Φόρμα αναζήτησης

«#JeSuisCharlie ακόμα ή απλά μας βόλευε;» του Κώστα Κωνσταντίνου



Στις αρχές του μήνα, το Charlie Hebdo αποφάσισε να ξαναδημοσιεύσει τις γελοιογραφίες με θέμα τον Μωάμεθ οι οποίες είχαν οδηγήσει στην τρομοκρατική επίθεση στα γραφεία του στο Παρίσι, το 2015, και στη δολοφονία 12 ατόμων, ανάμεσά τους και μερικοί από τους πλέον εμβληματικούς σκιτσογράφους της σύγχρονης εποχής στη Γαλλία.

Η απόφαση της δημοσίευσης εκ νέου των σκίτσων ήταν και η τοποθέτηση του περιοδικού έναντι της έναρξης της επί μακρόν αναμενόμενης δίκης δεκατεσσάρων κατηγορούμενων ως συνεργών των δύο δραστών Σαΐντ και Σερίφ Κουασί (σ.σ. οι οποίοι εξουδετερώθηκαν αργότερα από την Αστυνομία). Το Περιοδικό, λοιπόν, δημοσίευσε ξανά τα σκίτσα υπό τον τίτλο “Tout ça pour ça!” («Όλο αυτό για αυτά!») και στη μέση τους, το πρώτο που είχε δημοσιεύσει -αυτό, το 2006- με τον Μωάμεθ να οδύρεται και να λέει: «Είναι δύσκολο να σε αγαπούν ηλίθιοι!».

Πέντε χρόνια μετά τις επιθέσεις στο Charlie Hebdo και εν μέσω πανδημίας, η δίκη των κατηγορούμενων ως συνενόχων δεν θα μπορούσε να είναι το κυρίαρχο θέμα σε μία Γαλλία στο Δεύτερο Κύμα του κορωνοϊού η οποία μετρά ήδη 31,000 νεκρούς, τον όγδοο μεγαλύτερο αριθμό παγκοσμίως και μισό εκατομμύριο κρούσματα.

Ωστόσο, το ζήτημα απασχολεί έντονα το σκεπτόμενο κομμάτι της κοινωνίας μαζί με ένα πολύ βασανιστικό ερώτημα: πέντε χρόνια μετά και με τις αλλαγές στο παγκόσμιο σκηνικό να υπήρξαν κατακλυσμιαίες -με την άνοδο μάλιστα ακραίων, λαϊκιστών και άλλων έως και ελαχίστως δημοκρατών ηγετών- πόσο λιγότερο περιθώριο υπάρχει στην ελευθερία της έκφρασης και της τέχνης; Διότι, σίγουρα, περισσότερο δεν υπάρχει. Αυτό είναι το μόνο βέβαιο.

Στη Γαλλία δε, περισσότερο από αλλού, υπάρχει μια διάχυτη πλέον ανησυχία για την έκταση που προσλαμβάνει, συν τοις άλλοις, το φαινόμενο των λεγόμενων Πολιτικών Ταυτότητας οι οποίες πλέον δεν ενισχύουν απλώς φαινόμενα πολιτικής ορθότητας στο δημόσιο λόγο, όπως παλιά, αλλά εισάγουν περιορισμούς πρωτόγνωρους στο δυτικό κόσμο -πόσω δε μάλλον στη Γαλλία- τόσο στην έκφραση όσο και στην κριτική.

Αυτά ακριβώς τα Identity Politics, είναι που λογοκρίνουν και καλούν σε περιορισμό και φίμωση απόψεων που «ενοχλούν», ειδικά σε θέματα εθνικά και θρησκευτικά στο όνομα της… μη ενόχλησης αυτών που συσπειρώνονται ολοένα και πιο έντονα γύρω από μια τέτοια ταυτότητα. Έτσι, η σημασία της ελεύθερης βούλησης του ατόμου υποτάσσεται με τρόπο που ουδεμία σχέση έχει με τη δημοκρατία όπως τη γνωρίζουμε ή και άλλως πώς.

Σε ένα πλαίσιο καθωσπρεπισμού και αυτοπεριορισμού, στερητικό τελικά της ελευθερίας αυτής. Κάτι που συνήθως αρχίζει προειδοποιητικά αλλά δεν καταλήγει πάντα έτσι.

