POWERED BY

Φόρμα αναζήτησης

«Η ιστορία ενός μικρού κοριτσιού από την Αμμόχωστο» της Σεβγκιούλ Ουλουντάγ



Η Ερήνα Καραμοντάνη από το Βαρώσι απαντά στις ερωτήσεις μου μέσω email αφού αυτό τον καιρό είναι δύσκολο να συναντηθούμε. Βρίσκω την ιστορία της συναρπαστική. Απαντά μια μέρα πριν από το «πικνίκ» στο Βαρώσι, δηλαδή στις 14 Νοεμβρίου 2020. Μου έγραψε τα ακόλουθα:

«Αγαπητή Sevgul,

Είναι τιμή μου να απαντήσω στις ερωτήσεις σου και σε ευχαριστώ που μου έδωσες την ευκαιρία αυτή. Η ιστορία μου, όπως και η δική σου, είναι μόνο μία από εκατοντάδες χιλιάδες ιστορίες Κυπρίων και από τις δύο κοινότητες. Πρέπει να πούμε τις ιστορίες μας, όχι για να δημιουργούμε εχθρότητα μεταξύ μας, αλλά για να θυμούμαστε τι έγινε λάθος και γιατί βρισκόμαστε εδώ σήμερα. Πρέπει να πούμε τις ιστορίες μας, έτσι ώστε να καταλάβουμε ότι είμαστε όλοι άνθρωποι της Κύπρου και νόμιμοι ιδιοκτήτες των εδαφών μας. Αυτή είναι η ιστορία μου, η ιστορία ενός μικρού κοριτσιού από την Αμμόχωστο.

Γεννήθηκα στην Αμμόχωστο, στις 16 Φεβρουαρίου 1965. Η μητέρα μου, η Νάντια Παντζάρη, γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λευκωσία. Ήταν η κόρη της Ελένης Τσιγαρίδη και του Σταύρου Παντζάρη. Η Νάντια μετακόμισε στην Αμμόχωστο λίγο μετά την επιστροφή της από το σχολείο στο Λονδίνο. Παντρεύτηκε τον Ουμπέρτο Μαντοβάνη, έναν Κύπριο ιταλικής καταγωγής και το 1955 γέννησε τον αδερφό μου Βίκτωρ. Το ζευγάρι χώρισε μερικά χρόνια αργότερα. Το 1963, μια καλή φίλη της, η θεία μου Άλεξ Χριστοφίδη, τη σύστησε στον ξάδελφό της Τζέρι Καραμοντάνη στο King George Hotel, ένα δημοφιλές σημείο συνάντησης εκείνη την εποχή. Ο Τζέρι και η Νάντια παντρεύτηκαν το 1964 και είχαν 2 παιδιά, εμένα και τον αδερφό μου Σταύρο (γεν. 1969). Όταν γεννήθηκα, ζούσαμε σε ένα σπίτι στην παραλία κοντά στη Γλώσσα, εκεί όπου αργότερα χτίστηκε το Salaminia Tower Hotel. Όταν ήμουν περίπου 4 ή 5 χρονών, μετακομίσαμε σε ένα ισόγειο διαμέρισμα με θέα στη θάλασσα, στην οδό Ιπποκράτους 33.

Τα πρώτα μου χρόνια στην οδό Ιπποκράτους μου άρεσαν πολύ, και είναι γεμάτα με γλυκιές αναμνήσεις. Ήμασταν στην ηλικία που μόλις αρχίσαμε να παίρνουμε μια γεύση από την πόλη μας και τη ζωή της. Πήγα στο νηπιαγωγείο στο Franklin House και στη συνέχεια στο Δημοτικό Σχολείο Αγίου Ιωάννη που ήταν κοντά στη μαρίνα και το στάδιο ΓΣΕ. Συνήθιζα να περπατάω μέχρι το σχολείο κάθε μέρα. Ακόμα θυμάμαι τη διαδρομή που ακολουθούσα, Ιπποκράτους, Πολυδεύκους, Αγίας Τριάδος! Έπεσα και κτύπησα τα γόνατά μου περισσότερο από μία φορά στην Πολυδεύκους, ακριβώς εκεί στη στροφή! Πώς θα μπορούσα να ξεχάσω αυτόν τον δρόμο!

