POWERED BY

Φόρμα αναζήτησης

Η Μόσχα φρενάρει τις ρωσικές επενδύσεις στην Κύπρο



Οι ρωσικές επενδύσεις κατέχουν διαχρονικά σημαντικό ρόλο στην οικονομία της Κύπρου για μια σειρά από λόγους, που περιλαμβάνουν το υψηλό επίπεδο των παρεχόμενων υπηρεσιών, το ευνοϊκό φορολογικό σύστημα κ.ά. Εντούτοις αυτή η σχέση τα τελευταία χρόνια κλυδωνίζεται από την αλλαγή πολιτικής της Μόσχας που στοχεύει στον επαναπατρισμό των ρωσικών κεφαλαίων, επηρεάζοντας τις διμερείς σχέσεις όπως τις ξέραμε. Τον Σεπτέμβριο του 2020 Κύπρος και Ρωσία υπέγραψαν επικαιροποιημένη συμφωνία αποφυγής διπλής φορολογίας, η οποία πρωτίστως προβλέπει αύξηση του φόρου επί μερισμάτων και τόκων των ρωσικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο στο 15%. Όπως χαρακτηριστικά διέρρεε τότε το Κρεμλίνο, «η κυπριακή αποστολή συμφώνησε απόλυτα με τη ρωσική πλευρά», καθώς στην ουσία επικυρώθηκε η βούληση της Ρωσίας να αυξήσει τον συντελεστή φόρου για τους Ρώσους επιχειρηματίες που επέλεξαν να δραστηριοποιηθούν στο εξωτερικό.

Ακριβότερη η Κύπρος

Η νέα συμφωνία Κύπρου – Ρωσίας δεν ήταν παρά πρόδρομος μιας σειράς συμφωνιών που ακολούθησαν με Λουξεμβούργο και Μάλτα. Αντίθετα, η Ολλανδία εξακολουθεί να διαπραγματεύεται τους όρους της διμερούς συμφωνίας με τη Ρωσία, ενώ η αντίστοιχη διαδικασία με την Ελβετία έχει παγώσει. Έτσι πλέον σήμερα υπάρχουν χώρες δύο ταχυτήτων ως προς την υποδοχή ρωσικών επενδύσεων, με την Κύπρο να κοστίζει πιο ακριβά στους επενδυτές σε σχέση με άλλες χώρες που κατέληξαν σε πιο συμφέρουσες διμερείς συμφωνίες με τη Ρωσία.

Σε αυτήν τη δυσμενώς για την Κύπρο επικαιροποιημένη φορολογική συμφωνία πρέπει να συνυπολογιστεί και η απουσία διμερούς επενδυτικής συμφωνίας (Bilateral Investment Treaty – BIT), που μπορεί λειτουργήσει ιδιαίτερα αρνητικά για πολλές εταιρείες, τη στιγμή που η Μόσχα έχει συνάψει αντίστοιχες ΒΙΤ με άλλες χώρες. Κύπρος και Ρωσία είχαν φτάσει σε επενδυτική συμφωνία το 1997, η οποία ωστόσο δεν τέθηκε ποτέ σε ισχύ. Μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως δίχτυ ασφαλείας για επενδύσεις ανάμεσα στις δύο χώρες, καθώς μεταξύ άλλων θα περιλάμβανε διατάξεις σχετικά με τη μεταφορά κεφαλαίων για επενδυτικούς σκοπούς. Η μη εφαρμογή της όμως περιόρισε τα οφέλη για την κυπριακή οικονομία, ιδιαίτερα μετά την πρόσφατη αύξηση του φορολογικού συντελεστή στο 15%. Στην ουσία, ελλείψει μιας διμερούς επενδυτικής συμφωνίας (BIT) και με την επιβολή αυξημένου συντελεστή φόρου, το Κρεμλίνο τιμωρεί τους επενδυτές που επέλεξαν να μεταφέρουν την έδρα τους στην Κύπρο, ασκώντας τους πίεση να επαναπατρίσουν τα κεφάλαιά τους ή να αποσυρθούν από τις επενδύσεις τους στο εξωτερικό.