Είναι αυτό το σκοτάδι που πολλοί προειδοποιούν ότι απλώνεται ραγδαία με τη δύναμη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης σε μια εποχή όπου οι κοινωνίες γνωρίζουν λίγα και επιλέγουν να μαθαίνουν ακόμα λιγότερα, ασχολούμενες με τα πιο εφήμερα και τα πρακτικά, εγκλωβισμένες σε οθόνες κινητών και σε apps, συνήθως σε λειτουργία αυτοαναφορικότητας.

Οργανωμένες και προσκολλημένες σε πολλές μικρότερες συσπειρώσεις ταυτότητας, είτε αυτές είναι εθνικές, είτε πολιτικές, είτε θρησκευτικές, είτε ακόμα απόψεις φαντασιακές και παράλογες οι οποίες μέχρι πρότινος ήταν εμμονές κοινωνικών ομάδων τις οποίες το σύνολο περιγελούσε.

Δικαίως μάλιστα.

Η αποκόλληση των κοινωνιών ή έστω μεγάλων και ενίοτε πλειοψηφικών τους μερών από την πραγματικότητα και η επιστροφή στο δογματισμό, την απολυτότητα, την απουσία επιχειρημάτων -αχρείαστων άλλωστε σε μια λογική ατομικότητας στην οποία ο καθένας καλείται να επιβάλει την άποψή του- αλλά και σε πράγματα όπως η θρησκοληψία, η αποστροφή και η περιφρόνηση για τη γνώση των δεδομένων και την επιστήμη και σε πολλές άλλες τάσεις οπισθοδρόμησης και κατάργησης της ίδιας της έννοιας του πολιτισμού, όλα αυτά λοιπόν συναντούνται και αλληλοσυμπληρώνονται, σήμερα, στο κοινό σκοτεινό σταυροδρόμι του «δικαιώματος» κάποιου ή κάποιας ομάδας να μην συναντά πουθενά την όποια αμφισβήτηση της όποιας αντίληψης ή ιδέας συνθέτει την όποια δική της ταυτότητα και ταυτότητες.

Αυτό που πριν από πέντε χρόνια πολλοί το παρουσίαζαν ως γνώρισμα του «ακραίου ισλάμ» -το οποίο, αν ήταν τέτοιο και όχι το έργο κάποιων μόνο φανατικών από τα 44 εκατομμύρια μουσουλμάνων που ζουν στην Ευρώπη ευλόγως διερωτάται κανείς πώς χρειάστηκε να περάσουν εννιά ολόκληρα χρόνια με σκίτσα για τον Μωάμεθ μέχρι να εκδηλωθεί η επίθεση στο Charlie Hebdo- αυτό λοιπόν, είναι σήμερα ένα έλλειμμα τόσο γενικευμένο και διαδεδομένο που τα περί «ακραίου ισλάμ» και «πολιτισμένης Δύσης» μοιάζουν με ανέκδοτο.

Σήμερα οι ελλειμματικοί, οι περήφανα μάλιστα ελλειμματικοί άνθρωποι δεν είναι πια μόνο μουσουλμάνοι, όπως ούτε και τότε ήταν βέβαια. Απλώς η τρομοκρατία και τα γεγονότα των ημερών εκείνων επέτρεπαν στους υπόλοιπους να καλύπτουν τα δικά τους ελλείμματα τα οποία σήμερα ακούγονται πολύ πιο ξεκάθαρα, απλά και επιθετικά ενίοτε, στο γενικότερο κλίμα που θέλει τη βούληση και την ελευθερία του ανθρώπου να υποκύπτει, να υποτάσσεται και να αποσιωπάται. Ως απαίτηση για να μην θιχτούν οι αντιλήψεις άλλων.

Μόνο που, όλοι έχουν αντιλήψεις. Και με αυτή τη λογική, όλοι πρέπει να σιωπούν για να μην ενοχλούν όλους τους άλλους, κάτι που η σοφία της ανθρώπινης προόδου και της νόησης μας είχε κάνει να καταλάβουμε ότι έπρεπε να ήταν ανάθεμα σε κοινωνίες ελεύθερες. Διότι απειλούσε την ίδια την ελευθερία. Ήταν απλά επικίνδυνο.