Κάποιες άλλες φορές, περπατούσα στη λεωφόρο Δημοκρατίας για να επισκεφτώ τη θεία Νίνα. Ζούσε σε ένα όμορφο σπίτι, που της είχε δωρίσει ο πατέρας της για τον γάμο της. Το καλοκαίρι του 1972, μετακομίσαμε στο νεόκτιστο συγκρότημα διαμερισμάτων στη λεωφόρο Κένεντι 500 στον Άγιο Μέμνονα. Ο πατέρας και ο θείος μου το έχτισαν σε γη που ανήκε στη γιαγιά μου, ακριβώς πάνω στην παραλία νότια του ξενοδοχείου Golden Sands, κοντά σε αυτό που είναι τώρα το τέλος της περιφραγμένης περιοχή Βαρωσιού. Παρόλο που ήταν δική μας ιδιοκτησία, θυμάμαι να είμαι πολύ αναστατωμένη που έπρεπε να αλλάξω σχολεία και να χάσω τους καλούς μου φίλους.

Αδελφοί Καραμοντάνη

Ο πατέρας μου Τζέρι και ο αδελφός του Σταύρος είχαν τη δική τους εταιρεία, Αδελφοί Καραμοντάνη. Τα γραφεία τους βρίσκονταν στην πολυσύχναστη εμπορική περιοχή της Αμμοχώστου, στην οδό Ερμού, σε ένα κτήριο ιδιοκτησίας της γιαγιάς μου Στέντας. Γύρω στο 1961, τα δύο αδέλφια έφτιαξαν τον πρώτο ηλιακό θερμοσίφωνα στην Κύπρο. Πρωτοπόρησαν επίσης με κεντρικές εγκαταστάσεις κλιματισμού στην ακμάζουσα ξενοδοχειακή βιομηχανία. Είχαν ξεκινήσει με την κλινική Φελλά και το ξενοδοχείο King George και τελικά εξόπλισαν πολλά κτήρια στην Αμμόχωστο, συμπεριλαμβανομένων της εκκλησίας Αγίας Τριάδας, του ξενοδοχείου Grecian και του μεγαλύτερου ξενοδοχείου στην Κύπρο, του Golden Sands. Όταν ήμασταν μικρά παιδιά, ο πατέρας μας μας κάθιζε πάνω στη Vespa του και γυρίζαμε στην Αμμόχωστο, επισκεπτόμενοι το γραφείο ή τα εργοτάξια! Κοιτάζοντας πίσω, είμαι πάντα τόσο ευγνώμων, για εκείνες τις περιηγήσεις με τη Vespa, που έχουν πλέον γίνει ζωντανές αναμνήσεις της σύντομης ζωής μου στην Αμμόχωστο.

Αυτό που μένει στην καρδιά από το Βαρώσι είναι η προοδευτική κοσμοπολίτικη φύση των ανθρώπων που έκαναν αυτήν την πόλη μοναδική και ευημερούσα. Δυστυχώς, πολλοί από τους τότε κατοίκους έχουν πεθάνει και συνειδητοποιώ πως ακόμα κι αν ποτέ επιστρέψουμε δεν θα είναι ποτέ ξανά το ίδιο.

Το αγαπημένο μου μέρος στο Βαρώσι ήταν φυσικά η παραλία! Εκεί περνούσα το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου μου! Παρόλο που το 1974 ήμουν μόλις 9,5 χρονών, έχω πολύ ζωντανές αναμνήσεις για την Αμμόχωστο και τους ανθρώπους της. Δεν ήμασταν πλούσιοι, αλλά η ζωή μας ήταν άνετη και σχεδόν τέλεια –είχαμε σπίτια στην παραλία και βάρκες ακριβώς μπροστά, ζούσαμε σε μια πόλη γεμάτη πολιτισμό και τέχνες με μια ακμάζουσα οικονομία– ήταν σχεδόν πολύ καλό για να είναι αληθινό.

Πραξικόπημα και εισβολή

Εκείνη τη φρικτή ημέρα του πραξικοπήματος, στις 15 Ιουλίου 1974, ήμουν σε κατασκήνωση με τους προσκόπους στην Αγία Νάπα. Οι ενήλικες έλεγαν ότι έγινε πραξικόπημα, αλλά δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τι εννοούσαν. Το επόμενο πράγμα που θυμάμαι, η μητέρα μου ήρθε να με πάρει και έχω την εικόνα από πανικοβλημένους ανθρώπους και στρατιώτες και άρματα μάχης παντού στον δρόμο προς το σπίτι.

