε. Είχαμε δει τη συνέντευξη στην τηλεόραση αλλά δεν καταλάβαμε κάτι. Ήμασταν μακριά και, όπως ο περισσότερος κόσμος εκείνο το βράδυ που ήταν μακριά, δεν καταλάβαμε κάτι. Ο άντρας μου τότε σπούδαζε φυσιοθεραπευτής και έκανε την πρακτική του στο νοσοκομείο, γι’ αυτό έπρεπε να ξυπνήσει από τις 6 το πρωί και με πήρε τηλέφωνο για να μου πει ότι άνοιξαν τα σύνορα. Δεν μπορούσα να το πιστέψω, ξέσπασα σε κλάματα από τη χαρά μου. Και πώς το μάθανε στο νοσοκομείο; Τους πήρε τηλέφωνο μια συνάδελφος από το Δυτικό Βερολίνο και τους ρώτησε αν είναι ακόμα στη δουλειά. Απάντησαν «ναι, εσύ πού είσαι;» «Στο δυτικό Βερολίνο!», είπε, και μόλις το άκουσαν έφυγαν όλοι. Έμεινε μόνο ο διευθυντής του τμήματος και ο άντρας μου που είχε ήδη πάει στο δυτικό Βερολίνο και δεν ήταν τόσο σημαντικό για τον ίδιο.

Την ίδια μέρα μετά τη δουλειά πήγαμε κι εμείς. Πήραμε το τρένο, ούτε ξέραμε πού να πάμε. Δεν ξέραμε καν ποιο είναι το κοντινό σημείο διέλευσης, αφού δεν το χρησιμοποιήσαμε ποτέ! Στο τρένο, όλοι συζητούσαν πού να πάνε. Και όλοι ήταν σύμφωνοι: οπουδήποτε, αρκεί να είναι στο δυτικό Βερολίνο! Η ατμόσφαιρα στο τρένο ήταν απίστευτη, λες και γινόταν πάρτι, ήταν όλοι χαρούμενοι.

Είχαμε μαζί μας τις ταυτότητες μόνο, δεν είχαμε βίζα. Υπήρχαν δύο τεράστιες ουρές και οι αστυνομικοί σε άφηναν να περάσεις μόνο με την επίδειξη ταυτότητας. Οι ίδιοι φαίνονταν χαμένοι, λυπημένοι, απογοητευμένοι. (Αργότερα παρακολούθησα ένα ντοκιμαντέρ για τους αστυνομικούς που βρίσκονταν στο πρώτο check point που άνοιξε, που έλεγε ότι κάποιοι από αυτούς αυτοκτόνησαν. Είχε καταρρεύσει ο κόσμος τους γιατί πίστευαν σε αυτό που έκαναν.)

Από τις δύο μεγάλες ουρές, πέρασε πολύ γρήγορα ο κόσμος και μετά είδα μια άσπρη γραμμή στην άσφαλτο. Την πάτησα. Ήμουν στο δυτικό Βερολίνο. Όμως ο άντρας μου δεν ερχόταν. Περίμενα και περίμενα και περίμενα. Δεν ήξερα τι έγινε και πήγα πίσω. Δεν τον άφηναν να περάσει γιατί ήταν ξένος και για τους ξένους υπήρχαν ειδικά checkpoints, όπως το check point Charlie. Δεν το ξέραμε. Από την πρώτη φορά που πήγα, θυμάμαι μόνο εκείνη την άσπρη γραμμή.»

Από το Βερολίνο στη Λευκωσία

Η Μπιργκίτ Ζιαρτίδου έχει γράψει ένα βιβλίο (που δεν εκδόθηκε ακόμη) με τίτλο «Από το Βερολίνο στη Λευκωσία, μια ζωή στη σκιά του Τείχους: απαντήσεις για τον γιο μου». Σε αυτό το βιβλίο ο γιος της κάνει ερωτήσεις στις οποίες η ίδια απαντά. «Ήσουν πράγματι εκεί όταν έπεσε το Τείχος του Βερολίνου;» Και η ίδια απαντά.

«Όταν ήταν στρατιώτης, τυχαία ήταν στο φυλάκιο του Berlin, στην παλιά Λευκωσία. Και με ρωτά σε αυτό το βιβλίο: πώς ένιωσες όταν ήμουν στρατιώτης στο φυλάκιο Berlin; Φανταστείτε να έρχομαι από τη μια μοιρασμένη πόλη στην άλλη και ο γιος μου να είναι στην πράσινη γραμμή και όταν έπαιρνα τηλέφωνο –που απαγορευόταν να ρωτήσω πού ήταν– να μου απαντά ‘στο Berlin’. Ο ίδιος εννοούσε το σουβλατζίδικο αλλά για μένα ήταν πολύ περίεργο…»

Ερχόμενη στη Λευκωσία, η κ. Ζιαρτίδου παρακολουθούσε τις συνομιλίες. «Και χαρήκαμε πολύ όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα. Είπα μέσα μου ότι θα είναι όπως στη Γερμανία. Και περίμενα, και περίμενα, και περίμενα. Τις πρώτες μέρες υπήρχε ενθουσιασμός, ήταν και οι γονείς μου τυχαία στην Κύπρο και λέγαμε ‘επιτέλους’. Μετά απογοητευτήκαμε και σκεφτόμασταν γιατί δεν συνεχίζεται αυτή η προσπάθεια. Μετά από τόσα χρόνια, δεν υπήρξε καμία αλλαγή. Έγινε και το δημοψήφισμα, εμείς ήμασταν υπέρ βέβαια αλλά φάνηκε πως ο κόσμος δεν το ήθελε. Κι εκεί απογοητευτήκαμε γιατί ξέραμε πως όταν ο κόσμος θέλει, μπορεί να κάνει την αλλαγή.

Και μάλιστα λίγος κόσμος. Εμείς ήμασταν στην αρχή δέκα άτομα σε μια μικρή ομάδα όπου ήμουν και πηγαίναμε στην εκκλησία για να ασχοληθούμε με τα ζητήματα της ειρήνης. Βγάζαμε παράνομα φυλλάδια και ήμασταν, πόσα άτομα; Έξι; Οκτώ; Ούτε που θυμάμαι τα ονόματά τους. Όμως ύστερα έγιναν εκατοντάδες και χιλιάδες όταν βγήκαν στους δρόμους και άλλαξε ολόκληρο καθεστώς. Γίνεται. Μπορεί να γίνει.»

H Μπιργκίτ Ζιαρτίδου είναι ανάμεσα στους ανθρώπους που θα μοιραστούν τις αναμνήσεις τους από το ιστορικό γεγονός της πτώσης του Τείχους του Βερολίνου, σε εκδήλωση της Γερμανικής Πρεσβείας στην Κύπρο σε συνεργασία με το Ίδρυμα Friedrich-Ebert Κύπρου. Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στο Σπίτι της Συνεργασίας, στη Λευκωσία την Τετάρτη 13 Νοεμβρίου στις 19:30.