Διπλά επικίνδυνο μάλλον. Διότι χωρίς την αμφισβήτηση στις όποιες ιδέες οι οποίες ως τέτοιες δεν έχουν δικαιώματα, χωρίς λοιπόν την αμφισβήτηση η οποία μπορεί να προκαλεί, να ενοχλεί, να εξοργίζει, να αηδιάζει ή και όλα αυτά μαζί αλλά να είναι όπως συχνά συνέβη -ή και να μην είναι- απλά μπροστά από την εποχή της, χωρίς αυτήν δεν μπορεί να υπάρξει πρόοδος. Υπάρχει στασιμότητα για λίγο και μετά καταφυγή στο παρελθόν από τις ισχυρότερες των τάσεων. Αναπόδραστα κιόλας. Ελλείψει νέων ιδεών και κατευθύνσεων.

Εξαιρουμένης άρα της βίας, στην οποία κατέφυγαν μια ντουζίνα από αυτούς, μπορεί κανείς να απαντήσει στο ερώτημα σε τι διέφεραν οι φανατικοί οι οποίοι ζητούσαν τη δολοφονία των «απίστων» που «προσέβαλαν τον Μωάμεθ» από εκείνους οι οποίοι -και δεν είναι λίγοι- ζητούν την απόλυση, την παραπομπή σε δίκη, τον ξυλοδαρμό και διάφορα άλλα του ζωγράφου και καθηγητή Γιώργου Γαβριήλ, προτάσσοντας προφάσεις περί κανονισμών των σχολείων όταν κιόλας ουδέποτε ο άνθρωπος πήρε τα έργα του στη δουλειά του ή τα έδειξε σε μαθητές του;

Σε επίπεδο ανοχής της κριτικής, της όποιας κριτικής ακόμα και της αιρετικής, της υποκειμενικά κακόγουστης, της βλακώδους κατά το κοινωνικό σύνολο και της θαυμάσιας κατά τον δημιουργό της και μόνο, ας πούμε, σε τι διαφέρει το Charlie Hebdo από το δικό μας παράδειγμα σήμερα;

Και γιατί τότε ήμασταν όλοι Charlie ενώ σήμερα προτάσσουμε το επιχείρημα των τρομοκρατών, την «προσβολή» των ιερών και των οσίων τους, ως κάτι διαφορετικό ενώ δεν είναι; Μήπως γιατί δεν σκοτώνουμε;

Δεν σκοτώνουμε, αυτό είναι γεγονός. Μήπως γιατί δεν τολμούμε αλλά και γιατί δεν υπάρχει λόγος να σκοτώσουμε αφού με τον όχλο να είναι πρόθυμος και έτοιμος για το επόμενο κάλεσμα της όποιας ταυτότητας σε ανέξοδη λεκτική βία και σε ανάλογο λιντσάρισμα, μπορούμε να περιορίζουμε πραγματικά όλες τις ενοχλητικές γνώμες και είτε να τις πετάμε στην αρένα των αμέτρητων κοινωνικών ελλειμμάτων κραυγάζοντας καθώς κατασπαράζονται, είτε απλώς να τις αναγκάζουμε να αυτοκτονούν, στην ουσία, δια της σιωπής;

Charlie, πάντως δεν υπήρξαμε πραγματικά ποτέ. Είτε μας αρέσει, είτε όχι, αυτό πια αποδεικνύεται. Κι αν αυτό σήμερα έχει μόνο συμβολική αξία, ουσιαστική και κρίσιμη είναι η ουσία του ακόλουθου ερωτήματος: έχουμε αναρωτηθεί καθόλου τί γινόμαστε;

Όταν το κάνουμε ας διερωτηθούμε και εάν θέλουμε να γίνουμε τελικά αυτό το κάτι. Αλλά και τι θα συνεπάγεται αυτό όταν μια δική μας άποψη θα βρεθεί ενώπιον της όποιας απαίτησης να σκάσουμε διότι κάποιος ή κάποιοι δεν γουστάρουν ή θυμώνουν με αυτά που λέμε.

Τώρα όμως. Μετά, θα είναι δυστυχώς πολύ αργά.

 

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.