Απροστάτευτοι επενδυτές

Προς αυτήν την κατεύθυνση η Μόσχα έχει εισαγάγει και σειρά φορολογικών εκπτώσεων, ενώ παράλληλα επενδύει και στις διαφορές του κανονιστικού πλαισίου από χώρα σε χώρα επιτυγχάνοντας την επιστροφή όλο και περισσότερων μεγάλων εταιρειών στη Ρωσία. Εάν υπήρχε μια διμερής επενδυτική συμφωνία, η Κύπρος ως χώρα που φιλοξενεί μεγάλο αριθμό εταιρειών χαρτοφυλακίου ρωσικών συμφερόντων θα μπορούσε να έχει καταστεί πηγή επενδύσεων σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας. Αντιθέτως, η έλλειψη μιας συμφωνίας BIT Κύπρου – Ρωσίας έχει ήδη δημιουργήσει προβλήματα για επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο. Όπως στην περίπτωση του Sergey Petrov, ιδρυτή της ROLF Group, ο οποίος αντιμετωπίζει νομικές διώξεις για τη μεταφορά χρημάτων από ρωσική εταιρεία που κατέχει προς την κυπριακή του εταιρεία, η οποία δεν προστατεύεται από κανέναν μηχανισμό BIT. Παρομοίως, οι Alexander Bondarenko και Vladimir Stolyarenko, οι οποίοι έχουν επίσης μια εταιρεία χαρτοφυλακίου άμεσων επενδύσεων στην Κύπρο με μεγάλου εύρους επενδύσεις στη Ρωσία, έχουν επίσης βρεθεί στο στόχαστρο των ρωσικών αρχών. Εάν η διμερής συνθήκη επενδύσεων μεταξύ Κύπρου – Ρωσίας δεν ήταν μέχρι σήμερα αδρανής, η Κύπρος θα τους ενέπνεε περισσότερη επιχειρηματική εμπιστοσύνη.

Εξάλλου, πολλοί άλλοι επιχειρηματίες που περιλαμβάνονται στη λίστα του ρωσικού «Forbes» έχουν επιλέξει την Κύπρο για να ιδρύσουν εταιρείες χαρτοφυλακίου, οι οποίες επενδύουν στη Ρωσία και σε όλο τον κόσμο. Απούσης μιας BIT και του ανάλογου θεσμικού πλαισίου, το Κρεμλίνο μπορεί να συνεχίσει να ασκεί πίεση και σε αυτούς, κάνοντας χρήση και δικαστικών μέσων, αποσκοπώντας εν τέλει στην κατάσχεση ιδιωτικών εταιρειών και στην παραχώρησή τους σε επιχειρηματίες που συνδέονται με το καθεστώς, κάτι αρκετά σύνηθες στη ρωσική επιχειρηματική σκηνή. Αναπόφευκτα, δημιουργείται ανησυχία στους Ρώσους επιχειρηματίες που έχουν επιλέξει την Κύπρο ότι ενδέχεται να βρεθούν στο στόχαστρο του ρωσικού καθεστώτος χωρίς οποιαδήποτε θεσμική προστασία.

Στο εύλογο ερώτημα γιατί λοιπόν δεν εφαρμόζεται μια επενδυτική συμφωνία αρκεί να θυμηθεί κάποιος την περίφημη υπόθεση της Yukos -στην οποία εμπλέκονταν κυπριακές εταιρείες-, που καταδεικνύει μέχρι πού μπορούν να φτάσουν οι ρωσικές αρχές για να εκπληρώσουν τον στόχο τους. Η άλλοτε κραταιή ρωσική εταιρεία πετρελαίου Yukos εξαναγκάστηκε σε πτώχευση ώστε τελικά να κρατικοποιηθεί. Μετά από μια πολύχρονη δικαστική διαδικασία, η Ρωσία κλήθηκε να αποζημιώσει τους μετόχους με πάνω από 50 δισ. δολάρια, σύμφωνα με τις αποφάσεις του Μόνιμου Δικαστηρίου Διαιτησίας της Χάγης, ενώ εκκρεμούν ακόμη κάποιες προσφυγές που δεν αναμένεται να τελεσιδικήσουν άμεσα.

Γιατί όμως η Κύπρος δεν έχει θέσει το ζήτημα στο τραπέζι την ώρα που οι συνέπειες είναι μόνο αρνητικές για την οικονομία μας και ήδη ορατές; Πρωτίστως αν σκεφτούμε ότι παρόμοιες διμερείς συμφωνίες υφίστανται ανάμεσα στη Ρωσία και τα πλείστα ευρωπαϊκά και τρίτα κράτη, συμπεριλαμβανομένων του Λουξεμβούργου και της Ολλανδίας, με τις οποίες η Ρωσία υπέγραψε ή προσπαθεί να υπογράψει Συνθήκες Αποφυγής Διπλής Φορολογίας, με παρόμοιους όρους με την Κύπρο (δηλαδή, με αυξημένο φορολογικό συντελεστή 15%).

Εν τέλει, εάν η Ρωσία δεν συμφωνεί με την αρχική συμφωνία επενδύσεων (BIT) του 1997, θα μπορούσαμε να επιδιώξουμε μια νέα συμφωνία που μάλιστα θα ανταποκρίνεται στις σημερινές ανάγκες, καθώς στο μεταξύ έχουν αλλάξει τόσο οι ανάγκες της χώρας όσο και η διεθνής πρακτική.