Ο πατέρας μου πήγε με τον αδελφό του στο παλιό λιμάνι και οδήγησαν το σκάφος τους στη Λάρνακα. Οι επόμενες μέρες έφεραν κόλαση και οι ειρηνικές ζωές μας στην Αμμόχωστο χάθηκαν για πάντα. Από το σαλόνι μας μπορούσαμε να δούμε τη φωτιά που έκαιγε στην Καντάρα και ο ήχος των σειρήνων ακόμα χτυπάει δυνατά στα αφτιά μου. Τότε ήρθαν τα μαχητικά αεροσκάφη μας και μας βομβάρδιζαν. Ο θόρυβος ήταν απαίσιος και τρομακτικός και δεν θα ξεχάσω ποτέ το πανικοβλημένο άλογο που κάλπαζε στο χωράφι ακριβώς δίπλα. Ο θείος μου μας πήγε για να προστατευτούμε στο υπόγειο του κτηρίου απέναντι και μας έδειξε πώς να προστατευόμαστε. Το ραδιόφωνο τρανζίστορ που ήταν συντονισμένο στο BBC, ήταν μαζί μας συνέχεια. Όποτε το γυρίζαμε στο ΡΙΚ ανακοίνωναν πόσα τουρκικά αεροσκάφη είχαν καταρριφθεί. Ψέματα, τόσα πολλά ψέματα… Ήμασταν απλώς παιδιά, δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε γιατί συνέβη αυτό. Γνωρίζαμε μόνο ότι οι ειρηνικές ζωές μας είχαν χαθεί…

Και μετά ήρθε η κατάπαυση του πυρός, και ήμασταν ξανά πάνω στη Vespa, αυτή τη φορά τριγυρνούσαμε στη βομβαρδισμένη Αμμόχωστο, τραβώντας φωτογραφίες! Δεν θα ξεχάσω ποτέ όταν φτάσαμε στο Salaminia Tower Hotel και είδαμε έναν τεράστιο κρατήρα ακριβώς δίπλα από το κατεδαφισμένο κτήριο βλέποντας τον θάνατο και την καταστροφή. Είχαν μόλις βγάλει το σώμα ενός νεαρού άνδρα από τα ερείπια. Όταν επιστρέψαμε στο σπίτι βάλαμε τα μαγιό μας και πηδήξαμε στη θάλασσα, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα και η ζωή θα συνεχιζόταν από εκεί που την αφήσαμε. Υποθέτω ότι είναι το ένστικτο επιβίωσης των παιδιών, ότι η ζωή συνεχίζεται. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που κολύμπησα στη θάλασσα της Αμμοχώστου.

Το πρωί της 14ης Αυγούστου 1974, οι γονείς μου είπαν «πρέπει να φύγουμε». Φύγαμε γρήγορα, παίρνοντας μόνο τα απολύτως απαραίτητα. Πήγαμε στην Αγία Νάπα για μια νύχτα, στη συνέχεια στη Λεμεσό για άλλη μια και καταλήξαμε στη Λάρνακα και μείναμε στο σκάφος. Ο πατέρας μου επέστρεψε στο σπίτι και έσωσε μερικά πολύτιμα αντικείμενα, ανάμεσά τους και οι αγαπημένες μου κούκλες. Τον Σεπτέμβριο, λίγο πριν ανοίξουν ξανά τα σχολεία, η μητέρα μου μας πήγε στη Λευκωσία για να μείνουμε με τη γιαγιά μας. Ο πατέρας μου επρόκειτο να μείνει στο σκάφος μέχρι να βελτιωθούν τα πράγματα και να ξαναρχίσουν την επιχείρησή τους. Οι γονείς μου δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ.

Μακριά απ’ την πόλη

Τελείωσα το δημοτικό σχολείο στους Αγίους Ομολογητές κοντά στο σπίτι της γιαγιάς μου. Στο σχολείο, εγώ και άλλα παιδιά ήμασταν πρόσφυγες, παιδιά ενός κατώτερου Θεού. Ήταν περίεργο, καθώς αισθανόμασταν ότι δεν ανήκαμε εκεί. Ο πόνος είναι μεγάλος, αλλά δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα ήταν να έχανα έναν αδελφό ή ένα γονέα. Μείναμε με τη γιαγιά μας για μερικούς μήνες και μετά μετακομίσαμε σε ένα μικρό διαμέρισμα που είχε προσφέρει ο θείος μου. Είχε ένα υπνοδωμάτιο όπου ζούσαμε οι τρεις μας. Τίποτα σαν αυτά που είχαμε στην Αμμόχωστο, αλλά δεν είχε σημασία, ήμασταν ασφαλείς. Η εταιρεία του πατέρα μου είχε υπογράψει συμβόλαιο συντήρησης με τις βρετανικές βάσεις λίγο πριν από τον πόλεμο. Αυτό το συμβόλαιο ήταν η μόνη ελπίδα για επανεκκίνηση της επιχείρησης, καθώς δεν υπήρχαν πλέον ξενοδοχεία για να τοποθετηθούν κλιματιστικά.

Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν πολύ δύσκολα – ήμασταν «ξένοι» στη ίδια μας τη χώρα. Αλλά με κάποιο τρόπο προχωρήσαμε. Κάθε καλοκαίρι, στις 14 Αυγούστου, πλέουμε με το σκάφος μας προς την Αμμόχωστο και σηκώνουμε μια μαύρη σημαία στον ιστό του. Πηγαίνουμε όσο πιο κοντά μπορούμε για να δούμε το σπίτι μας με κιάλια. Συζητούμε αν τα δέντρα έχουν μεγαλώσει, καθώς δεν έμεινε τίποτε στο κτήριο εκτός από την κατασκευή του σκυροδέματος. Δεν υπάρχουν παράθυρα, ούτε παντζούρια. Λέμε ο ένας στον άλλο ιστορίες της Αμμοχώστου και κλαίμε. Και όταν πλησιάζουμε πολύ κοντά, ο ΟΗΕ ρίχνει προειδοποιητικές βολές και γυρίζουμε και απομακρυνόμαστε, μέχρι τον επόμενο χρόνο.

Το όνειρο της επιστροφής

Για χρόνια και χρόνια, έβλεπα αυτό το όνειρο ότι επιστρέφω στην Αμμόχωστο. Γλιστρούσα μέσα από κάποιες μυστικές σήραγγες και έφτανα στο σπίτι μου. Πήγαινα στο δωμάτιό μου, καθόμουν δίπλα στο παράθυρο και κοίταζα τη θάλασσα και τα άδεια χωράφια προς τον νότο. Μερικές φορές με έβλεπαν και με κυνηγούσαν, οπότε έτρεχα μακριά τόσο γρήγορα για να μην με πιάσουν και ξυπνούσα λαχανιάζοντας. Από τότε που επέστρεψα το 2004, ποτέ δεν είδα ξανά όνειρο την Αμμόχωστο. Ράγισε η καρδιά μου που την είδα έτσι. Όλες οι παιδικές μου αναμνήσεις παγιδεύτηκαν τώρα σε μια πόλη-φάντασμα. Ήταν σοκαριστικό και επώδυνο. Αυτός ο νέος πόνος σκότωσε το όνειρο. Με ρωτάς τι ένιωσα όταν άκουσα ότι το Βαρώσι είχε γίνει «διαπραγματευτικό χαρτί» στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ήλπιζα! Όλοι μας ελπίζαμε! Και παρόλο που κάθε φορά που οι πολιτικοί μας απέρριπταν μια ευκαιρία να το πάρουν πίσω και ήξερα ότι η επόμενη ευκαιρία, αν υπήρχε, δεν θα ήταν τόσο καλή, ακόμα ήλπιζα. Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Ακόμα και σήμερα, όταν έγινε σχεδόν μη ρεαλιστικό να επιστρέψω, ακόμα ελπίζω. Με ρωτάς για το τι νιώθω σήμερα, όταν ακούω για πικνίκ και ανοίγματα για επισκέψεις όπως είναι οι επισκέψεις σε μνημείο πολέμου. Θυμός. Θυμός και απογοήτευση. Είμαι θυμωμένη με τον εισβολέα. Δεν ανήκει στην Κύπρο. Κατέκτησε με τη βία. Η Κύπρος είναι για τους Κύπριους και μόνο για τους Κύπριους. Είναι προκλητικό να παίζετε με τον πόνο των ανθρώπων για την απώλεια. Είναι ασέβεια προς τους νόμιμους ιδιοκτήτες του Βαρωσιού, αλλά είναι επίσης ασέβεια προς τους Τουρκοκύπριους και όλους τους Κύπριους. Αυτή η επίδειξη δύναμης είναι ντροπή για κάθε πολιτισμένο άτομο. Ποιο άρρωστο μυαλό μπορεί να συλλάβει την ιδέα ενός πικνίκ σε μια πόλη-φάντασμα που καταστράφηκε από τον πόλεμο και λεηλατήθηκε; Τι γίνεται με τα ανθρώπινα δικαιώματα; Ο όρος αυτός δεν υπάρχει στο λεξικό του;

Η Άννα Μαράγκου λέει: ‘Δεν είναι η πατρίδα σου, κύριε Ερντογάν. Η Αμμόχωστος δεν σου ανήκει. Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να είσαι εκεί. Μείνε μακριά από την Κύπρο, από τους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους’…»

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.