Μια πρώτη απάντηση για το γιατί δεν υπάρχει προσπάθεια για σύναψη μιας νέας συμφωνίας προστασίας των επενδύσεων μεταξύ Ρωσίας και Κύπρου είναι ότι πριν δέκα χρόνια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέλαβε να διαπραγματευτεί με τη Μόσχα τη σύναψη BIT για λογαριασμό όλων των κρατών μελών. Επιχειρηματικοί κύκλοι, με γνώση του θέματος, ανέφεραν στον «Π» ότι η σύναψη μιας συμφωνίας BIT μεταξύ EE και Ρωσίας θα πρέπει να θεωρείται ένα απομακρυσμένο ενδεχόμενο λαμβάνοντας υπόψη τις επιδεινούμενες πολιτικές σχέσεις της Μόσχας με τις ΗΠΑ και την ΕΕ. Οι υφιστάμενες συμφωνίες BIT κρατών μελών της Ένωσης με τη Ρωσία είναι προγενέστερες της έναρξης της προσπάθειας της ΕΕ για τη σύναψη συνολικής συμφωνίας με τη Ρωσία.

Οι ίδιοι κύκλοι αναγνωρίζουν το πρόβλημα που υπάρχει με τις πιέσεις των ρωσικών αρχών σε επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο και θα ήθελαν από τις κυπριακές αρχές να κινούνται με τον τρόπο που ενεργούν άλλες χώρες της ΕΕ, οι οποίες αγνοούν τα αιτήματα δικαστικής συνδρομής εις βάρος Ρώσων επιχειρηματιών.

Η σύναψη, πάντως, μιας συμφωνίας προστασίας των επενδύσεων μεταξύ Κύπρου και Ρωσίας δεν βρίσκεται στην ατζέντα των διμερών σχέσεων ούτε υπάρχει κάποια διεργασία σε εξέλιξη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2018 η Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το εμπόριο και την ανάπτυξη ενθάρρυνε τα μέλη της να αναθεωρήσουν τις διμερείς συμφωνίες τους ώστε να αντιστοιχούν στην τρέχουσα κατάσταση και στους στόχους των διεθνών οικονομικών σχέσεων.

Πολλές χώρες ακολούθησαν αυτήν την προτροπή, καθορίζοντας συγκεκριμένες παραμέτρους, ενσωματώνοντας καλές πρακτικές που προωθήθηκαν από τον ΟΗΕ και συντάσσοντας νέο μοντέλο για τις διμερείς τους συμφωνίες, που προβλέπουν θέματα όπως η βιώσιμη ανάπτυξη, η προστασία της χώρας υποδοχής της επένδυσης καθώς και του επενδυτή, η ενσωμάτωση διατάξεων για την επίλυση διαφορών μεταξύ των μερών και του επενδυτή κ.λπ. Και με βάση αυτά διαπραγματεύτηκαν εκ νέου τις διμερείς επενδυτικές τους συμφωνίες ώστε να ανταποκριθούν στις νέες παραμέτρους. Αντιθέτως, η Κύπρος φαίνεται να μην έχει αναλάβει δράση για την αναθεώρηση των διμερών επενδυτικών συνθηκών, παρά τον αντίκτυπο που αυτές -και η έλλειψή τους- έχουν στην οικονομία μας, κάτι που ισχύει ακόμη και σε περιπτώσεις παραδοσιακών οικονομικών εταίρων, όπως η Ρωσία, που ήταν πάντα πηγές Άμεσων Ξένων Επενδύσεων.

 

Ωφελημένη η Μόσχα

Ο μόνος αντικειμενικά κερδισμένος από τις δυσμενείς συνθήκες που δημιουργούνται για τις ρωσικές επενδύσεις στην Κύπρο είναι το Κρεμλίνο στην προσπάθειά του να επαναπατρίσει κεφάλαια. Η Κύπρος κινδυνεύει ουσιαστικά να πάθει ό,τι με κόπο απέφυγε το 2013, όταν απειλήθηκε με μαζική φυγή ξένων κεφαλαίων. Το ερώτημα όμως παραμένει, γιατί η εφαρμογή αυτής της υπογεγραμμένης διμερούς συμφωνίας παραμένει σε εκκρεμότητα από το 1997 και γιατί δεν αναλάβαμε όλα αυτά τα χρόνια την πρωτοβουλία να προωθήσουμε μια νέα, χρησιμοποιώντας τις συστάσεις του ΟΗΕ ως μια ευνοϊκή συγκυρία. Μια διμερή συμφωνία παρόμοια με αυτές που υπογράφονται διεθνώς και καλύπτουν όλα τα σύγχρονα θέματα, όπως οικονομικές και τεχνολογικές παραμέτρους. Σε τελική ανάλυση, παρατηρώντας κανείς τις πρακτικές του Κρεμλίνου, εύλογα συμπεραίνει ότι η απουσία μιας τέτοιας συμφωνίας με τη Ρωσία ανοίγει την πόρτα της εξόδου σε επενδυτές που επέλεξαν την Κύπρο και άρα την οικονομία της.

 

Ιδρύει θυγατρική εταιρεία στην Κύπρο η AMAZON – Δεν μπορούσε να εγγραφεί ηλεκτρονικά, διαβάστε το παρασκήνιο

 

Πώς η Amazon στήνει πόδι στην Κύπρο

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.